Επιμέλεια: Γιάννης Σχίζας
Ο Βέλγος επιστήμονας Φρανσουά Ανγκλέρ, ειδικός στη φυσική των σωματιδίων και βραβευμένος με το Νόμπελ Φυσικής το 2013 για το έργο του σχετικά με το μποζόνιο Χιγκς, πέθανε σε ηλικία 93 ετών, ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (ULB), όπου είχε εργαστεί στο παρελθόν (στη φωτογραφία από το Facebook/Ayushphy Cosmological, επάνω, ο Φρανσουά Ανγκλέρ).
Το μποζόνιο Χιγκς θεωρείται από τους φυσικούς ως ο ακρογωνιαίος λίθος της θεμελιώδους δομής της ύλης, το στοιχειώδες σωματίδιο που δίνει μάζα σε πολλά άλλα, σύμφωνα με τη θεωρία που είναι γνωστή ως «Καθιερωμένο Πρότυπο».
Το 2013, ο Φρανσουά Ανγκλέρ βραβεύτηκε με το Νόμπελ από κοινού με τον Βρετανό Πίτερ Χιγκς (ο οποίος απεβίωσε το 2024). Και οι δύο έθεσαν, ήδη από το 1964, τις θεωρητικές βάσεις που θα οδηγούσαν στην ανακάλυψη του μποζονίου το 2012 στο ελβετικό εργαστήριο του CERN.
«Με βαθιά θλίψη το ULB πληροφορήθηκε τον θάνατο του Φρανσουά Ανγκλέρ, ο οποίος συνέβη στις 18 Ιουνίου 2026 στο Ουκλ», ανακοίνωσε το πανεπιστήμιο.
Γεννημένος στις 6 Νοεμβρίου 1932 στον δήμο Ετερμπέκ των Βρυξελλών, ο Φρανσουά Ανγκλέρ αφιέρωσε περισσότερες από επτά δεκαετίες στην έρευνα της θεωρητικής φυσικής, κλάδο στον οποίο απέκτησε διδακτορικό αφού προηγουμένως σπούδασε πολιτικός μηχανικός.
Στο τέλος των σπουδών του εντάχθηκε στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου γνώρισε τον Αμερικανό καθηγητή Ρόμπερτ Μπράουτ.
Ο τελευταίος τον ακολούθησε στο Βέλγιο για να διευθύνουν μαζί το Τμήμα Θεωρητικής Φυσικής του ULB και να καταλήξουν στην πρόταση του «μηχανισμού Μπράουτ-Ανγκλέρ-Χιγκς», θέτοντας τα θεμέλια για την ανακάλυψη του 2012.
Παραλαμβάνοντας το Βραβείο Νόμπελ το 2013, ο Φρανσουά Ανγκλέρ είχε εξηγήσει στον Τύπο ότι η δουλειά του αφορούσε πάντα «την αναζήτηση μιας κατανόησης, μιας ορθολογικής νοηματοδότησης του κόσμου».
«Οι μη ορθολογικές ιδέες έχουν κάνει αρκετό κακό στην Ευρώπη. Η επιστήμη είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση ενός πολιτισμού άξιου αυτού του ονόματος», είχε δηλώσει ο Ανγκλέρ, ο οποίος αυτοπροσδιοριζόταν ως αντισυμβατικός και άθεος.
Πηγή: ΑΠΕ
Πανώλη: Η παλαιότερη επιδημία σκότωσε κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες πριν από 5.500 χρόνια στη Σιβηρία
Πριν από περίπου 5.500 χρόνια, ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών ζούσαν στην περιοχή της Λίμνης Βαϊκάλης στη Σιβηρία και συντηρούνταν από τους πλούσιους πόρους της, κυρίως θηράματα όπως άλκες, ελάφια, ψάρια, φώκιες και μαρμότες, ένα είδος τρωκτικών. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν τα θύματα της παλαιότερης γνωστής επιδημίας πανώλης, που έπληξε ιδιαίτερα παιδιά και εφήβους.
Οι ερευνητές λένε ότι αρχαίο DNA, που ελήφθη από σορούς που είχαν ταφεί σε τέσσερις τοποθεσίες στην περιοχή αυτή, αποκάλυψε την παρουσία των παλαιότερων γνωστών στελεχών του Yersinia pestis (Υερσίνια της πανώλης), του βακτηρίου της πανώλης (εικόνα, επάνω, από το Reuters/CDC).
Η επιδημία ήταν ιδιαίτερα θανατηφόρα για τους νέους, κρίνοντας από τις τοποθεσίες ταφής, και οι ερευνητές αποδίδουν αυτό το γεγονός σε γενετικά χαρακτηριστικά του στελέχους του βακτηρίου που δεν υπάρχουν πλέον στη σημερινή μορφή του παθογόνου.
Δήλωσαν επίσης ότι η ανακάλυψη ενισχύει τις ενδείξεις πως οι μαρμότες ήταν το αρχικό είδος-ξενιστής του βακτηρίου, και ότι η πανώλη εμφανίστηκε στην κεντρική ή βορειοανατολική Ασία προτού εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ευρασία.
«Τα ευρήματα αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για την προέλευση και τον αντίκτυπο ενός από τα πιο καθοριστικά παθογόνα της ανθρωπότητας», δήλωσε ο Δανός εξελικτικός γενετιστής Έσκε Βίλερσλεβ, καθηγητής στα Πανεπιστήμια της Κοπεγχάγης και του Κέιμπριτζ και βασικός συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature.
«Μόνο με την ανάπτυξη μεθόδων για τη μελέτη του αρχαίου DNA ανακαλύψαμε ότι υπάρχει εδώ και πολύ περισσότερο καιρό από ό,τι γνωρίζουμε από τα ιστορικά αρχεία. Πρόκειται για μια ζωονόσο, ένα παθογόνο που πλήττει κυρίως τα τρωκτικά παρά τους ανθρώπους, αλλά το οποίο έχει επανειλημμένα μεταπηδήσει στους ανθρώπους με καταστροφικά αποτελέσματα», δήλωσε ο εξελικτικός γενετιστής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εκ των βασικών συγγραφέων της μελέτης, Ρόριντ Μακλάουντ.
Για μεγάλο διάστημα οι επιστήμονες είκαζαν ότι σημαντικές εξάρσεις πανώλης εμφανίστηκαν μόνο αφότου η ανθρωπότητα ξεκίνησε τη γεωργία και δημιούργησε οικισμούς με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα.
Υπήρχαν επίσης σκέψεις ότι τα πρώιμα στελέχη ίσως δεν ήταν τόσο θανατηφόρα. Η ανακάλυψη ότι η πανώλη σκότωσε προϊστορικούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες που περιπλανιούνταν σε ένα απομακρυσμένο δασώδες τοπίο σε ομάδες που αριθμούσαν μερικές δεκάδες άτομα η καθεμία, διέψευσε αυτές τις αντιλήψεις.
Στη Λίμνη Βαϊκάλη, η Υερσίνια της πανώλης ανιχνεύθηκε σε 18 από τις 46 σορούς που εξετάστηκαν, ένα ποσοστό υψηλότερο από ό,τι σε ορισμένους μεσαιωνικούς ομαδικούς τάφους θυμάτων της πανώλης.
Οι ερευνητές ανέκτησαν πολλά γονιδιώματα του Yersinia pestis που είχαν διατηρηθεί στα δόντια των ενταφιασμένων θυμάτων της πανώλης. Αυτά τα στελέχη ήταν πολύ κοντά στην προγονική ρίζα ενός βακτηρίου που είχε αποκλίνει από τον εξελικτικό του προκάτοχο ίσως μόλις δύο αιώνες νωρίτερα.
Δεν προκαλούσε επίσης επώδυνο πρήξιμο στη βουβωνική περιοχή, όπως συνέβαινε στις επόμενες επιδημίες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα στελέχη, μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή, φλεγμονώδη επιπλοκή, στην οποία είναι ευάλωτα ιδίως τα παιδιά.
Πολλά από τα θύματα που βρέθηκαν στη Σιβηρία ήταν παιδιά, και κάποια από αυτά αδέλφια μεταξύ τους. «Αυτή η ευπάθεια είναι υψηλότερη για παιδιά ηλικίας 8 έως 12 ετών, και αποτελεί ξεκάθαρα ένα εντελώς διαφορετικό μοτίβο θνησιμότητας σε σχέση με αυτό που βλέπουμε σε άλλες τοποθεσίες κυνηγών-τροφοσυλλέκτων στη Βαϊκάλη, όπου δεν ανιχνεύεται πανώλη», δήλωσε ο Μακλάουντ.
«Σε συνδυασμό με την παρουσία άλλων γονιδίων που καθιστούν τις λοιμώξεις από πανώλη σοβαρές, είναι σαφές ότι αυτά τα προϊστορικά στελέχη πανώλης ήταν εξίσου ικανά να αποβούν θανατηφόρα, αν και με διαφορετικό τρόπο», συμπλήρωσε ο Μακλάουντ.
«Αυτή η επιδημία κατέστρεψε τις κοινότητες των κυνηγών-τροφοσυλλέκτων εκείνης της εποχής. Είναι σαφές ότι τουλάχιστον λίγοι άνθρωποι έμειναν ζωντανοί για να θάψουν τους νεκρούς, και προφανώς γνώριζαν ποιος ήταν ποιος, καθώς νεαρά αδέλφια θάφτηκαν μαζί σε κοινούς τάφους», εξήγησε.
Πηγή: ΑΠΕ
Το μαρτύριο της σταγόνας στα νησιά – Πληρώνουν την άναρχη ανάπτυξη
Σήμα κινδύνου εκπέμπουν τα νησιά της χώρας, που ταλανίζονται από τη λειψυδρία, ως αποτέλεσμα της άναρχης ανάπτυξης, της ανεπάρκειας υποδομών και της απουσίας σύγχρονων έργων ύδρευσης σε συνδυασμό με την κλιματική κρίση.
Τουλάχιστον 12 νησιωτικοί δήμοι έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ενόψει της αυξημένης τουριστικής σεζόν, με τους ειδικούς να απευθύνουν σοβαρές προειδοποιήσεις. Ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων Πέτρος Βαρελίδης και ο καθηγητής Διαχείρισης Καταστροφών και πρόεδρος του ΟΑΣΠ Ευθύμιος Λέκκας, επισήμαναν ότι η λειψυδρία είναι ένα διαχρονικό και δομικό ζήτημα που απαιτεί άμεσες και μόνιμες λύσεις.
Ο κ. Βαρελίδης, μιλώντας στην ΕΡΤ, υπογράμμισε ότι η λειψυδρία δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά μόνιμη πραγματικότητα σε πολλά νησιά. Όπως ανέφερε, η δημιουργία νέων τουριστικών υποδομών, όπως ξενοδοχεία και πισίνες, δεν μπορεί να προχωρά χωρίς επαρκείς βασικές υποδομές, όπως δίκτυα ύδρευσης και διαχείρισης απορριμμάτων. Έκανε επίσης αναφορά στην έννοια της «φέρουσας ικανότητας» κάθε περιοχής, δηλαδή τα όρια που μπορεί να αντέξει σε επίπεδο υποδομών και πόρων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αφαλάτωση αποτελεί συχνά τη μοναδική άμεση λύση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, ιδιαίτερα σε απομονωμένα νησιά. Ωστόσο, πρόκειται για μια ακριβή μέθοδο, με σημαντικό λειτουργικό και περιβαλλοντικό κόστος, ειδικά όταν αφορά θαλασσινό νερό.
Από την πλευρά του, ο Ευθύμιος Λέκκας συμφώνησε ότι οι μόνιμες λύσεις είναι κρίσιμες, δίνοντας έμφαση σε τρεις βασικούς άξονες:
– τη μείωση των απωλειών στα δίκτυα,
– τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων μέσω επιφανειακών έργων, και
– τη δημιουργία ταμιευτήρων όπου είναι εφικτό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον κίνδυνο υφαλμύρωσης των υδροφορέων, δηλαδή τη διείσδυση θαλασσινού νερού, που μπορεί να καταστρέψει οριστικά τα αποθέματα γλυκού νερού, φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί σε πολλές περιοχές.
Ο κ. Βαρελίδης επισήμανε ότι και οι γεωτρήσεις αποτελούν σημαντικό περιβαλλοντικό ζήτημα, καθώς συχνά χρησιμοποιούνται ανεξέλεγκτα, χωρίς να γίνεται αντιληπτή η επιβάρυνση, λόγω του ότι το πρόβλημα αφορά υπόγειους πόρους.
Παράλληλα, τόνισε ότι η αφαλάτωση έχει υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα, αν και η σύνδεσή της με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελεί μια θετική προοπτική.






































































