του Κώστα Γκιώνη

Όσοι παρακολουθούμε έστω κι από απόσταση τη δίκη των βασανιστών του Βασίλη Μάγγου, αλλά κι αυτή των Τεμπών, βλέπουμε ανάγλυφα πώς το καθεστώς έχει εξαλείψει κάθε έννοια δικαιοσύνης, και ότι οι δικαστικές αίθουσες μπορούν γίνουν ντεκόρ επαναλαμβανόμενων θανάτων του ήδη δολοφονημένου αλλά και των συγγενών του – όταν οι δολοφόνοι είναι όργανα του κράτους, ή τέλος πάντων ακουμπάνε στα συμφέροντά του. Σημειωτέον ότι η δίκη διεξάγεται στην Καρδίτσα, μια απόσταση 1,30-2 ώρες από τον Βόλο, με συνεχείς αναβολές (7 τον αριθμό από τον Νοέμβρη 2025).

Είναι τρομακτικό οι γονείς ενός αποδεδειγμένα δολοφονημένου παιδιού να μην μπορούν να έχουν νομική υποστήριξη στη δίκη, επειδή ο γιός τους κατά το χρονικό διάστημα από τον βασανισμό του και έως το θάνατό του δεν έκανε ο ίδιος μήνυση στους δολοφόνους! Έτσι υπάρχουν μόνο οι δικηγόροι των κατηγορουμένων οι οποίοι, αφού δεν έχουν και κανέναν αντίλογο, δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση. Όπως λέει και ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του Βασίλη, αυτό δεν είναι δικηγορία, είναι δυστοπία…

Η απαξίωση του νεκρού, αλλά και η προσπάθεια αποδόμησης της σχέσης των γονιών με το παιδί τους, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της «δουλειάς» αυτών των δικηγόρων. Τρανό παράδειγμα, η εξέταση της μητέρας του Βασίλη, μ’ έναν από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων να τη ρωτά αν μετά τις 14/6/2020 που τον είδε στο νοσοκομείο και μέχρι τον θάνατο του ένα μήνα αργότερα (13/7/2020) τον είχε ξαναδεί. Η μητέρα απάντησε «Μα είναι δυνατόν να μου γίνεται τέτοια ερώτηση;», προσθέτοντας ότι φυσικά τον έβλεπε κάθε μέρα. Τότε ο δικηγόρος, κραδαίνοντας ένα χαρτί, άρχισε να φωνάζει: «Ορίστε η κατάθεση που κάνατε στις 11/11/2021, καταθέτετε ενυπογράφως ότι δεν τον ξαναείδατε»!

Είναι μια γνωστή τακτική δικηγόρων, να επιτίθενται με ύπουλο και τραμπούκικο τρόπο με πολλαπλά ερωτήματα, επιχειρώντας να σαστίσουν την ερωτώμενη, που βρισκόταν σε κατάσταση ακραίας σωματικής και ψυχολογικής κόπωσης λόγω των επαναλαμβανόμενων ερωτήσεων επί 8 ώρες, αλλά και της συναισθηματικής φόρτισης. Παρ’ όλα αυτά η μητέρα αρνήθηκε ότι είχε κάνει τέτοια κατάθεση. Όταν γύρισαν στο σπίτι τους, οι γονείς έψαξαν στην τεράστια δικογραφία των 800 σελίδων την κατάθεσή της: δεν υπήρχε σε κανένα σημείο τέτοια ερώτηση, ούτε φυσικά τέτοια απάντηση. Βρήκαν όμως την κατάθεση μιας παρευρισκόμενης στο συμβάν, ότι είδε το θύμα τη συγκεκριμένη μέρα, και όταν ο ανακριτής τη ρώτησε αν τον ξαναείδε, αυτή απάντησε αρνητικά. Τελικά ο συνήγορος, όχι από τσίπα αλλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είπε ότι… του μπέρδεψαν τα χαρτιά του!

Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν τους υπερασπιστές είναι αν τα 6-7 σπασμένα πλευρά του Βασίλειου έσπασαν κατά τη σύλληψή του ή κατά την παραμονή του στο αστυνομικό τμήμα του Βόλου. Ζήλεψαν φαίνεται εκείνο το γελοίο ερώτημα, αν οι νεκροί του Πολυτεχνείου δολοφονήθηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο ή έξω απ’ αυτό. Ο βασανιστής, είτε βαράει στην ταράτσα τον Ανδρέα, είτε στον δρόμο ή στο τμήμα τον Βασίλη, βασανιστής είναι. Είναι ένας εν δυνάμει δολοφόνος, ακόμα κι αν δεν υπάρξει νεκρός. Γι’ αυτό το λόγο τέτοιοι τύποι θα πρέπει να τιμωρούνται ως δολοφόνοι – ειδικά αυτοί που τους πληρώνουμε από το αίμα μας για να μας παρέχουν ασφάλεια. Διότι, ενώ η διαμαρτυρία είναι ιερό και δημοκρατικό δικαίωμα του κάθε πολίτη, το μόνο που κάνουν αυτοί είναι να καταντάνε πραιτοριανοί της εκάστοτε εξουσίας.

Σημειωτέον ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι αστυνομικοί παραμένουν στο «σώμα» και πληρώνονται κανονικά από τον ελληνικό λαό. Μάλιστα έγινε γνωστό ότι ένας απ’ αυτούς συμμετείχε, πριν 15 μέρες, στην καταδρομική ομάδα που έκανε έφοδο στη Λέσχη Εργαζομένων Βόλου (όπου συστεγάζεται ο Συντονισμός Συλλογικοτήτων Βόλου Ενάντια στην Καύση Σκουπιδιών). Εκεί ο συγκεκριμένος προκαλούσε και τραμπούκιζε κόσμο, ενώ την επόμενη μέρα καθόταν στο εδώλιο στο δικαστήριο Καρδίτσας!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!