Ω, χαμηλώστε αυτό το φως…
Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια!
Ποιος ξέρει: ο ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάει
κι αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθεί, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή,
μου παρατήσαν οι λυγμοί∙
το στήθος κουρασμένο.
Πάρτε το φως! Είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.
Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά,
να σκύψει κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.
Πάρτε το φως! Είναι η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ…
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
Μου αρνιέται την ψυχή μου…
Και τώρα…
Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι όλα μου λείψαν
κι έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.
Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι, κι ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτε δεν εταίριασε στην εξαισία γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.
Τώρα προφητικά σημαίνει η μυστική καμπάνα
του Δείπνου. Ο Μέγας Φίλος μου μηνά τη θέλησή του
ναρθεί. Κι αν πάντοτε έλειπεν, όμως μες στην καρδιά μου
άξια της πίστης μου έφεγγε, τρισάξια η θύμησή του.
Για τη μεγάλη αναμονήν ετοιμασία θ’αρχίσω.
Ζωντάνεψε στις φλέβες μου η ευγενική γενιά μου.
Τα χέρια μου της προσευχής, έτοιμα να συντρίψουν.
Φραγγέλιο η ασυμβίβαστη, περήφανη απονιά μου.
Κι έτσι θα νιώσω, με σεμνά χαμηλωμένα μάτια,
να πέφτει από το βάθρο του κι ένας θεός ωραίος
που εύκολα με ψαλμούς λατρείας βασίλεψε και μένει
ακόμα λαμπροστέφανος κι ανύποπτα μοιραίος.
Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστική η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρύζει
πιο γρήγορο, στον πόθο της, η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν την πίστεψεν Αυτός που τη γνωρίζει.






































































