του Γιάννη Σχίζα

Αρκετοί θεωρούν ότι στα νέα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης η εντοπιότητα παύει να είναι σημαντική για τον άνθρωπο. Ο τουρισμός, η εκδρομική κινητικότητα, η πρόσληψη πολλών πληροφοριών και ερεθισμάτων, η διπλή κατοικία, θεωρείται ότι αποδυναμώνουν τις παραδοσιακές μορφές συνάφειας με τον χώρο: Αυτές που εμφανίζονταν σαν στέκια, γειτονιές, συνοικίες, μικρές εστίες ζωής. Στην εποχή του διαδικτύου φαίνεται αμφίβολο το κατά πόσο ο Καβάφης θα συνέθετε ένα ποίημα όπως αυτό που απηύθυνε «Στον ίδιο χώρο»:

«Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας –
που βλέπω και που περπατώ, χρόνια και χρόνια –
σε δημιούργησα μες σε χαρές και μες σε λύπες –
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα –
κι αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο για μένα.»

Και οι Μπιτλς ίσως δεν θα μπορούσαν να εμπνευσθούν για μια γειτονιά στο Λίβερπουλ όπως αυτή που οδήγησε στη μεγάλη επιτυχία τους –το «Penny Lane»– που έμενε καθηλωμένο «στ’ αυτιά και στα μάτια τους – κάτω από τους γαλάζιους ουρανούς των περιχώρων»…

Όμως παρά την αυξημένη κινητικότητα ανθρώπων και πληροφοριών, η σχέση με έναν χώρο οικείο παραμένει δραματικά απαραίτητη. Γιατί η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για πλουραλισμό ερεθισμάτων και εικόνων δεν εκτοπίζει την αναζήτηση ενός ψυχικού αγκυροβόλιου, ενός πεδίου αναγνώρισης και έκφρασης βασικών αναγκών. Το στέκι παραμένει πόλος ζωής, η γειτονιά σημείο αναφοράς, η πόλη μπορεί να είναι μια μικρή πατρίδα, όπως έλεγε ο Λε Κορμπιζιέ στη «Χάρτα των Αθηνών».

Θα λέγαμε μάλιστα ότι πίσω από μια εκ πρώτης όψεως αντιπαλότητα, ο πλουραλισμός και η οικειότητα αλληλοτροφοδοτούνται, αξιώνουν μια ορισμένη μεταξύ τους «δοσολογία», εν τέλει διάγουν σε κατάσταση υπόγειας διαπλοκής. Και τούτο γιατί ο πληροφοριακός και γνωστικός πλουραλισμός, ο καταιγισμός ταξιδιωτικών, τηλεοπτικών, διαδικτυακών, κινηματογραφικών ερεθισμάτων, διεγείρει την ανάγκη της ζωντανής επαφής και της οικειότητας. Και αντίστροφα, η οικειότητα δημιουργεί «φυγόκεντρες» τάσεις και διεγείρει γνωσιοθηρικές κινήσεις και προσφυγές στον χώρο των «μέσων».

Σήμερα ο εικονικός χώρος έχει τον χώρο του, αλλά και η πραγματική πραγματικότητα –για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη– έχει τις δικές της απαιτήσεις. Σήμερα, στην πλειοψηφικά αστικοποιημένη κοινωνία, οι χώροι και το τοπίο των πόλεων καλούνται να υπηρετήσουν τις ανάγκες του πλουραλισμού, χωρίς όμως να μετατρέπονται σε απλά «αξιοθέατα».

Οι αστικοί χώροι πρέπει να εκπέμπουν έναν μορφικό πλούτο, πρέπει να μην είναι εικαστικά αδιάφοροι ή απωθητικοί, όμως επίσης πρέπει να συνιστούν φιλικά κελύφη ζωής. Να νεωτερίζουν αλλά ταυτόχρονα να είναι γνώριμοι, οικείοι, πρόσχαροι. Να είναι μεταβλητοί και ανοικτοί στις μορφικές αλλαγές και στις πολεοδομικές «σκηνοθεσίες», αλλά ταυτόχρονα να παρέχουν κάποια στοιχεία διάρκειας – θα έλεγα, απηχώντας μια προβληματική του Δ. Φατούρου(1967). Θα πρέπει να εντυπωσιάζουν αλλά και να μην ξενίζουν την ευρύτερη κοινωνία, εξασφαλίζοντας έτσι τον σεβασμό κι ακόμη την ακεραιότητά τους – εκεί όπου «ανθεί» ο βανδαλισμός.

Η αναζήτηση μιας σωστής δοσομετρίας μεταξύ μορφικών νεωτερισμών και οικειότητας σε έναν χώρο κρίσιμης σημασίας για την ποιότητα ζωής, είναι το μεγάλο ζητούμενο. Και σε αντίθεση με το «Μωρίας εγκώμιον» του Έρασμου και την σκωπτική του στόχευση, ο τίτλος «Πλατείας εγκώμιον» είναι εργαλείο για τη δήλωση μιας διάθεσης «θανάσιμα σοβαρής»…

Μπάμπουσκα

Εν είδει μιας «Μπάμπουσκα», όπου τα κουκλάκια τοποθετούνται το ένα μέσα στο άλλο, θα τσιτάρω τον Φίλιππο Φιλίππου, συγγραφέα του βιβλίου «Ομόνοια 2000», ο οποίος τσιτάρει τον Γιώργο Ιωάννου, συγγραφέα του «Ομόνοια 1980», ο οποίος τσιτάρει τον Ηρόδοτο, που τελικά αναφέρεται σε μια επιθεώρηση του Περσικού στρατού από τον Βασιλέα Ξέρξη… Ο Πέρσης ηγεμών εκστασιάζεται καταρχήν μπροστά στο επιβλητικό θέαμα των ανδρών του, αλλά μετά λίγο πέφτει σε σκέψεις για να πει τελικά δακρυσμένος: «Ούτε ένας από αυτούς δεν θα υπάρχει σε εκατό χρόνια»…

Πραγματικά, ένας χώρος διερχόμενων ανθρώπων, μεταβλητών σκηνικών, πρόσκαιρων καταστάσεων, υποβάλλει κάποιες μελαγχολικές σκέψεις. Η τετράγωνη Ομόνοια, η κυκλική Ομόνοια, ΜΕ και από ένα σημείο και πέρα ΧΩΡΙΣ τους φοίνικες του δημάρχου Έβερτ, ΜΕ και στη συνέχεια ΧΩΡΙΣ τον «Δρομέα» του γλύπτη Βαρώτσου, υπαινίσσεται τη μεταβατικότητα των εγκοσμίων. Ο Φιλίππου στην «Ομόνοιά» του θυμίζει την κατάσταση της κεντρικής πλατείας του ελληνικού κράτους στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ήταν τόπος αναψυχής με μπάντες που έπαιζαν κλασσική μουσική. Θυμίζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που κάποιον Ιούλιο άκουγε τζιτζίκια κατεβαίνοντας την οδό Φιλελλήνων, με κατεύθυνση την πλατεία Συντάγματος…

Οι μεταμορφώσεις των ελεύθερων χώρων, τα ίχνη των παρελθόντων γεγονότων και ανθρώπων, εμπνέουν μια πικρή διάθεση και έναν σκεπτικισμό έναντι των καταστάσεων που διαδραματίζονται εδώ και τώρα. Όμως η ζωή είναι ένα διαρκές παρόν. Προσχωρώντας στην ενεστώσα στιγμή μπορούμε να προσδίδουμε στις μνήμες έναν εποικοδομητικό ρόλο – αποφεύγοντας ιδιαίτερα εκείνες τις μορφές της καλαίσθητης νοσταλγίας που αποτελούν πνευματικό χαμομήλι για γεγηρακότες λόγιους. Και λαμβάνοντας υπόψη την ατάκα του Μάρεϊ Μπούχτσιν στο βιβλίο του «Τα όρια της πόλης» –ότι η ανάμνηση είναι ανατρεπτική–  μπορούμε να θυμόμαστε όχι για να θυμόμαστε, αλλά για να διεκδικούμε ποιότητες αξιοβίωτες, έστω παρωχημένες και έκπτωτες.

Μια πόλη οικεία, ανοικτή στον λόγο αλλά και στον αντίλογο, με διόδους για τις επικοινωνιακές ανάγκες των πολιτών, είναι το καλύτερο αντίδοτο στον βανδαλισμό και στις πολυέξοδες αναπλάσεις

Το γίγνεσθαι των πλατειών

Πλατεία = πλατεία οδός. Είναι σε κατάσταση διαρκούς γίγνεσθαι, αλλά ικανές κάποτε και να αντιγράφουν το παρελθόν. Ικανές να γίνονται οι πλατείες του κόσμου αλλά και τα δικά μας αγαπημένα στέκια.

Σε αντίθεση με τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τους πεζόδρομους, αλλά και κάποιες αστικές επιφάνειες που προτείνονται για αισθητικές αναπλάσεις όπως είναι τα μπαλκόνια, οι κάθετες επιφάνειες των κτιρίων, οι ταρατσόκηποι(roof garden), οι πλατείες υπηρετούν την ανάγκη της ανοικτότητας: Την ανοικτότητα σε μια πόλη που έχει σαν γενικό χαρακτηριστικό τους μικρούς και κάποτε ανύπαρκτους ορίζοντες. Ενώ η ζωή των δρόμων έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την απομάκρυνση και τη φυγή, οι πλατείες ικανοποιούν την ανάγκη του «αράγματος», της σχόλης, της συνάντησης με διάρκεια. Οι πλατείες δεν είναι οι δρόμοι του δήμαρχου Μπακογιάννη: Γι’ αυτό εξ άλλου προσφέρονται για τη δημόσια, κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική έκφραση. Γι’ αυτό παίζουν σημαντικό ρόλο σε μια εποχή ανταγωνισμού των αστικών σχηματισμών μέσω διαφόρων καλλιτεχνικών, εμπορικών, πολιτιστικών, συνεδριακών ή άλλων γεγονότων: Σε μια εποχή όπου ανθούν οι θεσμοί της «πολιτιστικής πρωτεύουσας», των κινηματογραφικών φεστιβάλ, των διεθνών εκθέσεων βιβλίου. Σε αυτές τις συνθήκες, καθώς οι πλατείες «βλέπουν» τον κόσμο αποτελώντας την αιχμή του δόρατος των ανταγωνιζομένων πόλεων, αξιώνουν να τις έχουμε «σαν τα μάτια μας».

Προσομοιώσεις της φύσης

Οι πλατείες επιτρέπουν κάποιες προσομοιώσεις της φύσης, σε μεγαλύτερη κλίμακα από αυτήν του ατομικού μπαλκονιού και της γλάστρας εντός του διαμερίσματος. Παρά την εγκατάλειψη των οραματισμών του 19ου και 20ου αιώνα για τις κηπουπόλεις, τις πράσινες πόλεις, την οικόπολη κ.λπ., η δημιουργία θυλάκων φύσης μέσα στον αστικό χώρο διατηρεί στο ακέραιο την αξία του. Το 1968 ο Ζαν Λικ Γκοντάρ κατήγγελλε το ιδιωτικό κυνηγητό της φύσης στην περιφέρεια των πόλεων – και μάλιστα με εκείνες τις τρομερά συμβολικές διαστάσεις που προσέδιδε στο κινηματογραφικό «Weekend» του. Η ιδιωτική φυγή στην εκτός των πόλεων φύση αποδυναμώνει το αίτημα της ανάπτυξης της «ενδοαστικής» φύσης, ουδέποτε όμως το εκμηδενίζει. Ουδέποτε το κάνει περιττό, ακόμη και για τους πιο φανατικούς αστούς «νομάδες», που κινούνται μεταξύ των διαμερισμάτων της πόλης και των εξοχικών τους.

Υποστηρίζεται ότι η σεξουαλικότητα αποτελεί μια ορμέμφυτη ανάγκη επιστροφής στη μήτρα, στην αρχική κατάσταση ζωής, στον μικρόκοσμο της σωματικής αμεσότητας. Ίσως και η επιστροφή στη φύση είναι ανάλογη ανάγκη, που υπηρετείται συμβολικά με το πράσινο των πόλεων. Έστω και μέσα σε συνθήκες θριαμβευτικής επικράτησης των ανθρωπογενών τεχνημάτων.

Ο Ντοστογιέφσκι υποστήριζε ότι «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» –προφανώς υπερβάλλοντας– όμως μια πιο μετριοπαθής επιδίωξη, όπως είναι η σωτηρία του αστικού τοπίου, δεν είναι υπερβολή! Με αφετηρία την αισθητική ανάπλαση των πλατειών, θα μπορούσε να υποκινηθεί μια χιονοστιβάδα αναπλάσεων του ευρύτερου χώρου των πόλεων, με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην κοινωνική και καλλιτεχνική συνείδηση. Η λειτουργικότητα, η δημόσια αισθητική, η εικαστική και καλλιτεχνική οπτική του ελληνικού αστικού μικρόκοσμου, θα μπορούσαν να αρθρωθούν και να συγκροτήσουν μέτωπο εναντίον της αισθητικής κακοδαιμονίας. Θα μπορούσαν να επανασυμφιλιώσουν τον πολίτη με την πόλη, να κάνουν εμφανή τον σημερινό αφανή καλλιτέχνη, ίσως να βάλουν στη θέση των λατρεύσιμων τηλε-ειδώλων νέους καλλιτέχνες, που θα είναι συμμέτοχοι της ζωής, με αγωγιμότητα απέναντι στις μεγάλες και διάχυτες ευαισθησίες. Ίσως να καταργήσουν τον σημερινό πρωταθλητισμό της κουλτούρας.

Ο ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης υποστήριζε ότι η Ομόνοια έπρεπε να έχει μνημειακό χαρακτήρα – θυμίζοντας την περιπέτεια του νέου ελληνικού κράτους. Ο εικαστικός καλλιτέχνης Δημήτρης Τσουμπλέκας έριχνε μια ανατρεπτική ματιά στην Ομόνοια – την έβλεπε σε κάποιο λεύκωμά του να γίνεται πλαζ με λουόμενους και περαστικά καΐκια! – υπαινισσόμενος ότι όλα είναι ανατρέψιμα. Ο βίος στην πλατεία Β. Γεωργίου του Α΄ στην Πάτρα γίνεται αβίωτος και προκαλεί την κριτική «ιθαγενών» όπως του Ανδρέα Τσιλήρα, εκδότη του περιοδικού «Το δόντι», που θέλουν την ανοικτότητα του χώρου αλλά ταυτόχρονα και την προφύλαξή τους από τον καύσωνα. Στο Ηράκλειο στην πλατεία Ελευθερίας, δύο πολίτες καταγγέλλουν σε επιστολή τους ότι «…οι ολίγοι εναπομείναντες ευκάλυπτοι, κουρεμένοι με πλήρη ασέβεια προς την φυσιολογική τους ανάπτυξη πολλών δεκαετιών, μεταδίδουν στον περιπατητή την αίσθηση βιαίως επιβληθείσης καχεξίας». Για τη πλατεία της Βαρβακείου, η δημοσιογράφος Μ. Ντάνου βεβαιώνει ότι οι εμφυτευθείσες βιολέτες «είναι στα θετικά στοιχεία. Μόνο που οι βιολέτες δεν κάνουν σκιά». Οι καλλιτέχνες, οι πολεοδόμοι, οι πολιτικοί, δεν είναι ικανοί να ασκούν τέχνη, πολεοδομικό σχεδιασμό, χωροταξική πολιτική, στον βαθμό που δεν καταλαβαίνουν τη θερμική καταπόνηση των πολιτών στις πόλεις. Η «επιδερμίδα» του αστικού χώρου είναι μεταβλητή και βελτιώσιμη, όσο οι επιδερμίδες των ατόμων μέσω του λίφτινγκ, όμως εκτός από στοιχείο αισθητικής η επιδερμίδα είναι και στοιχείο άμυνας ενάντια στις καιρικές καταστάσεις. Η σκίαση του αστικού χώρου ως άμυνα εναντίον της καλοκαιρινής θερμοπληξίας, είναι θεμελιώδης απαίτηση. Αυτό υποβάλει το πλέον στοιχειώδες πολεοδομικό ΙQ.

Διεκδίκηση, αλλά με μέτρο

Σήμερα η κριτική της μορφής των πλατειών είναι άλλοτε απορριπτική, άλλοτε συντηρητική της υπάρχουσας κατάστασης, άλλοτε διεκδικητική φαντασιώσεων. Είναι κριτική της λειτουργικότητας αλλά και της αισθητικής τους – που κι αυτή αποτελεί διάσταση της λειτουργικότητας από μια άλλη σκοπιά. Ακόμη όμως η κριτική αναφέρεται και σε διάφορες καταστάσεις του περίγυρου των πλατειών, που συχνά κάνουν προβληματική την «κάρπωση» του χώρου από τον πολίτη.

Λόγου χάρη η πλατεία Καραϊσκάκη στην Αθήνα, που υποβαθμίζεται σε απλό «αξιοθέατο» χωρίς δυνατότητα προσπέλασης, λόγω της περιβάλλουσας πυκνής κυκλοφορίας. Ή η υπερμεγέθης πλατεία Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη Αττικής, με τις άπειρες δυνάμει χρήσεις, που επίσης είναι σχετικά απροσπέλαστη, γιατί επίσης περικυκλώνεται από την κυκλοφορία οχημάτων. Στο «Ομόνοια 1980» ο Γιώργος Ιωάννου έγραφε: «…η Ομόνοια παλιότερα είχε περισσότερη μυστική ζωή, συντελούσαν τα πολλά και ωραία καφενεία. Άλλωστε και ο κόσμος που περπατούσε στα Χαυτεία και στην Ομόνοια ήτανε πυκνότερος. Και τώρα περνάει ο ίδιος ή ανώτερος πληθυσμός, μα δεν φαίνεται. Είναι θωρακισμένος μες τα αυτοκίνητα και είναι σαν να μην υπάρχει…»

Καιρός λοιπόν να αντιπαρέλθουμε τους διανοητικούς τσαμπουκάδες διαφόρων «ειδημόνων», ειδικότερα μάλιστα κάποιων που εμφανίζονται ως αρχιτεκτονική ελίτ υπεράνω κριτικής, παρά την προϊστορία τους ως υποστηρικτών της λαϊκής συμμετοχικότητας. Και να υποστηρίξουμε ότι μια πόλη οικεία, ανοικτή στον λόγο αλλά και στον αντίλογο, με διόδους για τις επικοινωνιακές ανάγκες των πολιτών, είναι το καλύτερο αντίδοτο στον βανδαλισμό και στις πολυέξοδες αναπλάσεις. Και φυσικά στον σνομπισμό, που αντί να υπερβαίνει την κοινή λογική την αντιπαρέρχεται και τελικά υπολείπεται αυτής…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!