Οι εικόνες προληπτικής καταστολής των αντιφασιστικών κινητοποιήσεων στη Θεσσαλονίκη μιλούν από μόνες τους. Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, στη Θεσσαλονίκη, στήθηκε μια πολιτική πρόκληση. Ο καταδικασμένος για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή Ηλίας Κασιδιάρης αφέθηκε ανενόχλητος να πραγματοποιήσει την προεκλογικού χαρακτήρα συγκέντρωση οπαδών του σε ξενοδοχείο της πόλης, την ίδια στιγμή που η αστυνομία φρόντισε να απαγορεύσει κάθε άλλη συγκέντρωση σε μεγάλο τμήμα του κέντρου. Όσοι ανταποκρίθηκαν στα καλέσματα εργατικών σωματείων, φοιτητικών συλλόγων και αντιφασιστικών οργανώσεων βρέθηκαν μπροστά σε αστυνομικούς φραγμούς, χημικά και βία. Έξι άνθρωποι προσήχθησαν για να αφεθούν ώρες αργότερα ελεύθεροι. Δεν μιλάμε για καταστολή κάποιας αιφνιδιαστικής κινητοποίησης αλλά για ανακοινωμένα επίσημα καλέσματα συλλογικοτήτων και φορέων της πόλης που αντιμετωπίστηκαν με μια γενικευμένη απαγόρευση αντί για εγγυήσεις ασφαλούς άσκησης του δικαιώματος στη συνάθροιση.

Είναι ξεκάθαρα τα δύο μέτρα και δύο σταθμά. Από τη μια, μια εκδήλωση που, σύμφωνα με τηλεοπτικό ρεπορτάζ, συνοδεύτηκε ακόμη και από ναζιστικούς χαιρετισμούς, με την παρουσία 150-200 οπαδών του Κασιδιάρη. Από την άλλη, βίαιη καταστολή εκείνων που διαμαρτύρονταν. Και όλα αυτά την ημέρα που η χώρα τιμά το «Όχι» στον φασισμό.

Εκ των υστέρων ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης επικαλέστηκε την απάντηση των δικαστικών αρχών ότι δεν μπορούσε να απαγορευτεί συνάθροιση σε ιδιωτικό, κλειστό χώρο. Η νομική διάκριση μπορεί και να υπάρχει. Δεν εξηγεί, όμως, γιατί η κυβέρνηση επέλεξε να αντιμετωπίσει τη δημόσια αντιφασιστική διαμαρτυρία ως απειλή προς εξουδετέρωση. Ούτε απαντά για την αναλογικότητα της αστυνομικής βίας. Η πολιτική ευθύνη δεν μεταβιβάζεται με μια επίκληση στον νόμο. Δεν είναι υποχρεωμένη η κοινωνία να αποδεχθεί ότι το μόνο διαθέσιμο εργαλείο για την αποφυγή επεισοδίων είναι η απαγόρευση και οι διμοιρίες των ΜΑΤ.

Προεκλογικές σκοπιμότητες

Υπάρχει, ωστόσο, και το εκλογικό παρασκήνιο. Δημοσιεύματα περιγράφουν εσωτερικές μετρήσεις και διαρροές από κυβερνητικούς κύκλους, που υπολογίζουν πως ένας σχηματισμός με τη στήριξη Κασιδιάρη θα μπορούσε να πιέσει τον Σαμαρά, τον Βελόπουλο και τη Λατινοπούλου, περιορίζοντας τις απώλειες της Ν.Δ. προς τα δεξιά. Είναι αυτές οι διαρροές που καλλιεργούν μάλιστα εικόνα ισχυρής δυναμικής, που φουσκώνουν τις μικρές σε πλήθος συγκεντρώσεις του Κασιδιάρη, που κανονικοποιούν την παρουσία του στα πολιτικά πράγματα της χώρας, ανεξάρτητα από το κατά πόσον τα δημοσκοπικά μεγέθη θα μεταφραστούν ποτέ σε πραγματική ψήφο.

Όλοι γνωρίζουν ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο θέτει σοβαρά εμπόδια στην κάθοδο σχηματισμού με πραγματικό αρχηγό καταδικασμένο για εγκληματική οργάνωση. Η τελική απόφαση ανήκει στον Άρειο Πάγο. Είναι συνεπώς πιθανό ο Κασιδιάρης (παρά το σπρώξιμο από ολιγάρχες όπως ο Γιαννακόπουλος και μεγιστάνες όπως ο Μασκ) να λειτουργεί σήμερα ως δημοσκοπικός «κόφτης», ακόμη κι αν τελικά δεν εμφανιστεί στην κάλπη. Το κυνικό στοιχείο αυτής της λογικής είναι πως η εξάπλωση των τοξικών ιδεών του λογίζεται ως ανεκτό κόστος, εφόσον εξυπηρετούνται πρόσκαιροι εκλογικοί υπολογισμοί.

Στόχος ο «εχθρός λαός»

Το ουσιαστικότερο, ωστόσο, βρίσκεται πέρα από τους μικροπολιτικούς υπολογισμούς. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιάζει να επενδύει ολοένα περισσότερο στη θωράκιση του καθεστώτος απέναντι στην κοινωνική αμφισβήτηση. Στόχος δεν είναι μόνο να διαλυθεί μία πορεία, αλλά να εμπεδωθεί ότι κάθε κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Η δεξιά της Ν.Δ. εγκολπώνει την ατζέντα νόμου και τάξης, φιλοδοξώντας να προσελκύσει και μέρος της ακροδεξιάς ψήφου (την ώρα που η πραγματική ανομία και το έγκλημα δρουν ανενόχλητα ή και σε αγαστή συνεργασία με τις θεσμικές αρχές). Απαγορεύσεις συναθροίσεων, αστυνομικές επιχειρήσεις, περιορισμός του δημόσιου χώρου, πειθάρχηση της διαμαρτυρίας και προσπάθεια ελέγχου της ενημέρωσης και της δημόσιας ατζέντας συνθέτουν μια επικίνδυνη πραγματικότητα που τείνει να εμπεδωθεί ως κανονικότητα.

Πίσω από τις επικλήσεις στη σταθερότητα μένουν αναπάντητες οι πραγματικές αγωνίες. Ακρίβεια, εργασία, στέγη, εθνική αξιοπρέπεια, δημόσια υγεία και παιδεία, ανασφάλεια για το αύριο. Η καταστολή και ο φόβος γίνονται χρήσιμη διέξοδος για ένα καθεστώς που αδιαφορεί για τα πραγματικά προβλήματα και αδυνατεί να τιθασεύσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αυτό είναι το βαθύτερο δημοκρατικό κενό. Ο φασιστικός κίνδυνος χρησιμοποιείται ως άλλοθι, ως εκλογικό εργαλείο ή ως φόβητρο, την ώρα που ο πραγματικός αντίπαλος της εξουσίας, η αγωνιζόμενη κοινωνία, αντιμετωπίζεται ως «εσωτερικός εχθρός».


Πανευρωπαϊκό φλερτ ακραίου κέντρου-δεξιάς με την ανερχόμενη ακροδεξιά

Γίνεται φανερή πια μια ευρωπαϊκή μετατόπιση. Το λεγόμενο «ακραίο κέντρο», που επί χρόνια επικαλούνταν τον φασιστικό κίνδυνο για να στοιχίζει προοδευτικούς ψηφοφόρους πίσω από τις κυβερνήσεις του, αναζητά πλέον τρόπους συνύπαρξης με την ανερχόμενη ακροδεξιά (με τις ευλογίες και της ηγεσίας Τραμπ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού). Το περιβόητο «δημοκρατικό μέτωπο» δεν εξαφανίστηκε, αλλά γίνεται ολοένα πιο επιλεκτικό. Χρήσιμο για να εκβιάζεται η ψήφος της Αριστεράς και των δημοκρατικών πεποιθήσεων πολιτών, αναλώσιμο όταν οι συσχετισμοί απαιτούν δεξιότερες πλειοψηφίες.

Η Ιταλία προσφέρει το πιο καθαρό παράδειγμα. Η Τζόρτζια Μελόνι, προερχόμενη από τον μεταφασιστικό χώρο, δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ανεπιθύμητη εξαίρεση, αλλά ως κανονική συνομιλήτρια της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Η συνεργασία της με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αποτυπώνει πόσο γρήγορα μπορεί να μετακινηθεί το όριο του «αποδεκτού», όταν υπάρχει συμφωνία σε βασικές στρατηγικές επιλογές.

Στην Ισπανία, το Λαϊκό Κόμμα δεν περιορίστηκε σε διακριτικά ανοίγματα προς το Vox. Διαμόρφωσε πανισπανικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης και προχώρησε σε κυβερνητικές συμφωνίες μαζί του σε τέσσερις περιφέρειες. Στη Γερμανία, το «τείχος» απέναντι στην AfD παραμένει επισήμως, αλλά δοκιμάζεται από κοινές ψηφοφορίες και εσωκομματικές πιέσεις. Στο Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα αξιοποιεί κατά περίπτωση τις ψήφους της άκρας δεξιάς, ακόμη κι όταν διακηρύσσει πως την αποκλείει.

Στη Γαλλία η αντίφαση γίνεται οξύτερη. Ενώ η νεολαία και οι εργαζόμενοι κινητοποιούνται για την παιδεία και το κόστος ζωής, το κυβερνητικό στρατόπεδο στοχοποιεί την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν. Η Λεπέν συντάσσεται με τη ρητορική «νόμου και τάξης», την ώρα που επιχειρηματικά επιτελεία ανοίγουν διαύλους με τον Εθνικό Συναγερμό. Έχουμε μπροστά μας μια ξεκάθαρη πολιτική μετατόπιση των ελίτ της Ευρώπης, με την ακροδεξιά να αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως δυνητικός διαχειριστής, ενώ η κοινωνική εξέγερση αναγνωρίζεται ως απειλή για τη σταθερότητα και τη «δημοκρατία».

Η μετατόπιση δεν οφείλεται σε κάποια ξαφνική ιδεολογική μεταστροφή της ευρωπαϊκής δεξιάς. Συνδέεται με την αναζήτηση νέων κοινωνικών και κοινοβουλευτικών στηριγμάτων, καθώς οι πολιτικές λιτότητας, η υποβάθμιση της πρόνοιας και οι σχεδιασμοί πολεμικής οικονομίας συναντούν αντιστάσεις ή γενικευμένη δυσφορία. Η ακροδεξιά μπορεί να διαθέτει αντισυστημική ρητορική, αλλά σε κρίσιμες στιγμές προσφέρει τη χρήσιμη ατζέντα που ζητά η κυρίαρχη πολιτική, με έμφαση στην τάξη, στους αποκλεισμούς και στην εθνική και κοινωνική πειθάρχηση.

Κοινό έδαφος των ελίτ και της ακροδεξιάς αποτελεί η προτεραιότητα στην ασφάλεια, η στρατιωτικοποίηση της ευρωπαϊκής ατζέντας, η πολεμική προετοιμασία, η πειθάρχηση των κοινωνιών. Οι συγκυριακές διαφορές τους, ακόμη και για τον πόλεμο, δεν ακυρώνουν αυτή τη σύγκλιση. Αυτή είναι η μορφή που παίρνει η «Δημοκρατορία» στην Ευρώπη. Κρατά (για πόσο ακόμη;) το θεσμικό κέλυφος την ώρα που αδειάζει την πολιτική λειτουργία από κάθε δημοκρατικό περιεχόμενο.


Ποιος αντιφασισμός;

Ο «αντιφασισμός» των ευρωπαϊκών ελίτ όρισε για χρόνια ως στόχο την καταγγελία του «λαϊκισμού» και του «εθνολαϊκισμού». Στο στόχαστρό του δεν βρέθηκαν οι υπαρκτοί ακροδεξιοί μηχανισμοί, αλλά η ίδια η κοινωνική δυσαρέσκεια, κάθε μη ελεγχόμενη λαϊκή διεκδίκηση. Η θεωρία των «δύο άκρων» πρόσφερε την αναγκαία γέφυρα με τον φασισμό και την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση να εμφανίζονται ως ισοδύναμες απειλές για τη «σταθερότητα».

Αυτός ο συστημικός στην ουσία του «αντιφασισμός» συσκότισε μια σειρά από ουσιαστικότατα ερωτήματα. Ποιος εκτρέφει την ακροδεξιά; Ποιος διέλυσε εργασιακές βεβαιότητες, αποσάθρωσε συλλογικούς δεσμούς, υποβάθμισε τη δημοκρατία σε εκλογική ανάθεση και παρέδωσε την οργή σε όσους εμπορεύονται εθνικισμό (πάντα υπέρ των ισχυρών κρατών –όπως έδειξε το μέτωπο υπέρ του γενοκτόνου Ισραήλ– και όχι των καταπιεσμένων εθνών-λαών) και μίσος (για τους αδύναμους);

Η σημερινή κατασταλτική στροφή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Από τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και τους περιορισμούς του υγειονομικού απαρτχάιντ της πανδημίας έως τον ασφυκτικό έλεγχο των ΜΜΕ και της ενημέρωσης, δοκιμάστηκαν και συνεχίζουν να δοκιμάζονται μηχανισμοί επιτήρησης, αποκλεισμών και πειθάρχησης.

Τώρα, ο φασισμός και ο πόλεμος προβάλλουν ως δίδυμες απειλές, ενώ η πολεμική οικονομία απαιτεί ακόμη περισσότερη κοινωνική υπακοή. Ο πραγματικός αντιφασισμός δεν μπορεί να είναι κρατικό πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Είναι αγώνας για δημοκρατία, δικαιώματα, κοινωνική χειραφέτηση και λαϊκή κυριαρχία. Τα περιεχόμενα του σύγχρονου αντιφασισμού έχουν στο επίκεντρο τη δημοκρατία, κόντρα στη Δημοκρατορία των ελίτ, κόντρα στον αυταρχισμό και το βούλιαγμα του κόσμου όλου στον πολεμικό βούρκο, κόντρα στην εμπέδωση των ανισοτήτων και τα πειράματα των προφητών της αέναης τεχνολογικής επιτάχυνσης, κόντρα στην καταστροφή της φύσης και την απαξίωση της ίδιας της ζωής.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!