Την περασμένη Παρασκευή πέθανε η Ίμμα. Πλήρες όνομα, Ιμμακουλάδα Γκράσια Μόνχε. Γεννηθείσα στην Καταλονία το 1944. Ενηλικιώθηκε στους αγώνες εναντίον της δικτατορίας του Φράνκο, εξελίχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ. Ισπανίας (Διεθνές), κι έπειτα εντάχθηκε στην Πατριωτική Αριστερά της Χώρας των Βάσκων. Ήταν από τους ανθρώπους που ποτέ δεν μπορούσαν να «κάτσουν ήσυχα». Δοτική σε ακραίο βαθμό, αλληλέγγυα προς όλους τους καταδιωγμένους, βαθιά πεισμένη για το δίκαιο των αγώνων υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής χειραφέτησης, τρυφερή και ταυτόχρονα απαιτητική με τους συντρόφους και τους φίλους της. Τέρας σεμνότητας, ποτέ δεν μιλούσε για την προσωπική της δράση, και είχε αφήσει αυστηρή οδηγία στη βασκική κομμουνιστική συλλογικότητα Boltxe, στην οποία δραστηριοποιούνταν τα τελευταία χρόνια, «να μην γίνει καμία τιμητική ή δημόσια εκδήλωση όταν θα έφευγε»…
Δυο-τρία χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ζωής της: Το 1978, όντας φυλακισμένη από το μεταφρανκικό, δήθεν δημοκρατικό ισπανικό κράτος, έκανε μαζί με τη συντρόφισσά της Ροσάουρα Μαρτίνεθ Γκερέρο μια απεργία πείνας που διάρκεσε σχεδόν δύο μήνες και την έφερε στα πρόθυρα του θανάτου. Αιτία ήταν η δολοφονία, από τους δεσμοφύλακες, του επίσης φυλακισμένου νεαρού αναρχικού Αγκουστί Ρουέδα. Η τότε κυβέρνηση του Αντόλφο Σουάρεθ αποφάσισε να την αποφυλακίσει ώστε να μην χρεωθεί τον θάνατό της, επιβάλλοντάς της –για να τηρήσει τα προσχήματα– εγγύηση 50.000 πεσετών. Η Ίμμα αρνήθηκε την εγγύηση και συνέχισε την απεργία πείνας. Απελευθερώθηκε άνευ όρων λίγες μέρες αργότερα. Πριν καν αναρρώσει, ξανάρχισε την πολιτική της δράση. Μετά τη δολοφονία ενός 16χρονου διαδηλωτή, τέθηκε επικεφαλής μιας επίθεσης με μολότοφ εναντίον στρατοπέδου της «Ένοπλης Αστυνομίας» (κατάλοιπου της φρανκικής δικτατορίας) στη Βαρκελώνη. Στα τέλη του 1978 συνελήφθη ξανά. Σ’ αυτή τη δεύτερη «θητεία» της στη φυλακή ήρθε σε επαφή με Βάσκους πολιτικούς κρατούμενους και εντάχθηκε στην Πατριωτική Αριστερά.

Συνελήφθη τρίτη φορά το 1985 για «διοργάνωση παράνομης συνάθροισης», προφυλακίστηκε, αλλά τελικά αθωώθηκε. Στα άνυδρα χρόνια του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1990, όπου σπάνιζαν οι κινητοποιήσεις, περνούσε τις ελεύθερες ώρες της διαβάζοντας ιστορία και φιλοσοφία, και αλληλογραφώντας με δεκάδες πολιτικούς κρατούμενους. Από τα τέλη του περασμένου αιώνα ξανάρχισε μια πολύ πιο εντατική πολιτική δραστηριότητα. Όταν η Πατριωτική Αριστερά υιοθέτησε «πραγματιστική» γραμμή, η Ίμμα σταδιακά αποστασιοποιήθηκε, και άρχισε να δουλεύει με τη συλλογικότητα Boltxe. Πέραν αυτών, πάντα προσπαθούσε να είναι αλληλέγγυα με χρήσιμο τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι, από το 2023 και μέχρι να ασθενήσει βαριά, έστελνε σε εκατοντάδες ανθρώπους ανά την υφήλιο μια λεπτομερή καθημερινή καταγραφή των όσων συνέβαιναν στη Μέση Ανατολή, αναλύσεις δικές της και άλλων, καθώς και τις ανακοινώσεις όλων των οργανώσεων της αντίστασης από την Παλαιστίνη, τον Λίβανο και την Υεμένη.
Σε ένα από τα τελευταία μηνύματά της έγραφε πως της άρεσε η ανακοίνωση της ΚΟΕ για την επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, κι ότι την έχει μεταφράσει στα ισπανικά και στα βάσκικα, και συνέχιζε: «Η υγεία μου είναι γενικά καλή, αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαι πια γριά, τα τελευταία δύο χρόνια το νιώθω έντονα. Είναι τρομερό αυτό το γήρας! Κάθε φορά μπορείς να κάνεις όλο και λιγότερα πράγματα, επειδή το σώμα σου δεν αντέχει. Μου είναι δύσκολο πλέον ακόμα και να ολοκληρώσω μια διαδήλωση, τέτοιο αίσχος! Αλλά δεν θα κλειστώ στο σπίτι, θα εξακολουθήσω να βγαίνω στους δρόμους»… Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Ίμμα, που θα λείψει πολύ σε πολλούς.
Ε.Φ.





































































