Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα της εποχής δεν είναι πλέον μόνο ποια πολιτική θα εφαρμοστεί, αλλά ποιος μπορεί να τη διαμορφώσει και να τη φέρει εις πέρας. Με άλλα λόγια: ποιο είναι το υποκείμενο που μπορεί να αναλάβει μια πραγματική αλλαγή πορείας; (όπως πολύ εύστοχα το έχει θέσει ο Ρούντι Ρινάλντι (και) στην πρόσφατη αρθρογραφία του).

Στην ελληνική περίπτωση, το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα. Η εμπειρία της χρεοκοπίας, της μνημονιακής επιτροπείας, της αποδιάρθρωσης της κοινωνικής συνοχής και της διαρκούς απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος έχει αναδείξει μια βαθιά αντίφαση: Από τη μία πλευρά, υπάρχει επανειλημμένα εκφρασμένη λαϊκή διαθεσιμότητα, ακόμη και σε στιγμές έντονου ριζοσπαστισμού· από την άλλη, αυτή η διαθεσιμότητα δεν μετασχηματίζεται σε σταθερό, συνεκτικό και αποτελεσματικό πολιτικό υποκείμενο.

Η απόσταση ανάμεσα στο «υπάρχει κοινωνική ενέργεια» και στο «υπάρχει πολιτική δύναμη» είναι ακριβώς το κενό που χαρακτηρίζει τη συγκυρία.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε ένα δεύτερο, πιο απαιτητικό ερώτημα: γιατί αυτό το υποκείμενο δεν συγκροτείται;

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι υπάρχουσες μορφές οργάνωσης δεν επαρκούν. Τα κομματικά σχήματα, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό εντός ενός πλαισίου διαχείρισης, προσαρμοζόμενα σε αυτό που έχει περιγραφεί ως «προσαρμοστικός ρεαλισμός». Από την άλλη πλευρά, τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα ‒από το αντιμνημονιακό έως το κίνημα των Τεμπών‒ κατόρθωσαν να εκφράσουν ισχυρές μορφές λαϊκής αντίδρασης και να αναδείξουν κρίσιμα ζητήματα, χωρίς όμως να αποκτήσουν διάρκεια, συνοχή και πολιτική πύκνωση.

Και εδώ προκύπτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Μήπως, επομένως, το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό ή ιδεολογικό;. Μήπως είναι βαθιά οργανωτικό/δομικό; Μήπως, δηλαδή, δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των προτάσεων, αλλά τις μορφές μέσα από τις οποίες η κοινωνική διαθεσιμότητα μπορεί να μετασχηματιστεί σε συνεκτική πολιτική δύναμη;

Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε στο σημείο αυτό αναδύεται η σημασία μιας διαφορετικής λογικής οργάνωσης: της δικτυοκεντρικής.

Η δικτυοκεντρική οργάνωση δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική μορφή διάταξης δυνάμεων. Αποτελεί μια πρόταση για το πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη διάχυτη κοινωνική εμπειρία και τη συγκροτημένη πολιτική έκφραση.

Πρακτικά, στηρίζεται στη δημιουργία πολλών μικρών, τοπικά εδραιωμένων ομάδων πολιτών ‒συνήθως 5 έως 8 ατόμων‒ που λειτουργούν σε επίπεδο γειτονιάς ή κοινότητας. Οι ομάδες αυτές συναντιούνται σε τακτική βάση, συζητούν τα προβλήματα που βιώνουν οι ίδιοι και το περιβάλλον τους, έρχονται σε επαφή με άλλους πολίτες και προχωρούν –όχι σε ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται η «χαρά του υποκειμενισμού», αλλά– σε μικρές, συγκεκριμένες δράσεις. Μπορεί να πρόκειται για συζητήσεις / παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους, για καταγραφή προβλημάτων στην καθημερινότητα (μεταφορές, υγεία, ακρίβεια), για επαφή με επαγγελματίες ή για παρεμβάσεις σε μικρά ή μεγάλα τοπικά ζητήματα.

ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ σημείο εδώ δεν είναι η συζήτηση καθαυτή, αλλά η μετάβασή της σε πράξη. Η δικτυοκεντρική οργάνωση απομακρύνεται συνειδητά από το μοντέλο των ατέρμονων ιδεολογικών ή εσωτερικών συζητήσεων που εξαντλούνται χωρίς απτό αποτέλεσμα. Αντίθετα, θέτει ως βασική αρχή ότι κάθε κύκλος συζήτησης οφείλει να οδηγεί σε μια μορφή δράσης, όσο μικρή κι αν είναι. Η δράση δεν αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον στοιχείο, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο δοκιμάζονται ιδέες, χτίζεται εμπιστοσύνη και παράγεται πραγματική πολιτική γνώση. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική παύει να είναι κυρίως λόγος και γίνεται διαδικασία παρέμβασης μέσα στην κοινωνία.

Ακριβώς αυτή η έμφαση στη μικρή, επαναλαμβανόμενη δράση είναι που δημιουργεί τη δυνατότητα κλιμάκωσης. Μία τέτοια ομάδα μπορεί να φαίνεται περιορισμένη στην εμβέλειά της· όμως εκατό αντίστοιχες ομάδες, διάσπαρτες σε διαφορετικές γειτονιές και πόλεις, παράγουν καθημερινά εκατοντάδες επαφές, δεκάδες μικρές παρεμβάσεις και μια συνεχή ροή πληροφορίας και επιρροής. Σε αυτό το σημείο, η δυναμική του μοντέλου παύει να είναι γραμμική και αποκτά εκθετικά χαρακτηριστικά, καθώς κάθε νέα σύνδεση και κάθε νέα δράση πολλαπλασιάζει τη συνολική παρουσία και την κοινωνική του επίδραση.

Κυρίως, όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία αρχίζει να αποκαθίσταται κάτι που σήμερα βρίσκεται σε βαθιά κρίση: η εμπιστοσύνη. Όχι ως αφηρημένη έννοια ή ως αποτέλεσμα επικοινωνιακών χειρισμών, αλλά ως εμπειρία. Όταν ο πολίτης δεν συναντά έναν «εκπρόσωπο» που απλώς μιλά, αλλά ανθρώπους που ακούν, επανέρχονται, θυμούνται και δρουν –έστω και σε μικρή κλίμακα– τότε διαμορφώνεται σταδιακά μια σχέση διαφορετικής ποιότητας. Η πολιτική αποκτά ξανά χαρακτηριστικά φροντίδας: όχι ως ρητορική, αλλά ως έμπρακτη παρουσία στην καθημερινότητα. Και ακριβώς μέσα από αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία φροντίδας, η κοινωνία αρχίζει να εμπιστεύεται ξανά – όχι γενικά την «πολιτική», αλλά συγκεκριμένες συλλογικότητες που αποδεικνύουν στην πράξη ότι μπορούν να είναι παρούσες, συνεπείς και χρήσιμες.

Κάθε τέτοια ομάδα δεν λειτουργεί απομονωμένα. Συνδέεται με άλλες μέσω ενός ελαφρού συστήματος συντονισμού, όπου η εμπειρία μεταφέρεται, συγκρίνεται και αποκτά ευρύτερη σημασία. Έτσι συγκροτείται ένα δίκτυο που, χωρίς να είναι ιεραρχικό με την κλασική έννοια, διατηρεί συνοχή και κατεύθυνση: η πληροφορία ανεβαίνει από τη βάση προς τα πάνω, η πολιτική επεξεργασία επιστρέφει προς τα κάτω, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται.

Σε αυτό το σχήμα, η ύπαρξη ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου δεν καταργείται, αλλά επαναπροσδιορίζεται. Δεν λειτουργεί ως κέντρο εντολών που καθορίζει και επιβάλλει γραμμές, αλλά ως κόμβος σύνθεσης και κατεύθυνσης. Συγκεντρώνει την εμπειρία που παράγεται από το δίκτυο, εντοπίζει τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα μετατρέπει σε πολιτική επεξεργασία και επιστρέφει πίσω στο δίκτυο κατευθύνσεις, προτεραιότητες και εργαλεία. Η νομιμοποίησή του δεν πηγάζει από την τυπική του θέση, αλλά από την ικανότητά του να εκφράζει και να συνθέτει αυτό που ήδη κινείται μέσα στην κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται τόσο η διάλυση σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες όσο και η επιστροφή σε συγκεντρωτικά μοντέλα που αναπαράγουν τα προβλήματα του παρελθόντος.

Η σημασία αυτού του μοντέλου δεν βρίσκεται στις επιμέρους δράσεις, αλλά στη διαδικασία που εγκαθιδρύει. Μέσα από την επαναληπτική αυτή κίνηση:

‒ Η διάχυτη δυσαρέσκεια αποκτά λόγο και μορφή,

– Οι μεμονωμένες εμπειρίες αρχίζουν να συνδέονται,

– Τα επιμέρους ζητήματα εντάσσονται σε ευρύτερα σχήματα κατανόησης,

– Και διαμορφώνεται σταδιακά μια κοινή αναφορά.

Υπό αυτή την έννοια, η συγκρότηση του υποκειμένου δεν προηγείται της διαδικασίας. Προκύπτει από αυτήν.

Το υποκείμενο δεν είναι ένα δεδομένο που αναζητείται, ούτε μια οντότητα που μπορεί να «ιδρυθεί» μέσω μιας πολιτικής πράξης. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας κοινωνικής και πολιτικής πυκνώσεως: της μετάβασης από τη διασπορά στην ενότητα, από την εμπειρία στη συνείδηση, από τη διαμαρτυρία στη διατύπωση έμπρακτης κατεύθυνσης.

Η δικτυοκεντρική οργάνωση προσφέρει έναν μηχανισμό που καθιστά αυτή τη μετάβαση δυνατή, ακριβώς επειδή συνδυάζει τρία στοιχεία: εγγύτητα στην κοινωνική πραγματικότητα, δυνατότητα κλιμάκωσης και συνεχή ροή πληροφορίας.

Παράλληλα, βρίσκεται σε οργανική συνάφεια με τις σύγχρονες μορφές τεχνολογικής δικτύωσης. Όπως τα ψηφιακά δίκτυα λειτουργούν μέσω αποκεντρωμένων κόμβων που ανταλλάσσουν πληροφορία, έτσι και ένα κοινωνικοπολιτικό δίκτυο μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός συλλογικής νοημοσύνης. Η τεχνολογία εδώ δεν υποκαθιστά την πολιτική διαδικασία· την υποστηρίζει, ενισχύοντας τη σύνδεση και την ταχύτητα διάχυσης της εμπειρίας.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ που τίθεται είναι αν μια τέτοια μορφή οργάνωσης μπορεί να ανταποκριθεί σε ζητήματα στρατηγικού χαρακτήρα – όπως η υπέρβαση της εξάρτησης ή η διαμόρφωση ενός σχεδίου εθνικής κυριαρχίας. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με όρους αυτοματισμού. Ένα οργανωτικό σχήμα δεν παράγει από μόνο του πολιτική κατεύθυνση.

Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει τον βασικό όρο για την παραγωγή της: την ύπαρξη ενός κοινωνικού σώματος που είναι σε θέση να κατανοήσει τα προβλήματα, να τα επεξεργαστεί και να στηρίξει συλλογικά μια στρατηγική.

Υπό αυτή την έννοια, η δικτυοκεντρική συγκρότηση δεν αποτελεί πλήρη απάντηση στο πρόβλημα του υποκειμένου. Αποτελεί, όμως, μια ρεαλιστική διαδικασία υπέρβασής του.

Σε αντίθεση με τον «προσαρμοστικό ρεαλισμό» –όπως πάλι εύστοχα το θέτει ο Ρ.Ρ.–, που περιορίζεται στη διαχείριση των δεδομένων, και σε αντιδιαστολή με έναν αφηρημένο ριζοσπαστισμό που δεν βρίσκει φορέα, επιχειρεί να συνδέσει την ανάγκη για ριζική αλλαγή με τους υπαρκτούς όρους συγκρότησης των δυνάμεων που μπορούν να την υλοποιήσουν.

Εν τέλει, το ζήτημα του υποκειμένου δεν είναι μόνο θεωρητικό. Είναι βαθιά πρακτικό.

Και η απάντησή του δεν θα δοθεί –μόνο– σε επίπεδο διακηρύξεων, αλλά στο πεδίο των μορφών οργάνωσης που μπορούν να μετατρέψουν τη διάχυτη κοινωνική διαθεσιμότητα σε συνεκτική πολιτική δύναμη.

Υ.Γ. Σαν μια μικρή σκηνή σε μια ξεχασμένη γειτονιά: μια λακκούβα στη μέση του δρόμου, χρόνια αφημένη, σχεδόν αόρατη από όλους. Και κάποια στιγμή, λίγοι άνθρωποι σταματούν να την αποφεύγουν και σκύβουν. Φέρνουν εργαλεία, χώμα, άσφαλτο. Δεν περιμένουν εντολή, ούτε σχέδιο. Απλώς δρουν. Τη φτιάχνουν μαζί, τη φωτογραφίζουν, τη μοιράζονται. Όχι ως επίδειξη, αλλά ως μαρτυρία: ότι κάτι μπορεί να αρχίσει από το ελάχιστο. Ότι εκεί όπου το σύστημα έχει αποσυρθεί, μπορεί να εμφανιστεί ένα υποκείμενο – όχι ως ιδέα, αλλά ως πράξη. Και ίσως τελικά, η πολιτική να επιστρέφει κάπως έτσι: όχι από τα πάνω προς τα κάτω, αλλά από μια λακκούβα που πέντε-έξι άνθρωποι αποφάσισαν να μην προσπεράσουν άλλο.

* Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι MSc. Αναπτυξιακός και Κοινωνικός Ψυχολόγος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!