Η 50χρονη θανατοποινίτισσα Κρίστα Πάικ επέζησε από μια αποτυχημένη εκτέλεση στο Τενεσί, και πολύ στενοχωρήθηκε η θεοσεβούμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ. Διότι και ρεζίλι έγινε, και δεν ξέρει τι να κάνει με την επιζήσασα. Ευτυχώς, ο μεθύστακας υπουργός Πολέμου Χέγκσεθ, που στα νιάτα του διέπρεψε ως δεσμοφύλακας στο Γκουαντάναμο, ενώ αργότερα έβαλε χέρι και στο ταμείο οργάνωσης βετεράνων, είχε μια φαεινή ιδέα.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίος αντιπερισπασμός να πραγματοποιηθεί δημόσια (και επιπλέον να προβληθεί στο Διαδίκτυο με live streaming) η εκτέλεση του παράλυτου θανατοποινίτη Νιντάλ Χασάν, πρώην ταγματάρχη του στρατού των ΗΠΑ, ο οποίος το 2009 άνοιξε πυρ σε στρατόπεδο στο Τέξας και σκότωσε εν ψυχρώ 13 στρατιωτικούς διότι ήταν αντίθετος με την επέμβαση στο Αφγανιστάν.
Για κάποιο περίεργο λόγο, όμως, ακόμη και εξέχοντες Ρεπουμπλικάνοι βρήκαν την ιδέα του υπουργού Πολέμου «κάτι παραπάνω από αηδιαστική» (γερουσιαστής Τομ Τίλις), «μέθοδο που χρησιμοποιούν τζιχαντιστικές οργανώσεις» (βουλευτής Όστιν Σκοτ), «πράξη που υποβαθμίζει και διαβρώνει την κοινωνία μας» (γερουσιαστής Τζον Κέρτις) κ.ο.κ.
Αλλά γιατί να μην γίνει δημόσιο θέαμα μια εκτέλεση σε μια υπερδύναμη που με γκανγκστερικό τρόπο έχει μετατρέψει σε Φαρ Ουέστ όλη την υφήλιο; Και της οποίας ο πρόεδρος διακηρύττει «θα κάνω ό,τι θέλω επειδή μπορώ»; Εύλογα ο Τραμπ είχε σπεύσει να δηλώσει ότι «στηρίζει απολύτως» την ιδέα του Χέγκσεθ.
Έτσι κι αλλιώς η «δικαιοσύνη» των ΗΠΑ φημίζεται για τον βάρβαρο και ταξικά και φυλετικά προκατειλημμένο χαρακτήρα της. Στις ΗΠΑ υπάρχουν σχεδόν 2 εκατομμύρια φυλακισμένοι (το 70% όχι λευκοί), που κοστίζουν το ιλιγγιώδες ποσό των 445 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως – όχι βέβαια για να καλοπερνούν οι κρατούμενοι, αλλά για να πλουτίζουν οι μέτοχοι των ιδιωτικών φυλακών.
Τελικά όμως ο Τραμπ είδε τις σχετικές δημοσκοπήσεις και, καθότι πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, άλλαξε γνώμη: η εκτέλεση του παράλυτου δεν θα είναι δημόσια, όπως ήθελαν οι διεστραμμένοι τύπου Χέγκσεθ.
Στενοχωρημένος κι ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος από αυτήν την αναποδιά, ξέσπασε βρίζοντας για άλλη μια φορά τους «διαφωνούντες» δημοσιογράφους. Ταυτόχρονα απείλησε εκ νέου το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ως θεσμό συνολικά, και κάθε δικαστή προσωπικά), διότι έχει το θράσος να κατηγορεί για γενοκτονία τον Νετανιάχου. Το ΔΠΔ ήταν ανεκτό μόνο όσο δίωκε αποκλειστικά αντιπάλους των ΗΠΑ.






































































