Όπως ήταν αναμενόμενο, κεντρικό σημείο των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης είναι η εξαγγελία της κατάργησης του άρθρου 16 και του «αναχρονισμού» των δημόσιων πανεπιστημίων. Το έδαφος έχει προετοιμαστεί εδώ και χρόνια με την ιδιωτικοποίηση των δομών του δημόσιου πανεπιστημίου, την κατάργηση της δημοκρατικής διοίκησής του και την νομιμοποίηση κάθε είδους ανοιχτών εξ αποστάσεως πανεπιστημίων και κολλεγίων.

Ήδη στη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, ο πρωθυπουργός αναζήτησε συμμάχους και συναίνεση για το θέμα και ασμένως προσφέρθηκε το ΠΑΣΟΚ (που είχε πρωτοστατήσει με τα «μη κρατικά» πανεπιστήμια και την νομοθέτηση του Ανοιχτού Πανεπιστημίου με δίδακτρα και χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια), αλλά και η ΝΙΚΗ που θεωρεί ότι δεν έχει σημασία αν τα πανεπιστήμια είναι ιδιωτικά ή δημόσια, αλλά αν ελέγχει τα προγράμματά τους το Υπουργείο Παιδείας (sic)! Λογικά, θα ακολουθήσουν και άλλοι σύμμαχοι.

Το καίριο ερώτημα, όμως, δεν είναι οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης, αλλά το γιατί είναι τόσο αδύναμο πλέον στην κοινωνία μας το αίτημα για την υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Υπάρχει κάποιος εχέφρων άνθρωπος –πέρα από ιδεολογίες και απόψεις– που να θεωρεί ότι θα υπάρξει κεφαλαιούχος ιδιώτης που θα επενδύσει τα κεφάλαια που απαιτεί π.χ. μια Ιατρική Σχολή ή που θα επενδύσει σε Σχολές όπως η Θεολογική ή σε αντικείμενα, όπως η γλωσσολογία ή η λογοτεχνία; Μάλλον όχι. Αυτό όμως που έχει εμπεδωθεί και έχει διαβρώσει μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι η τυπική εκπαίδευση είναι ξεπερασμένη και ότι οι διάχυτες δομές εκπαίδευσης –κυρίως εξ αποστάσεως και επ’ αμοιβή– συγκροτούν πανεπιστημιακή μόρφωση. Ευθύνες για αυτή την εμπέδωση υπάρχουν παντού: στις διοικήσεις των πανεπιστημίων, στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που συνέχισε με «ήπιο» τρόπο την αποσάθρωση των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων, στην τηλε-εκπαίδευση που επιβλήθηκε «αβρόχοις ποσί» επί πανδημίας με τη συναίνεση του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού και σε πολλά άλλα επίπεδα.

Ωστόσο, εάν θέλουμε να πάμε στην ουσία των ερωτημάτων, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Και αυτά έγκεινται σε δύο κυρίως επίπεδα.

Το πρώτο είναι η αποδοχή ότι ο δημοκρατικός εξισωτικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης που διέκρινε την ελληνική κοινωνία για πολλές δεκαετίες πρέπει να καταργηθεί και στη θέση της να γίνει αποδεκτό ότι τα παιδιά των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων δεν έχουν ελπίδες μόρφωσης ούτε κοινωνικής κινητικότητας. Με άλλα λόγια, pass για τις διατροφικές ανάγκες των φτωχών, σχολεία δεύτερης κατηγορίας και καθόλου πανεπιστήμια για τα παιδιά των φτωχών.

Το δεύτερο αφορά την ίδια τη δόμηση και τη συγκρότηση της γνώσης και της επιστημονικής έρευνας. Η εμπλοκή σε αυτές απαιτεί μόχθο, επιμονή και σταδιακά βήματα. Υπ’ αυτή την έννοια, η πώληση μεταπτυχιακών τίτλων ανεξαρτήτων του πτυχίου των προπτυχιακών σπουδών (π.χ. απόφοιτοι τμημάτων θετικών επιστημών να εισάγονται άνευ εξετάσεων σε μεταπτυχιακά προγράμματα θεωρητικών επιστημών ή/και το αντίστροφο) αντιστοιχεί σε σεμινάρια και όχι σε εξειδικευμένα γνωστικά πεδία. Η γνώση και μάλιστα η εξειδικευμένη διαθέτει ιεραρχία εννοιών, και κυρίως συνεπάγεται τη γνώση βασικής μεθοδολογίας και όχι την κατανάλωση πληροφοριών.

Επομένως, η πάλαι ποτέ ριζοσπαστική κριτική στην ιεραρχία (ακαδημαϊκή και γνωστική) του πανεπιστημίου στη σύγχρονη εποχή έχει γίνει όχημα του νεοφιλελευθερισμού στη διάλυση των διακεκριμένων γνωστικών πεδίων και της συγκροτημένης έρευνας. Γιαυτό, διόλου τυχαία, η «φιλελευθεροποίηση» στην είσοδο σε πανεπιστημιακά προγράμματα, η μεταπήδηση από αντικείμενο σε αντικείμενο γίνεται μόνο με δίδακτρα και όχι για τους φτωχούς. Αυτοί άλλωστε μπορεί να είναι ευχαριστημένοι με τα υψηλά φιλοδωρήματα των «κροίσων» που «διακοπάρουν» στα ελληνικά νησιά!

Η κατάργηση του άρθρου 16 οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση δομών της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, γνωστικών αντικειμένων, ερευνητικών δομών. Οδηγεί σε συντομότατο διάστημα σε πανεπιστήμια που θα θυμίζουν τα ξεχαρβαλωμένα τρένα.

Δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί εάν η ελληνική κοινωνία, οι διδάσκοντες, οι εργαζόμενοι σε όλες τις δομές των πανεπιστημίων και οι φοιτητές θα μπορέσουν να αποτρέψουν την αναθεώρηση του άρθρου 16 και να ζήσουμε ένα νέο 2007. Εάν υπάρχει, όμως, μια τέτοια προοπτική, αυτή δεν μπορεί να είναι μερική. Μπορεί να υπάρξει, εάν δει την υπεράσπιση του δημόσιου ελληνικού πανεπιστημίου ως τμήμα της υπεράσπισης της χώρας, της γνώσης που αυτή έχει ανάγκη και της κοινωνικής δικαιοσύνης!

* Η Γιάννα Γιαννουλοπούλου είναι μέλος ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!