Τα τελευταία χρόνια η δημόσια εκπαίδευση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πυκνότητα νομοθετικών παρεμβάσεων. Από την ψήφιση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, που απέκλεισε χιλιάδες υποψηφίους από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, μέχρι την επαναφορά και γενίκευση της Τράπεζας Θεμάτων, την αξιολόγηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών, το νέο θεσμικό πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, την έστω και στα χαρτιά ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, την έναρξη λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, το πολλαπλό βιβλίο και, πιο πρόσφατα, τη δημιουργία των Ωνάσειων Σχολείων, το εκπαιδευτικό τοπίο μετασχηματίζεται με ταχύτητα και ένταση που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλες περιόδους της μεταπολίτευσης.

Κοινός παρονομαστής των αλλαγών αυτών είναι η σταδιακή μετατόπιση από την αντίληψη της εκπαίδευσης ως καθολικού δημόσιου αγαθού προς ένα μοντέλο που δίνει ολοένα μεγαλύτερο βάρος στον ανταγωνισμό, την αξιολόγηση, τη διαφοροποίηση των σχολικών μονάδων και την αναζήτηση ιδιωτικών ή ημι-ιδιωτικών μορφών χρηματοδότησης και λειτουργίας. Οι υποστηρικτές αυτής της κατεύθυνσης κάνουν λόγο για εκσυγχρονισμό, αναβάθμιση της ποιότητας και προσαρμογή στις διεθνείς εξελίξεις. Στην πράξη βλέπουμε μια συστηματική προσπάθεια αποδιάρθρωσης του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας, η οποία δεν εκδηλώνεται με μία μόνο τομή, αλλά μέσα από μια αλληλουχία νομοθετημάτων που, το ένα μετά το άλλο, μεταβάλλουν τις ισορροπίες σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Οι συνέπειες αυτών των επιλογών έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές. Οι μαθητές και οι οικογένειές τους καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με νέους μηχανισμούς ελέγχου, αξιολόγησης και πειθαρχικών διώξεων. Τα σχολεία κατηγοριοποιούνται, άμεσα ή έμμεσα, με βάση τις επιδόσεις και τα χαρακτηριστικά τους. Τα πανεπιστήμια αναζητούν νέα μοντέλα διοίκησης και λειτουργίας, ενώ η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από το ερώτημα της ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος προς το ερώτημα της συνύπαρξής του με ιδιωτικούς ή ειδικού καθεστώτος θεσμούς.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, που ανοίγει εν μέσω θέρους, και ειδικότερα του άρθρου 16, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Για πολλούς, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο πολιτικό εγχείρημα αλλά τον επόμενο κρίκο μιας αλυσίδας μεταρρυθμίσεων που εξελίσσεται εδώ και χρόνια. Ενός σχεδίου που επιδιώκει να αναδιαμορφώσει συνολικά τον χάρτη της εκπαίδευσης στη χώρα, από το δημοτικό σχολείο μέχρι το πανεπιστήμιο.

Την ίδια στιγμή, το πολιτικό σκηνικό θυμίζει όλο και περισσότερο μια διαρκή προεκλογική περίοδο. Κυβερνητικές δυνάμεις, κόμματα της αντιπολίτευσης και νέοι επίδοξοι διαχειριστές της εξουσίας ανταγωνίζονται για την πολιτική πρωτοβουλία, καταθέτοντας προτάσεις και διακηρύξεις για μια σειρά τομείς. Ωστόσο, πίσω από τις γενικές διατυπώσεις περί «ποιοτικής εκπαίδευσης», «ίσων ευκαιριών» και «εκσυγχρονισμού», παραμένει η απουσία συνεκτικού οράματος, αλλά επιμένει και ένα κρίσιμο πρακτικό ερώτημα: Ποιος δεσμεύεται να ανατρέψει συγκεκριμένες επιλογές που έχουν ήδη νομοθετηθεί; Ποιος προτίθεται να καταργήσει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, να επανεξετάσει το πλαίσιο αξιολόγησης, να αμφισβητήσει τα Ωνάσεια Σχολεία ή να ανατρέψει τις ρυθμίσεις που ανοίγουν τον δρόμο για την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης;

Ν.Τ.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!