Κυκλοφόρησε προσφάτως το βιβλίο τού Φώτη Τερζάκη, με τη συνεργασία του Τάκη Ι. Θεοδωρακέα, Η αφήγηση της φιλοσοφίας. Μια κοινωνική ιστορία τής δυτικής σκέψης – Α΄. Η αρχαία φιλοσοφία (Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2026). Είναι ο πρώτος τόμος ενός προαναγγελθέντος τρίτομου έργου που φιλοδοξεί να καλύψει όλη την ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τις ημέρες μας. Με την ευκαιρία, ο Δρόμος επιδίωξε μια –ελπίζουμε– κατατοπιστική συνομιλία με τον συγγραφέα.
Κύριε Τερζάκη, ας ξεκινήσουμε απ’ τον τίτλο του βιβλίου σας όπου συνυπάρχουν «αρμονικά» η φιλοσοφία, η κοινωνία και η (αφηγηματική) ιστορία. Καθώς είναι γνωστή η χρόνια περιπλάνησή σας στον φιλοσοφικό στοχασμό, θα θέλατε –χάρη των αναγνωστών του Δρόμου– να μου πείτε ποιο ήταν το βασικό κίνητρο που σας ώθησε σε αυτό το πράγματι τολμηρό εγχείρημα (συγγραφικό και εκδοτικό συνάμα) που συνυπογράφετε με τον κ. Τάκη Θεοδωρακέα;
Η εκδοτική τόλμη ανήκει βέβαια στις εκδόσεις Αλεξάνδρεια και στον αγαπητό μας Κώστα Λιβιεράτο…! Αν πρέπει να δηλώσω ένα πρωταρχικό κίνητρο, θα έλεγα, η ισόβια ενασχόλησή μου με τον κόσμο των ιδεών και η αγάπη για τη φιλοσοφία, με την οποία ζυμώνομαι από τα εφηβικά μου χρόνια, εάν αυτό δεν ακούγεται κοινότοπο… Και, αν έχει μια σημασία να πω και τούτο, χωρίς ποτέ να ζητήσω ή να δεχθώ οιαδήποτε κρατική «πιστοποίηση» για την άσκηση μιας λειτουργίας η οποία είναι για μένα ζωτική όσο η αναπνοή. Αλλά, δεδομένου ότι από το 2002-3 επιπλέον διδάσκω την ιστορία τής φιλοσοφίας, στο πλαίσιο του εναλλακτικού εκπαιδευτικού εγχειρήματος που είναι σήμερα η Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών, ήταν αίτημα πολλών φίλων, μαθητών και συνεργατών μέσα στα χρόνια να δώσω αυτό το υλικό και σε γραπτή μορφή. Έτσι, το σχεδίασα σε τρεις τόμους –«Αρχαία», «Νεότερη» και «Σύγχρονη» φιλοσοφία, όπως ακριβώς το παρουσιάζω σε ετήσιους κύκλους μαθημάτων– αλλά, φυσικά, εμπλουτισμένο με πολλές λεπτομέρειες που αναγκαστικά παραλείπονται στις προφορικές παραδόσεις. Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει ο δεύτερος τόμος, και μέσα στο 2027 ο τρίτος. Και κατά μια ευτυχή σύμπτωση, να πω παρεμπιπτόντως, η εμφάνιση αυτού του πρώτου τόμου συνέπεσε χρονικά με την έκδοση ενός σύντομου διαλόγου μου μ’ έναν άλλον φίλο και συνεργάτη, τον Νίκο Φούφα, που είναι μια πρώτη απόπειρα χαρτογράφησης των φιλοσοφικών ιδεών στην Ελλάδα τον τελευταίο αιώνα. (1)

Εάν πρόκειται για αφήγηση της ιστορίας της φιλοσοφίας, όπως διατείνεσθε, θα ήθελα να μου πείτε αν οι προσωπικές σας φιλοσοφικο-πολιτικές προτιμήσεις παραμερίστηκαν ή ανιχνεύονται μέσα στην εν λόγω έργο.
Αυτό θα ήταν αδύνατον! Δεν υπάρχει «αντικειμενική», με την έννοια του αξιακώς ουδέτερη και «απροκατάληπτη» οπτική στα ανθρώπινα πράγματα – ούτε καν στις λεγόμενες «ακριβείς» φυσικές επιστήμες, υποστηρίζω… Φρόντισα οπωσδήποτε οι προσωπικές μου φιλοσοφικο-πολιτικές προτιμήσεις να μην εμποδίζουν τη δίκαιη έκθεση όλων των φιλοσοφικών οπτικών που αναπλάθω χάριν του αναγνώστη, γιατί έχω πάντα κατά νου, πέραν οτιδήποτε άλλου, τον διδακτικό και συμβουλευτικό χαρακτήρα ενός τέτοιου έργου· και το αφηγηματολογικό κλειδί στο οποίο έχει γραφτεί το βιβλίο πιστεύω πως εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Αλλά η θεσιληψία μου, για να το πω έτσι, είναι διαρκώς παρούσα και ανιχνεύσιμη: πρώτα-πρώτα στη υλικοϊστορική μέθοδο της εξιστόρησης, τη βαρύτητα δηλαδή που δίνω στους εξω-φιλοσοφικούς (ανθρωπολογικούς, κοινωνιοοικονομικούς, ψυχολογικούς, ιστορικούς κτλ.) παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν τη σφαίρα των ιδεών· και κατά δεύτερον, θεματικά, στο είδος της κριτικής που ασκώ στα «δυιστικά» φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία διαβάζω ως μεταφυσικές προβολές ταξικών σχέσεων κυριαρχίας.
Θεωρείτε ότι υπάρχει στην ιστορία της φιλοσοφίας γραμμική πρόοδος προς την ενατένιση της αλήθειας ή πρόκειται για έναν αέναο κύκλο ίδιων, εξακολουθητικά αναπάντητων ερωτημάτων;
Θα ξαναπώ εδώ κάτι κοινότοπο: η ιστορία δεν είναι ούτε γραμμική ούτε κυκλική, είναι σπείρα. Αν οι ιδέες πηγάζουν από την αναμέτρηση των ανθρώπων με συγκεκριμένα προβλήματα που εγείρουν οι βιοτικές διαδικασίες της ζωής τους, στις οποίες περιλαμβάνεται η οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων και οι μορφές ανισότητας ή κυριαρχίας που αυτή η οργάνωση παράγει, τότε κάθε ιστορική εποχή έχει να αντιμετωπίσει ιδιάζοντα ερωτήματα, που απαιτούν νέες εννοιοποιήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, αυτές δεν προκύπτουν εν κενώ. Παράγονται σε διάλογο με προηγούμενες εννοιοποιήσεις, με αναδιατυπώσεις ή επανερμηνείες ήδη τεθειμένων ερωτημάτων, έτσι ώστε αυτό που λέμε «ιστορία της φιλοσοφίας» να φαντάζει σαν ένας μακρύς και συνεχόμενος διάλογος μέσα στον χρόνο, όπου κάθε νέος συνομιλητής που κάθεται στο τραπέζι πρέπει να έχει ενημερωθεί για ό,τι είχε συζητηθεί ώς τότε. Δέχομαι ακόμη και ότι υπάρχουν κάποια μετα-ιστορικά ερωτήματα (διότι ο άνθρωπος είναι φυσικό όσο και ιστορικό ον) που επανέρχονται διαρκώς όσο τουλάχιστον δεν αλλάζει η ανθρώπινη φύση, αλλ’ αυτά είναι πάντα διαθλασμένα μέσ’ από τον κάθε φορά ειδικό ιστορικό ορίζοντα και αρθρώνονται αναγκαστικά μέσ’ από τη γλώσσα του τελευταίου. Πρέπει να ξεχάσουμε την ιδέα μιας σταθερής και αμετακίνητης Αλήθειας (με κεφαλαίο Α), κάπου εκεί έξω, που περιμένει απλώς να ανακαλυφθεί.«Αιώνιες αλήθειες» σημαίνει προτάσεις χωρίς υποκείμενο (όπως π.χ. έχουμε στα μαθηματικά), αλλ’ αυτές είναι ακριβώς προτάσεις χωρίς σημασία και –όπως έλεγε ο Χέγκελ– «η φιλοσοφία πρέπει να τις περιφρονεί».
Από καταβολής της ιστορίας μέχρι τις ημέρες μας δεν φαίνεται να υπήρξε ιδανική κοινωνία ούτε φυσικά αντίστοιχη Πολιτεία. Οι κοινωνίες ήταν και θα παραμείνουν υλικές και ωφελιμιστικές. Κάτι τέτοιο σημαίνει άραγε ότι στο συλλογικό φαντασιακό δεν υπήρχε η αναγκαία πνευματικότητα, ότι οι δρόμοι του στοχασμού και της ύλης δεν συνομιλούν κατά βάθος;
Να μου επιτρέψετε να εκφράσω μια δυσφορία με την έκφραση «και θα παραμείνουν». Η πρόληψη του μέλλοντος δεν είναι διόλου φιλοσοφικά συνετή πράξη, για να το θέσω έτσι. Γνώμονάς μας δεν πρέπει να είναι το τι υπήρξε, αλλά το τι θέλουμε, χρειαζόμαστε, ελπίζουμε και πασχίζουμε ώστε να υπάρξει. Και όταν τέτοιες επιθυμίες και ανάγκες εκφράζονται συλλογικά, συνιστούν εξ αυτού και μόνο τεκμήριο μιας αντικειμενικής δυνατότητας – ανεξαρτήτως του αν θα υλοποιηθεί τελικά ή όχι, του αν θα υλοποιηθεί όπως ακριβώς τη φανταζόμαστε ή λίγο διαφορετικά, κτλ. Από την άλλη πλευρά, αμφιβάλλω κατά πόσον αυτό που λέμε «ωφελιμισμός» –μια διαμόρφωση ιδιαζόντως νεωτερική και αστική– είναι χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπινων συλλογικοτήτων που έχουν υπάρξει στην ιστορία του Homo Sapiens. Στη σκέψη μου υλικότητα και πνευματικότητα δεν διαχωρίζονται· ακριβέστερα, εννοώ την «πνευματικότητα» ως το μέτρο στο οποίο εκλαμβάνουμε το λεγόμενο υλικό συμφέρον καθολικά, ως κοινό συμφέρον όλης τής ανθρωπότητας (και, σε δεύτερο βήμα, της ανθρωπότητας και του προ-ανθρώπινου βιοσυστήματος), σε αντίθεση με τα «ιδιωτικά» ή ατομικά ψευδοσυμφέροντα – που μακροπρόθεσμα αποβαίνουν εις βάρος τής ίδιας της επιβίωσης και της ευτυχίας του ατόμου.

Όταν μιλάμε, σκεπτόμαστε αλλά και νιώθουμε συνάμα. Αυτό το κυρίαρχο πρότυπο στους αρχαίους χρόνους φαίνεται όλο και πιο εξασθενημένο στους καιρούς μας. Ο λόγος των αρχαίων φιλοσόφων συνδύαζε «ποίηση, και μαζί μουσική και χορό και αστρονομία και μαθηματικά»… θεούς και δαίμονες, με λίγα λόγια. Πόσο κοντά σε αυτό το πρότυπο κινούνται ή προσομοιάζουν οι νεωτερικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις;
Ο Χαίλντερλιν, προπομπός του ρομαντικού πνεύματος, θρηνούσε για την εγκατάλειψη του κόσμου από τους θεούς – επαναλαμβάνοντας σε μοντέρνα εκδοχή, θα ’λεγε κανείς, τη δελφική ελεγεία προς τον Ιουλιανό… Αυτό που κάποιοι ονόμασαν απομάγευση του κόσμου είναι μία από τις πλέον δυσοίωνες πλευρές της τεχνοεπιστημονικής «προόδου» που μόνο στον εικοστό αιώνα αρχίσαμε να νιώθουμε τις σκοτεινές όψεις της· αλλά είναι μια μακρά και κλιμακωτή διαδικασία, στην οποία η μεσοβασιλεία του Χριστιανισμού έχει παίξει τον προπαρασκευαστικό της ρόλο. Πολλές νεωτερικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις έχουν πέσει θύμα αυτού του τεχνικισμού –όλες όσες μπορούν να συνοψιστούν κάτω από την ομπρέλα του «θετικισμού», παραδείγματος χάριν– εκχωρώντας την ίδια την αυτεξουσιότητα του φιλοσοφικού σκέπτεσθαι, αλλά είναι και άλλες που εκφράζουν μια σθεναρή αντίσταση σ’ αυτόν. Ανάμεσα στις τελευταίες τοποθετώ άλλωστε και τη δική μου σκέψη, υπόλογη σ’ ένα είδος διαλεκτικής που αντιμάχεται εξίσου, και συμμετρικά, μεταφυσική και θετικισμό. Πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να καταλάβουμε ότι η εξέλιξη και η εξειδίκευση των τεχνικών (η μυθοποιημένη «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») δεν προσπορίζει μονάχα πλούτο στην ανθρωπότητα, αλλά και κατακερματίζει τον ίδιον τον άνθρωπο, γεννώντας μια νέου είδους δυσαναπλήρωτη ένδεια: ένδεια υποκειμενικότητας, όπως θα λέγαμε, καθώς αυτός μετατρέπεται σε προέκταση των προϊόντων του, εργαλείο των εργαλείων του, και τελικά πράγμα. Αυτή είναι η τραγωδία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας –που είχε βέβαια ξεκινήσει πολύ νωρίτερα στην ιστορία– και αυτή είναι η αμφίρροπη διαλεκτική της εργαλειακότητας, για να το πω έτσι, χωρίς την πλήρη επίγνωση της οποίας κάθε αντικαπιταλιστικός αγώνας του καιρού μας είναι καταδικασμένος να οδηγείται οπουδήποτε αλλού από εκεί που στόχευε.
Η αφήγηση της ιστορίας τής φιλοσοφίας θα μπορούσε μήπως να διαβαστεί πλέον κι ως ένα ρέκβιεμ ή έστω ελάχιστη παρηγοριά για τον «απωλεσθέντα παράδεισο» του στοχασμού, ο οποίος συνθλίβεται στις ερπύστριες του σκοτεινού μεταμοντέρνου κυνισμού; Και μπορεί άραγε ο φιλοσοφικός λόγος να ξαναδώσει ζωή στην αδράνεια, νόημα και εξηγήσεις στην παθητικότητα του δυτικού κόσμου, αλλά κι ένα μονοπάτι εξόδου και διαφυγής; Μια νέα, φυσική νοημοσύνη και όχι τεχνητή;
Πραγματικά, το να γράφει κανείς μια ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε μια στιγμή όπως η σημερινή μοιάζει λίγο σαν επικήδειος – ή σαν ξόρκι. Αλλά εάν με τον όρο «φιλοσοφία» εννοούμε την ακηδεμόνευτη σκέψη, που αναμετριέται επίμονα με την υπαρκτή πραγματικότητα και αρνείται να συνθηκολογήσει μαζί της, αυτή ήταν πάντα η υψηλότερη λειτουργία της φιλοσοφίας, πιστεύω· και σε περιόδους κινδύνου αυτή είναι η μέγιστη υπηρεσία που μπορεί να μας προσφέρει. Είναι ένα από τα ελάχιστα όπλα που έχουμε (μαζί με την τέχνη) απέναντι στην βαρβαρότητα και απέναντι στην οργανωμένη εξαπάτηση που ονομάζουμε «ιδεολογία». Από αυτή την άποψη, ναι, είναι μια μορφή παρηγοριάς· όχι όμως με την έννοια ενός ανώδυνου παυσιλύπου, αλλά μιας πηγής δύναμης για ν’ αντέξουμε την πραγματικότητα και να αναπροσανατολίσουμε τις δράσεις μας μέσα της. Ένα αντι-ναρκωτικό, αν θέλουμε να το πούμε κι έτσι: αφύπνιση κόντρα στην απανθωποποίηση που μεθοδεύεται τόσο συστηματικά και από τόσες πλευρές σήμερα – και η λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη», που την έλευσή της πανηγυρίζουν οι ηλίθιοι νομίζοντας ότι φτιάχτηκε για τους δικούς τους σκοπούς, είναι το προς στιγμήν τελευταίο αλλά όχι μοναδικό εργαλείο της απανθρωποποίησης, για την ολοκληρωτική μας αιχμαλωσία στο άσκεπτο και τη στέρησή μας απ’ όλες εκείνες τις ιδιότητες που μας έκαναν ό,τι είμαστε ως έμβιο είδος.
Παραπομπή
1) Βλ. Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας, Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο. Μια συζήτηση (Υδροπλάνο: Αθήνα 2026).







































































