του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, λίγο πριν την κατάρρευση του εκδοτικού οργανισμού του πρωτουργού Γιώργου Κοσκωτά, εμφανίστηκε το περιοδικό Κλικ και, κοπιάροντας αδασμολόγητα υποδείγματα, άλλαξε δια παντός το τοπίο της ενημέρωσης στην Ελλάδα. Ο χαρισματούχος διευθυντής του, εκτός από εραστής της συζύγου του εκδότη, είχε προϋπηρεσία στη λεβεντογέννα ΠΑΣΠ και στη σοσιαλιστική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επέστρεψε στην Ελλάδα με ομολογημένη φιλοδοξία να ξεβλαχέψει τους Έλληνες. Και νομίζω ότι τα κατάφερε περίφημα, αφού τη λασπουριά που είχε ήδη γεωργήσει ο «σοσιαλιστικός μετασχηματισμός» των πασόκερς, τη διήλθε αβρόχοις ποσίν και κομψευόμενος. Έκτοτε, η φραγκάτη ξιπασιά, ο λιγούρικος ηδονισμός, η εκφραστική δηθενιά, ο αυθάδης καταναλωτισμός και ο αναίσχυντος κωλοπαιδισμός, επικουρούμενοι από ρηξικέλευθα ερωτηματολόγια (λ.χ. «Πόσο βλάχος είστε;») εντάχθηκαν σε διαφορετικές δόσεις και δοσολογίες στην ελληνική δημοσιογραφία.

Οι Έλληνες, πράγματι, σταμάτησαν να είναι βλάχοι κι έγιναν, όπως ο, κατά δήλωσή του «μαλάκας», διευθυντής του ως άνω περιοδικού, απλώς μαλάκες που άφησαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην εποπτεία ολιγαρχών, που μόνο τον καημό της ενημέρωσης δεν είχαν κατά νου να θεραπεύσουν. Τα ΜΜΕ έγιναν ένας (ζημιογόνος αλλά απαραίτητος) πολιορκητικός κριός που σπρώχνει τις λοιπές (αλλά όχι κι ανεπίληπτες) επιχειρηματικές ενασχολήσεις τους. Και κοντά στα εκατοντάδες εκατομμύρια με τα οποία οι εκάστοτε Κυβερνήσεις και φορείς πετσώνουν τα ΜΜΕ για λόγους… στήριξης, επικοινωνίας, προβολής και δημοσίων σχέσεων (ακόμα κι όσα κάνουν χρήση του ραδιοτηλεοπτικού αέρα που ακόμη λογίζεται δημόσιο αγαθό), πρέπει να λογαριάσουμε και τα διαφημιστικά γραφεία που απαγορεύουν θέματα που θίγουν τους πελάτες τους, στρογγυλεύουν διατυπώσεις και, εντέλει, κατατάσσουν με σταθερότητα την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ε.Ε. σχετικά με τη δημοσιογραφική ελευθερία (RSF, Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα).

Το λειτούργημα του δημοσιογράφου έχει απολέσει το κύρος του. Οι αναγνώστες εισπράττουν ότι οι περισσότεροι, όντας εξωνημένοι, δεν κάνουν τη δουλειά τους: δεν ελέγχουν, δηλαδή, τις εξουσίες, αλλά χαριεντίζονται μαζί τους

Η απαξίωση της δημοσιογραφίας οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων και στροφή σε ιστοσελίδες που με το σχετικά μικρό κόστος συντήρησής τους θα είχαν, υποτίθεται, μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Οι αστόχαστες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν δεν άργησαν να διαψευστούν. Αντί για προαγωγή της ελευθεροτυπίας, είχαμε έναν έκδηλο κατακερματισμό της. Ο καθένας μπορεί να λέει (και να γράφει) την παρόλα του, αλλά αυτή, μέσα στο χάος του διαδικτύου, ακόμα κι αν βρει τον αποδέκτη της, θα τον βρει εξουθενωμένο από την πολλή πληροφορία. Άλλωστε, κι εδώ είναι παρόντες οι «όμιλοι», ελέγχοντας όχι μόνο τη διαπραγμάτευση των θεμάτων, αλλά την ίδια τη θεματολογία ‒ μπορεί να μην ξέρεις πώς θα βγάλεις τον μήνα, αλλά τις αμοιβές του Καρβέλα, θες δεν θες, θα τις μάθεις.

Δείτε με τι αμηχανία και διακριτικότητα αντιμετώπισε η εγχώρια ενημέρωση το πρόσφατο δημοσίευμα της Wall Street Journal. Δεν διάβασαν τίποτα για «μεσάζοντες» που προωθούν συγκεκριμένα συμφέροντα ‒ δεν τόλμησαν καν την αντιγραφή των ονομάτων τους! Οι δημοσιογράφοι, αν θέλουν να συνεχίσουν να εργάζονται σαν τέτοιοι, αφού κάνουν γαργάρα τη δεοντολογία, θα πρέπει να αποδεχτούν την ύπαρξη απαγορευμένων ζωνών ‒ κάποια ζητήματα και κάποια πρόσωπα βρίσκονται υπεράνω. Το χειρότερο όμως δεν είναι η εργοδοσία να λογοκρίνει την εργασία ενός δημοσιογράφου. Το χειρότερο είναι ο ίδιος να προσέρχεται σε αυτή αυτολογοκρινόμενος! Κανένας δεν μπορεί να κρίνει κάποιες εταιρίες [λόγου χάριν (παρα)τραπεζικές, τηλεπικοινωνιακές ή «στοιχηματικές»], ή να θυμίσει ότι τα 140 εκατομμύρια που κατέλειπε ο Γιώργος Τράγκας στους κληρονόμους του προέρχονται από ΜΜΕ, αλλά όχι από τις ισχνές πωλήσεις τους.

Γι’ αυτό και το λειτούργημα του δημοσιογράφου έχει απολέσει το κύρος του. Οι αναγνώστες εισπράττουν ότι οι περισσότεροι, όντας εξωνημένοι, δεν κάνουν τη δουλειά τους: δεν ελέγχουν, δηλαδή, τις εξουσίες, αλλά χαριεντίζονται μαζί τους. Στην καθομιλουμένη μάλιστα αναφέρονται σε αυτούς χρησιμοποιώντας το αρκτικόλεξο ΑΡΔ (Αλήτες – Ρουφιάνοι – Δημοσιογράφοι). Ο ελέφαντας, τουτέστιν, είναι από καιρό μέσα στο δωμάτιο, και σίγουρα δεν θα φύγει επειδή εμείς παριστάνουμε πως δεν τον βλέπουμε.

Όταν ήμουν νέος (και αθώος) είχα λαχταρήσει ένα μέσο ενημέρωσης που δεν θα έκανε εκπτώσεις. Είχα λαχταρήσει ένα έντυπο που θα στέγαζε ανθρώπους που θα τους διέκρινε η επάρκεια και το ήθος. Δεν το κατάφερα. Όμως δεν σταμάτησα να ελπίζω πως σεβνταλήδες της προκοπής θα δημιουργήσουν ένα μέσο που σαν πρωταρχικό σκοπό του θα έχει να ξαναβλαχέψει τους Έλληνες – μήπως και σταματήσουμε να καταπίνουμε αμάσητες τις παπάτζες της mainstream εξημέρωσης.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!