Σημειώματα για το κενό υποκειμένου στην Ελλάδα

Διαβάστε τα προηγούμενα Μέρος Α’, Μέρος Β΄, Μέρος Γ΄, Μέρος Δ’ , Μέρος Ε΄

Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα χωρίς να αρνούμαστε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα που μας περιβάλλει – της οποίας είμαστε κι εμείς ένα μέρος.

Ο γενικός συσχετισμός είναι αρνητικός. Η αμφιθυμία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της κοινωνικής διαθεσιμότητας όπως αυτή εκφράζεται μέσα σε ένα μπλοκαρισμένο περιβάλλον. Η βασική προϋπόθεση για τροποποίηση των συσχετισμών και άλλης πορείας συναντά αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «πρόβλημα λαού».

Η εκκίνηση από το «πρόβλημα λαού»

Ένα κτίσιμο προϋποθέσεων για μια «έξοδο» από το μπλοκάρισμα –ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό– το οποίο προωθείται μέσα από την παγίωση και το βάθεμα (ορισμένων χαρακτηριστικών) του μεταπρατικού μοντέλου, οφείλει να στηρίζεται σε έναν Ριζοσπαστικό Ρεαλισμό. Αυτός θα συνθέτει, γεφυρώνει, εκφράζει, ενοποιεί αναλύσεις, κινήματα, εναλλακτικές προτάσεις, λογικούς αρμούς και στόχους που μπορούν να παλευτούν και να επιτευχθούν. Ένας Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός που ξεκινά από την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και βήμα το βήμα, μέσα από σχεδιασμό και δοκιμασίες, μέσα από μια συνένωση γνώσης, τεκμηρίωσης, επιστήμης και Πολιτικής, ξαναδίνει σημασία και νόημα σε μια Συμμετοχή απλών λαϊκών ανθρώπων, που θα συγκροτήσουν ένα νέο συλλογικό «Εμείς».

Για να φθάσουμε στο συλλογικό «Εμείς», αναγκαστικά πρέπει να ξεκινήσουμε από την πραγματικότητα του «αδύναμου ανθρώπου» – έτσι όπως αυτός διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες και μέσα από πολλαπλούς μηχανισμούς χειραγώγησης, ελέγχου, ενσωμάτωσης, προσαρμογής. Του «αδύναμου ανθρώπου» που διάγει μια σχιζοειδή κατάσταση γενικής αμφιθυμίας. Ενώ βλέπει να συνθλίβεται, δίνει παραδείγματα μεγάλων ξεσπασμάτων και κινητοποίησης (αντιμνημόνιο, Τέμπη κ.λπ.), στιγμές που εκφράζει τα «εκρηκτικά θέλω» του – τα οποία όμως δεν μπορεί να στηρίξει ή να συνολικοποιήσει/μορφοποιήσει (ούτε καν να συλλογιστεί για τις προϋποθέσεις ευόδωσής τους). Έπειτα ακολουθεί μια μετάπτωση, ή και απόσυρση σε κατάσταση κατατονίας και καθήλωσης κάτω από το βάρος του «τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει».

Ξεκινώντας λοιπόν από την πραγματικότητα –χωρίς να την ωραιοποιούμε και να χαϊδεύουμε αφτιά– και αναγνωρίζοντας την αμφιθυμία ως βαθιά κατάσταση που πρέπει να αναταχθεί, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί τη γέννηση ενός μεγάλου μαζικού πολιτικού-κοινωνικού κινήματος που θα καλύψει το Κενό Υποκειμένου και θα αντιμετωπίσει θετικά το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Ενός μαζικού πολιτικού-κοινωνικού κινήματος που θα γίνει η ραχοκοκαλιά μιας μεγάλης στροφής στην πορεία της χώρας και της κοινωνίας.

Το υπάρχον (μπλοκαρισμένο και καρτελοποιημένο) πολιτικό σύστημα παρέχει τάχα μια διέξοδο: την κάλπη. Την προβάλλει ως μαγικό τρόπο ακόμα και ριζικών αλλαγών, καλύπτοντας ότι –έτσι όπως έχουν τα πράγματα– αυτές δεν θα επιλύσουν τα μεγάλα ζητήματα. Το πολύ να ανακυκλώσουν το σε κρίση πολιτικό προσωπικό.

Αν στοχεύουμε να συγκροτήσουμε τον λαό σε σώμα, σε συλλογικό «Εμείς» (που είναι διαφορετικό πράγμα από την «ισονομία του πολίτη» ή τα «δικαιώματα του πολίτη» μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον επιχειρηματικότητας και «ορθής λειτουργίας των κανόνων» εκσυγχρονισμού και σύγκλισης της χώρας στα ευρωπαϊκά πρότυπα, ανταγωνιστικής οικονομίας κ.λπ.), τότε σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως έχουμε «πρόβλημα λαού» – με την έννοια ακριβώς πως η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι κατακερματισμένη, χωρίς Νόημα, αποπροσανατολισμένη, χωρίς κάποια Εναλλακτική ως στόχο, χωρίς έναν ορίζοντα προς τον οποίο τείνει συνειδητά. Αντίθετα, καθείς είναι ξεκομμένος και ατομικοποιημένος σε μεγάλο βαθμό.

Ακόμα κι όταν εκφράζει τα «εκρηκτικά θέλω», δεν είναι σε θέση να απαντήσει στους τρόπους που έχει βρει το σύστημα να απενεργοποιεί τα κινήματα (όχι μόνο με καταστολή και συκοφάντηση, αλλά και με ενσωμάτωση στην ευρύτερη, σημαδεμένη σε μεγάλο βαθμό πολιτική διαδικασία). Και με τη μορφή της ανάθεσης προς κάποιο κόμμα (βλ. ΣΥΡΙΖΑ), είτε και σε νέο κόμμα (κ. Καρυστιανού) με έντονα τα εκλογικά και προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά, εκείνο που αφήνεται στην άκρη είναι η ενεργός συμμετοχή του κόσμου και της κοινωνίας σε όλο το πολιτικό επίπεδο, και η απαίτηση να λογαριάζεται η θέληση, ο τρόπος, η σημασία αυτής της συμμετοχής. Επειδή μόνο έτσι έχουμε τη συγκρότηση του «συλλογικού Εμείς» και της μετοχής του στην πολιτική διαδικασία. Αλλιώς έχουμε απλά τον «ψηφοφόρο» και τις εξαρτήσεις του, ίσως και τα χούγια του…

Τι ζητιέται από τον απλό άνθρωπο

Ο Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός δεν φοβάται την εκκίνηση από αυτό το σημείο και από την αναγνώριση της υπαρκτής αμφιθυμίας. Ο «αδύναμος άνθρωπος» πρέπει να δυναμώσει και ατομικά, και να εκφραστεί συλλογικά σε ένα ανώτερο, ποιοτικότερο επίπεδο από αυτό που επιτρέπει το καρτελοποιημένο πολιτικό σύστημα. Αυτό δεν γίνεται με τρόπο ευκολίας, ούτε με υποσχέσεις αμεριμνησίας ότι θα του τα κάνει όλα το κόμμα (ακόμα κι όταν λέγεται κίνημα, όπως το ΠΑΣΟΚ) σαν κυβερνήσει: υγεία, παιδεία, επιστροφή νέων από εξωτερικό, παραγωγική ανασυγκρότηση, γεφύρια, υποδομές, ασφαλείς μεταφορές κ.λπ. Επειδή τότε πάλι του ανατίθεται ο ρόλος του ψηφοφόρου…

Είναι κρίσιμο το τι ζητιέται από τον απλό άνθρωπο. Τι ρόλος του αποδίδεται στην πολιτική διαδικασία; Πόσο νοιάζονται να περάσει από την κατάσταση του «αδύναμου ανθρώπου» σε μια άλλη, καλύτερη κατάσταση Παλιότερα (όχι πολύ παλιά) η ένταξη ενός ανθρώπου σε μια κίνηση, σε έναν πολιτικό χώρο σήμαινε και ένα ορισμένο κόστος για τις επιλογή του. Όταν διάλεγε π.χ. την Αριστερά, την ΕΔΑ –ακόμα και σε εκλογικά πλαίσια– είχε να αντιμετωπίσει τον χωροφύλακα, τις διώξεις, το κράτος της Δεξιάς. Η ένταξή σήμαινε κάτι σοβαρό και συνολικό για τη ζωή του. Σήμερα υποβιβάζεται σε ψηφοφόρο απλό και φοβισμένο, ή χωρίς ελπίδα μεγάλης αλλαγής. Τον συνηθίζουν ότι μπορούν να υπάρξουν αλλαγές και βελτιώσεις χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του.

Όταν λοιπόν από την πλευρά του Ριζοσπαστικού Ρεαλισμού υποστηρίζουμε ότι είναι υπεραναγκαίο ένα μαζικό πολιτικό-κοινωνικό κίνημα/ρεύμα στη χώρα προκειμένου να αλλάξουν τα πράγματα, ξεκινούμε από την πραγματικότητα. Δεν είμαστε «ρομαντικοί» ή χαζοχαρούμενοι «ουτοπιστές». Δεν υπήρξε ποτέ καμία μεγάλη αλλαγή χωρίς μια σημαντική, εντυπωσιακή ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του. Όποιος κρύβει αυτήν την αλήθεια, δεν νοιάζεται για το ξεπέρασμα του σημερινού μπλοκαρίσματος. Νοιάζεται μόνο για κάποια δική του συμμετοχή στο πολιτικό σκηνικό.

Ξεκινάμε όχι από το μηδέν, αλλά από την αμφιθυμία και τις βαθιές ρίζες ενός ριζοσπαστισμού που υπάρχει ακόμα και σε στιγμές «χειμερίας νάρκης». Ξεκινάμε από τον υπαρκτό «αδύναμο» γενικά άνθρωπο της σύγχρονης κοινωνίας, και θεωρούμε ότι η «εμψύχωσή του» είναι τεράστιας σημασίας διαδικασία. Όχι με τη μορφή κάποιου «κουράγιου» και «υπομονής» αλλά με κάποια δυναμογόνα στοιχεία συνείδησης, γνώσης, τεκμηρίωσης, προτάσεων, γλώσσας κατανοητής, και οπωσδήποτε ρόλου του μέσα στη διαδικασία αλλαγής των πραγμάτων. Η ματαίωση κάθε καλύτερου μέλλοντος (που υποβάλλεται συστηματικά στα μυαλά των απλών ανθρώπων) έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα. Γι’ αυτό η διάνοιξη δρόμων εναλλακτικών δεν μπορεί να μην ξεκινά από την εκτίμηση ότι, σήμερα περισσότερο από άλλοτε, είναι δυνατό να υπάρχει μια «ενεργητική χώρα» με έναν συνειδητοποιημένο και ενεργοποιημένο λαό, με ένα εθνοκοινωνικό μπλοκ που να στηρίζει μια διαφορετική πορεία και πρόταση.

Η εμψύχωση του απλού ανθρώπου (αλλά και των συλλογικών προσπαθειών) σημαίνει ότι δεν αφηνόμαστε να συρρικνωθούμε στο ελάχιστο, ότι χρειάζεται ανάταξη των ψυχικών δυνατοτήτων, των πεποιθήσεων, της διάθεσης των ανθρώπων, και ότι είναι απαραίτητος όρος η συμμετοχή τους.

Ο «κανόνας» του 3,5% του πληθυσμού. Ιδέα και δεδομένα

Εξετάζοντας την πείρα και τα δεδομένα κινημάτων που κατόρθωσαν να επιδράσουν και να φέρουν σημαντικές, ποιοτικές αλλαγές σε διάφορες χώρες, και σε μια περίοδο που εκτείνεται από το 1900 έως το 2006, μια ομάδα επιστημόνων κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που ίσως έχει μια πρακτική σημασία (αν και δεν είναι ένας «νόμος»).

Για να έχει επιτυχία ένα κίνημα (πολιτικό-κοινωνικό) πρέπει να συγκεντρώσει την υποστήριξη και ενεργοποίηση του 3,5% του συνολικού πληθυσμού μιας χώρας. Διευκρινίζουν δε ότι σε αυτό το 3,5% του πληθυσμού το δείγμα πρέπει να είναι πράγματι αντιπροσωπευτικό: να μετέχουν άτομα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, επαγγέλματα, ηλικίες, θέσεις, και να μην αφορά έναν συγκεκριμένο αριθμό μιας πληθυσμιακής ομάδας (μόνο νέοι, ή μια ορισμένη μόνο τάξη, π.χ. εργάτες σε μια περιοχή της χώρας, ή αγρότες και μόνον).

Η ενεργοποίηση μιας τέτοιας κλίμακας και σύνθεσης δείχνει ότι ένα κίνημα έχει ρίζες, επηρεάζει, κινητοποιεί, χρησιμοποιεί πολλές μορφές ύπαρξης, κινητοποίησης, διαμαρτυρίας (απεργίες, διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις, εκδόσεις, διαδίκτυο, πολιτιστικά δρώμενα, πανεθνικές και περιφερειακές συναντήσεις, γνώση, τεκμηρίωση, ποικιλία, χωρητικότητα κ.λπ.), κι όλα αυτά γύρω συγκεκριμένους στόχους. Μάλιστα στα πλαίσια των μελετών τους επισημαίνουν ότι κινήματα (μεγάλων αλλαγών) που ακολουθούσαν έναν δρόμο μη βίας (σε αντιδιαστολή με ένοπλα κινήματα) επέδειξαν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, λόγω της μαζικότητας και της ευκολότερης συμμετοχής σε αυτά όλων των κοινωνικών κατηγοριών και ηλικιών, της δυσκολίας να τα αντιμετωπίσουν και να τα απομονώσουν οι κυρίαρχες δυνάμεις, της μεγαλύτερης εκμετάλλευσης στοιχείων ανισομετρίας (μεταξύ πολιτικής και οικονομικής δύναμης, αλλά και στήριξης από διεθνή αλληλεγγύη κ.λπ.)*.

Ας δανειστούμε κάποια στοιχεία από αυτό το σχήμα-μελέτη χωρίς να δογματίζουμε, και ας το δούμε τι μπορεί να σημαίνει για τη χώρα μας.

Το 3,5% του πληθυσμού για την Ελλάδα μεταφράζεται σε 350.000 πολίτες. Μπορούν 350.000 πολίτες να ενεργοποιηθούν γύρω από ένα σημαντικό ζήτημα, από ένα μεγάλο αίτημα; Η πρόσφατη μόνο πείρα δείχνει ότι κινητοποιήθηκαν πολύ περισσότεροι άνθρωποι, και στην περίπτωση των Μνημονίων και στην περίπτωση των Τεμπών. Οι 350.000 πολίτες στις περιπτώσεις αυτές είναι μικρός αριθμός σε σχέση με όσους κινητοποιήθηκαν. Παρ’ όλη όμως την κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων ανθρώπων δεν γεννήθηκε ούτε στη μία (Μνημόνια) ούτε στην άλλη (Τέμπη) περίπτωση ένα συγκροτημένο κίνημα με ενιαίους στόχους και συνείδηση – ταυτότητα – θέληση 350.000 ανθρώπων. Ένας τέτοιος όρος θα έκανε δυνατή μια άλλη πορεία ή μια άλλη στροφή.

Η ποσότητα που κινητοποιήθηκε, όμως, δεν ενώθηκε, δεν ζυμώθηκε, δεν πολιτικοποιήθηκε, δεν «ωρίμασε» στο αναγκαίο επίπεδο που χρειαζόταν για να μονιμοποιηθεί ως κίνηση, να πάρει χαρακτηριστικά πολιτικού κινήματος/ρεύματος μεγάλης αλλαγής στη χώρα. Μιλάμε εδώ για τις δυναμογόνες γενικές ιδέες, το Νόημα, το Πρόγραμμα που χρειάζεται να συγκροτηθεί, το ρεπερτόριο κινήσεων και τρόπου εκδήλωσης του Κινήματος, την ίδια τη συνείδηση ότι το κίνημα αυτό είναι φορέας μιας μεγάλης αλλαγής και ότι εξαρτάται από το ίδιο το πώς θα πορευτεί. Και φυσικά για την ανάδειξη μιας ηγεσίας, ενός ηγετικού επιπέδου και ενός σώματος ιδεών, αρχών, προτάσεων, καθώς και μιας Πολιτικής μέσω της οποίας σχεδιάζονται και προωθούνται αλλαγές συσχετισμών και επίτευξης συγκεκριμένων στόχων.

Όραμα – στρατηγική – βασικές θέσεις – ιδιαίτερο βάρος στην ενεργοποίηση και πολιτικοποίηση όλων όσοι μετέχουν στο κίνημα: αυτά αποτελούν βασικά στοιχεία οικοδόμησης προϋποθέσεων ώστε να συγκροτηθεί ένα μεγάλο Πολιτικό και Κοινωνικό κίνημα. Η τακτική που θα ακολουθηθεί, οι επιλογές που πιθανά θα γίνουν, εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, και από το πώς εξελίσσονται οι συνθήκες γενικά. Αλλά και αυτό (η τακτική, οι επιλογές κ.λπ.) πρέπει να υπηρετεί τη γενική στόχευση, και διαρκώς να ανεβάζει τη συμμετοχή και ενεργοποίηση του κόσμου.

Για να το ξεκαθαρίσουμε: το θεσμικό ή και εκλογικό στοιχείο μπορούν να αποτελέσουν πεδία δραστηριοποίησης και αξιοποίησης από μεριάς ενός Πολιτικού Κινήματος. Δεν μπορεί όμως να αντιστραφεί η σημασία τους, ή να νομιστεί πως η σκέτη εκλογική διαδικασία, πόσο μάλλον με τους κανόνες που ισχύουν σήμερα (επικοινωνία, μάρκετινγκ, χειραγώγηση, ΜΜΕ), αποτελεί το κύριο μέσον ή το μοναδικό μέσον που πρέπει να ακολουθηθεί – και μάλιστα μέσα από την υιοθέτηση όλων των προτύπων του κομματικού συστήματος όπως αυτό αναπαράγεται σήμερα…

***

Όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, παράφωνο, υπερβολικό, μη δυνατό, υποστηρίζω με έμφαση ότι σήμερα ο Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός που θεωρεί ότι είναι αναγκαίο ένα Πολιτικό Μαζικό Κίνημα προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «συλλογικό Εμείς», να συγκροτηθεί ο λαός σε σώμα, να λυθεί το «πρόβλημα λαού», να μπουν βάσεις για τη θετική απάντηση του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας… είναι κάτι απείρως πιο ρεαλιστικό και δυνατό από όσα αεροκοπανιούνται από όλα τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τα think tanks, τα ινστιτούτα, τους «ειδικούς».

Ο Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός ξεκινά από την πραγματικότητα. Σκέπτεται και αναλύει πλευρές. Και μια πολύ σοβαρή πλευρά είναι το γιατί έχουμε βρεθεί σε αυτήν (και όχι κάποια άλλη) πραγματικότητα ή «γυμνή μετάβαση» και σε έναν αρνητικό συσχετισμό. Ακόμα και μέσα σε αυτές τις καθοδικές συνθήκες, αναλύει τις αντιφάσεις και αντιθέσεις, εντοπίζει τα αδύναμα σημεία των δύο αντιμαχόμενων «στρατοπέδων». Προσπαθεί να βρει τρόπους να ενωθούν και να αποκτήσουν φωνή οι «αόρατοι» και ατομικοποιημένοι-αδύναμοι άνθρωποι αυτής της κοινωνίας. Θεωρεί ότι υπάρχουν δυνατότητες «να πάμε αλλιώς». Ξεκαθαρίζει όρους αναγκαίους και δεν «χαϊδεύει αφτιά». Δεν τάζει τίποτα, δεν προτείνει δρόμους ευκολίας ή προσαρμογής. Θέλει να διατηρήσει το Ριζοσπαστικός σαν ποιότητα: να πηγαίνει στη ρίζα των προβλημάτων και να προτείνει λύσεις πραγματικής υπέρβασης, με τον άνθρωπο και την κοινωνία όρθιους. Εντοπίζει το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας ως μείζον ζήτημα επείγουσας αντιμετώπισης, και καλεί με θαρραλέο και συνετό μαζί τρόπο, εφαρμόζοντας μια ποιοτικά διαφορετική μορφή σύνθεσης, διαλόγου, εξέτασης, συνεννόησης Πολιτικής.

Η διαδικασία και ο τρόπος δεν είναι «τεχνικό» ζήτημα, ούτε μπορεί να γίνει «ψηφιακά». Η ενεργός συμμετοχή έχει πολλαπλά επίπεδα και η Πραγματική Δημοκρατία κτίζεται έμπρακτα, προσωπικά και με δέσμευση. Μέσα από δεσμούς που συνάπτουν άνθρωποι σε κίνηση, σε επικοινωνία και εν κοινωνία. Όχι virtual… αλλά με ψυχή, με πνευματικότητα, με προαγωγή, με πολιτικοποίηση!

* Όποια/ος θέλει μπορεί να διαβάσει σχετικά στο «Why Civil Resistance Works» (συγγραφείς: Maria J. Stephan και Erica Chenoweth).

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!