Σάρωσε στα ανεξάρτητα βραβεία του 66ου ΦΚΘ η «Αρκουδότρυπα», πρώτη μεγάλου μήκους ταινία των Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιου Ντινόπουλου, για μια ιστορία ανομολόγητου έρωτα, ανάμεσα σε δυο κορίτσια στην επαρχία, κερδίζοντας βραβείο FIPRESCI, ΕΚΚΟΜΕΔ πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, WIFT, ΕΡΤ κ.ά.
Στο ορεινό χωριό Τύρνα των Τρικάλων, δυο κολλητές φίλες ανακαλύπτουν τη μεταξύ τους έλξη. Η αγρότισσα Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή) αφιερώνεται στη χειρωνακτική δουλειά της πατρικής φάρμας, παραμένοντας στο χωριό, ενώ η φίλη της Αννέτα (Πάμελα Οικονομάκη), έγκυος από τον αστυνομικό αρραβωνιαστικό της, ετοιμάζεται απρόθυμα να τον ακολουθήσει στη Λάρισα, σε μια προκαθορισμένη μοίρα, ως νοικοκυρά. Η επίσκεψη των κοριτσιών στην περίφημη ορεινή σπηλιά «Αρκουδότρυπα» συμπίπτει με τη στιγμή ενηλικίωσης, που είναι έτοιμες να αποδεχτούν την ευθύνη των αποφάσεών τους. Όσο η λιγομίλητη και ντόμπρα Αργυρώ αποδέχεται τα φλογερά συναισθήματα που την κατακλύζουν, η αισθησιακή αυθάδης Αννέτα αναχωρεί για Λάρισα. Το ασφυκτικό πλαίσιο που βιώνει εκεί, την αναγκάζει να αναθεωρήσει και σύντομα επιστρέφει, διεκδικώντας την ελευθερία της.
Μέσα από δυο αντιθετικούς πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες χτίζεται ο δύσκολος δρόμος προς την ανεξαρτησία σε μια ταινία γεμάτη από το ορεινό τοπίο της περιοχής, που ανανεώνει το δίπολο παράδοση-νεωτερικότητα με τις σύγχρονες καταστάσεις. Η ταινία, που αποτέλεσε την επιμήκυνση μιας μικρού μήκους αρχικά, που πρωτοπροβλήθηκε το 2023 στο φεστιβάλ Δράμας, αναδιοργανώθηκε σε κεφάλαια και εμπλουτίστηκε με νέες κρίσιμες σκηνές, δημιουργώντας μια δίωρη μυθοπλασία, γυρισμένη στο χωριό καταγωγής του Ντινόπουλου. Με βασικό σχήμα τις κινηματογραφικές συμβάσεις μιας ταινίας ενηλικίωσης, εμπλουτισμένης με μια κουήρ σχέση που ενισχύει συμπερίληψη και ομοκανονικότητα, η ταινία δανείζεται στοιχεία του είδους των θρίλερ, αποκτώντας παγανιστικό χαρακτήρα στα πλάνα στη φύση. Χωρισμένη σε τρία κεφάλαια, η ταινία ακολουθεί σπονδυλωτή αφήγηση, παρουσιάζοντας αρχικά τις δυο διαφορετικές εκδοχές κάθε πρωταγωνίστριας ξεχωριστά, μέχρι οι ιστορίες τους να συγκλείνουν στο τρίτο μέρος. Έτσι, μέσα από ελαφρά πισωγυρίσματα στο παρελθόν, φωτίζονται λεπτομέρειες από διαφορετική οπτική γωνία, διευρύνοντας τη δραματουργική διάσταση των χαρακτήρων, ενώ πυροδοτούν βαθύτερες συναισθηματικές εντάσεις, κορυφώνοντας την αγωνία, σε μια ιστορία που ξεδιπλώνεται σταδιακά.

Η ταινία εντυπωσιάζει χρησιμοποιώντας ενίοτε διαφορετικό κινηματογραφικό υλικό, πότε θυμίζοντας παλιά φιλμάκια, πότε με διαφορετικό φορμά, σαν από κινητό. Το στένεμα του κάδρου στην επίσκεψη της Αργυρώς στη σπηλιά συνδυάζεται με ήχο από ανάσες ή στάλες και ηλεκτρονικό βόμβο, ανακαλώντας τεχνικές ταινιών τρόμου ημερολογιακής καταγραφής, ενώ εντείνει μυστηριακή αίσθηση, βγάζοντας στην επιφάνεια ενδόμυχους φόβους. Αντίστοιχο στένεμα κάδρου επιλέγεται όταν η Αννέτα μαζεύει τσουκνίδες με γυμνά χέρια, για να φτιάξει πίττα, τονίζοντας τη βαθύτερη νοσταλγία, μέσα από την αίσθηση πόνου. Παράλληλα, σε σκηνές με την Αργυρώ πάνω στη μεγάλη ρόδα ενός λούνα παρκ, παρεμβάλλονται πλάνα διαφορετικής φιλμικής υφής, σαν σε φιλμ του ’70, που ανακαλεί παλιότερη ανάμνηση, υπονοώντας πως σκέφτεται διαρκώς την Αννέτα. Η Αννέτα στο ζωολογικό κήπο της Λάρισας απεικονίζεται πίσω από κάγκελα και στο κάτω μέρος του κάδρου, σε άμεση ταύτιση με το αιχμάλωτο ελάφι που κοιτάζει, παραπέμποντας και στη δική της αίσθηση εγκλωβισμού.
Ήχος από ανάσες συνδυάζεται πότε με ατονικό κλαρίνο ή νταούλι και κρουστά, απ’ την πρωτότυπη μουσική παραδοσιακών ηχοχρωμάτων του Τζον Τουρνά, που εκτός από το μυστήριο, υπογραμμίζουν την εσώτερη θλίψη των πρωταγωνιστριών, όπως όταν η Αννέτα πέφτει σε αγκάθια, χάνοντας το δρόμο της στο δάσος. Η αργή εστίαση στην υποταγμένη έκφρασή της, παράλληλα με μυστηριακά φωνητικά και ανάσες, σηματοδοτούν την καταπίεση και τη δυσανασχέτηση που νιώθει δίπλα στον αρραβωνιαστικό της, στο οικογενειακό δείπνο, ενώ η Αργυρώ βρίσκεται σε πάρτι. Αντίστοιχα, στη σκηνή που η Αργυρώ βλέπει στο βουνό διάσπαρτα κουφάρια ζώων απ’ το κοπάδι της, σημάδι επίθεσης από αρπαχτικά, το άκουσμα ηλεκτρονικού βόμβου αυξάνει τη μυστηριακή ένταση και παράλληλα με εμβόλιμα πλάνα της σπηλιάς μεταφέρεται το σκοτεινό πνεύμα του μύθου της «Αρκουδότρυπας».
Πρωταγωνιστικό ρόλο αποκτά η απεικόνιση της αγριάδας του ορεινού τοπίου, με τα πυκνά δάση, τα γάργαρα ποτάμια και τα παραδοσιακά πετρόχτιστα γιοφύρια, ενώ προς το τέλος, ο έρωτας των δυο ηρωίδων σφραγίζεται με μια βουτιά σε μια απαστράπτουσα απ’ τον ήλιο λίμνη, με το τοπίο να λειτουργεί κυριολεκτικά και μεταφορικά ως τόπο, όπου αναδύονται φόβοι, μύχιες επιθυμίες και εσωτερικές συγκρούσεις.

Το σκληρό ορεινό τοπίο της χώρας μας, που αρχικά αναδείχτηκε από τη γενιά σκηνοθετών του ΝΕΚ, συνδυάζεται για άλλη μια φορά με το ηχόχρωμα των πολυφωνικών παραδοσιακών τραγουδιών. Στη βουκολική ατμόσφαιρα της «Αρκουδότρυπας» συνέβαλαν οι παραδοσιακές μουσικές επιλογές που εκφράζουν νοσταλγία, με ηπειρώτικο κλαρίνο, πολυφωνικά και θρακιώτικες γκάιντες. Έτσι, η ταινία ανοίγει με το πολυφωνικό «Από πέρα από το ποτάμι», με φόντο το ορεινό χωριό, ανακαλώντας την «Αναπαράσταση» (1970/Θόδωρου Αγγελόπουλου), ενώ το «Χαλασιά μου», του Πετρολούκα Χαλκιά, κατά το μαγείρεμα χορτόπιτας, υπογραμμίζει τον καημό για τον γενέθλιο τόπο και τους αγαπημένους, στα χνάρια της επιδιωκόμενης ελληνικότητας ταινιών του ’70. Στην «Αρκουδότρυπα» όμως, ακούγονται και νεωτερίστικες μουσικές φόρμες ελληνόφωνου χιπ-χοπ, ραπ και τραπ, που χρησιμοποιούν παραδοσιακές φόρμες, σηματοδοτώντας εύστοχα μια ανανεωμένη ελληνικότητα, σε μια ταινία με κωμικές στιγμές και τρυφερότητα, που επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τη διάσταση της θηλυκότητας μέσα από τον ομοερωτισμό, αποτολμώντας μια διαφορετική εικόνα στην παραδοσιακή οικογένεια. Έτσι, το μακιγιάρισμα της Αννέτας για το πάρτι συνοδεύεται από το ρυθμικό τσιφτετελέ «Tukutum» της Μαρίνας Σάττι, στο πάρτι ακούγονται μίξη παραδοσιακών και ραπ, όπως «Gaida» (Pindos Atletico) και «Greek Motel» (Νέγρος του Μοριά), ενώ στο κλάμπ όπου η Αννέτα με μπλε αισθησιακό φόρεμα φλερτάρει μια καλλονή, ακούγεται το σκανδαλιστικό τραπ «XMachine» (Ghetto Queen & Be Taf Beats). Το πανηγυριώτικο δημοτικό «Καγκέλια» (Γωγώ Τσάμπα), που ακούει η Αννέτα από cd, συνταιριάζεται ρυθμικά με επιδραστικό μοντάζ κοφτών διαδοχικών πλάνων, όπου πλένει πιάτα ή βάφει τα νύχια της, μεταφέροντας συνοπτικά την ανιαρή ζωή της στην Λάρισα. Στο πανηγύρι του χωριού ακούγονται από ζωντανή ορχήστρα τα παραδοσιακά ηπειρώτικα ερωτικά τραγούδια «Το φεγγάρι κάνει βόλτα» και «Στης πικροδάφνης τον ανθό», που τραγουδά και η Αννέτα στο πανήγυρι, φορώντας καταπράσινο φόρεμα, ενώ όλοι την επικρίνουν και την αποφεύγουν, κατά την τολμηρή στιγμή που αποφασίζει να μιλήσει ανοιχτά, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους.
Σε αρμονική ισορροπία, τη σύγχρονη διάσταση της ιστορίας εμπλουτίζουν φολκλόρ στοιχεία. Η τσουκνίδα, συνδεδεμένη με τα παλιά γιατροσόφια των γιαγιάδων, σύμφωνα με την μητέρα της Αννέτας, σχετιζόταν με μεθόδους αντισύλληψης, «σε εποχές που δεν ξέρανε κάτι άλλο», ενώ σήμερα, η Αννέτα πλέον «έχει επιλογές». Παράλληλα, η τσουκνιδόπιττα αποτελεί αποχαιρετιστήριο φαγητό που φτιάχνει η μητέρα της, πριν την αναχώρησή της για Λάρισα, αλλά και η ίδια, για να αποχαιρετήσει την επίσης εγκλωβισμένη πεθερά της, όταν αποφασίζει να επιστρέψει.
Οι επιρροές από λαϊκά παραμύθια, αφηγήσεις γιαγιάδων και το μυστικισμό του σκοτεινού δάσους μεταπλάθονται στη σύγχρονη πολύπλοκη πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα νέο αφήγημα, γεμάτο αυθεντικό ερωτισμό, με αίσθηση υπόγειου συμβολισμού για την κουήρ ταυτότητα, σε μια ρεαλιστικής γραφής ταινία, που βρίθει από τη συναισθηματική ένταση των χαρακτήρων της. Αξιοσημείωτο παραμένει πως η ομοφυλοφιλική επιθυμία παρουσιάζεται με θετικό πρόσημο, που δεν καταλήγει σε δράμα, αλλά σε μια συναρπαστική ρομαντική ιστορία, γεμάτη αυθεντικές αποχρώσεις συναισθημάτων, όπου φιλία και έρωτας περιπλέκονται, πτυχή στην οποία συνέβαλαν καθοριστικά και οι ανεπιτήδευτες συγκρατημένες ερμηνείες των πρωταγωνιστριών, μεταφέροντας διαρκώς την αίσθηση ενός υποδόριου πάθους, έτοιμου να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com
INFO
‒ Γιορτάζοντας τα 50 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ε.Κ.Κ., την Κυριακή 24/5/2026 στις 12.00, στον κινηματογράφο Άστυ θα προβληθεί με δωρεάν είσοδο, η ταινία «Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου, επειδή ψηφίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία από το 1976, ενώ θα προηγηθεί απονομή τιμητικής πλακέτας στην χήρα του σκηνοθέτη και παραγωγό κ. Φοίβη Οικονομοπούλου και θα αναγορευθεί ως Επίτιμος Πρόεδρος της Π.Ε.Κ.Κ. ο Ανδρέας Τύρος, μακροβιότερος Πρόεδρος της Ένωσης.
‒ 13ο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαιολογικού και Πολιτιστικού Ντοκιμαντέρ «ΑΓΩΝ» 25-30/5/2026, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, με 62 ντοκιμαντέρ από 27 χώρες, με σχετικά θέματα και εισιτήριο 5 ευρώ ανά ημέρα προβολής. (www.tainiothiki.gr/).



































































