Για όγδοη ημέρα συνεχίζονται οι πανελλαδικές κινητοποιήσεις των επαγγελματιών αλιέων, με δεμένα καΐκια, αποκλεισμούς λιμανιών και ιχθυοσκαλών και έντονες διαμαρτυρίες για την οικονομική ασφυξία που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Από τον Πειραιά και τη Νέα Μηχανιώνα μέχρι τα Χανιά, οι ψαράδες επιχειρούν να αναδείξουν τα συσσωρευμένα προβλήματα που απειλούν την επιβίωσή τους. Στις κινητοποιήσεις περιλαμβάνονται αποκλεισμοί της πύλης Ε1 στον Πειραιά και ιχθυοσκαλών, και παρεμπόδιση εκφόρτωσης εισαγόμενων αλιευμάτων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το εκρηκτικό κόστος των καυσίμων, που καθιστά ασύμφορη ακόμη και την έξοδο των σκαφών στη θάλασσα. Οι αλιείς ζητούν ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους, οικονομική στήριξη, αποζημιώσεις για καταστροφές στον εξοπλισμό από θαλάσσια θηλαστικά, αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού, διάθεση ευρωπαϊκών κονδυλίων και μέτρα προστασίας της επαγγελματικής αλιείας.
Η κυβερνητική απάντηση, με την ανακοίνωση διπλασιασμού της επιδότησης στο αλιευτικό πετρέλαιο, προκάλεσε την οργή των επαγγελματιών, που κάνουν λόγο για «κοροϊδία». Οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται, καθώς τα κυβερνητικά μέτρα δεν απαντούν στο πραγματικό μέγεθος της κρίσης, ούτε στα ευρύτερα αιτήματα του κλάδου.
Κοινά προβλήματα του πρωτογενούς τομέα
Η κρίση της ελληνικής αλιείας δεν είναι αποκομμένη από όσα συμβαίνουν συνολικά στην πρωτογενή παραγωγή. Αγρότες, κτηνοτρόφοι και αλιείς βρίσκονται αντιμέτωποι με την ίδια οικονομική μέγγενη: εκτίναξη του κόστους παραγωγής, συμπίεση των εισοδημάτων, αυξανόμενος ανταγωνισμός από εισαγόμενα προϊόντα, και πολιτικές που αφήνουν τους μικρούς παραγωγούς όλο και πιο απροστάτευτους.
Στην αλιεία προστίθενται οι αυξανόμενες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για ηλεκτρονική καταγραφή, παρακολούθηση των σκαφών και ελέγχους, που συνεπάγονται πρόσθετα βάρη, ιδιαίτερα για τους μικρούς παράκτιους επαγγελματίες. Η αναγκαία προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό οικονομικού αποκλεισμού τους.
Υπάρχει και μια πρόσθετη, εθνική διάσταση. Η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών (βιομηχανικής κλίμακας), οι καταγγελίες για παραβιάσεις ελληνικών χωρικών υδάτων και η πίεση στα αλιευτικά αποθέματα δημιουργούν συνθήκες άνισου ανταγωνισμού. Την ώρα που οι Έλληνες ψαράδες καλούνται να συμμορφώνονται με ολοένα αυστηρότερους κανόνες, παραμένουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματική προστασία της αλιευτικής δραστηριότητας στις ελληνικές θάλασσες.
Η ελληνική αλιεία σε αριθμούς
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της ευρωπαϊκής βάσης EUMOFA αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης και τις βαθύτερες αλλαγές που συντελούνται στον κλάδο:
- Η Ελλάδα διέθετε το 2024 περίπου 11.450 αλιευτικά σκάφη, έναν από τους μεγαλύτερους στόλους της Ε.Ε. αριθμητικά. Το 93,6% αυτών έχει μήκος κάτω των 12 μέτρων. Πρόκειται κυρίως για μικρές παράκτιες επαγγελματικές δραστηριότητες.
- Από 81.920 τόνους το 2019, η καταγεγραμμένη παραγωγή μειώθηκε στους 54.708 τόνους το 2024. Πρόκειται για υποχώρηση 33,2% μέσα σε πέντε χρόνια.
- Οι καταγεγραμμένοι απασχολούμενοι περιορίστηκαν από 19.889 το 2019 σε 15.590 το 2024, δηλαδή μείωση 21,6%. Χιλιάδες λιγότεροι άνθρωποι συνδέονται πλέον επαγγελματικά με την παραγωγική δραστηριότητα της θάλασσας.
- Το 2024 η αξία παραγωγής της παραδοσιακής θαλάσσιας αλιείας ήταν 249 εκατ. ευρώ, έναντι 689,5 εκατ. των υδατοκαλλιεργειών. Ένας κλάδος με μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίων και εξαγωγικό προσανατολισμό κυριαρχεί πλέον οικονομικά στην παραγωγή αλιευτικών προϊόντων, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει την επιβίωση των μικρών αλιέων.
- Πίσω από τα σχετικά μικρά οικονομικά μεγέθη βρίσκονται χιλιάδες οικογένειες, νησιωτικές και παράκτιες κοινωνίες, η εγχώρια παραγωγή τροφίμων και η ανθρώπινη παρουσία στις ελληνικές θάλασσες.
Η συρρίκνωση της αλιείας δεν αποτελεί, επομένως, μόνο οικονομικό πρόβλημα ενός επαγγελματικού κλάδου. Είναι ακόμη μια πλευρά της συνολικής αποδυνάμωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας, με σοβαρές κοινωνικές και εθνικές συνέπειες.
Χαριστικές βολές διαρκείας στον πρωτογενή τομέα
Δεν είναι μόνο οι ψαράδες που βλέπουν το επάγγελμά τους να απειλείται. Είναι οι κτηνοτρόφοι που χάνουν ολόκληρα κοπάδια, οι μελισσοκόμοι που παλεύουν με το κόστος και τις ελληνοποιήσεις, οι αμπελουργοί που εγκαταλείπουν τις καλλιέργειές τους, οι ελαιοπαραγωγοί και οι ροδακινοπαραγωγοί που παραδίδουν τον κόπο τους στους μεσάζοντες χωρίς να γνωρίζουν πόσο θα πληρωθούν. Ανάμεσα στο 2009 και το 2020 χάθηκαν σχεδόν 193.000 γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις από τις στατιστικές καταγραφές. Και, σύμφωνα με τους ίδιους τους παραγωγούς, τα τελευταία χρόνια η έξοδος από το επάγγελμα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Δεν πρόκειται απλώς για μια σειρά επαγγελματικών κρίσεων. Πίσω τους διακρίνεται το πρόβλημα της εγκατάλειψης της υπαίθρου, της συρρίκνωσης της παραγωγικής βάσης και της δυσκολίας χιλιάδων ανθρώπων να συνεχίσουν να ζουν από την εργασία τους στον τόπο τους.
► Στο έλεος των φυσικών καταστροφών: Στη Θεσσαλία, τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του Daniel τον Σεπτέμβριο του 2023, η αποκατάσταση της παραγωγής παραμένει ανοιχτή πληγή. Χιλιάδες στρέμματα καλλιεργειών, γεωργικός εξοπλισμός, αποθήκες και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις υπέστησαν τεράστιες ζημιές. Παρότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 είχαν καταβληθεί 459,4 εκατ. ευρώ σε κρατική αρωγή προς διάφορες κατηγορίες πληγέντων, αγρότες εξακολουθούσαν το 2026 να καταγγέλλουν εκκρεμότητες στις αποζημιώσεις και αδυναμία επανεκκίνησης της παραγωγής. Για πολλές εκμεταλλεύσεις, το πρόβλημα είναι η ίδια η δυνατότητα συνέχισης της καλλιεργητικής δραστηριότητας και της ζωής στην περιοχή. Τώρα αντιμέτωπη με τα ίδια προβλήματα βρίσκεται και η Κρήτη μετά την ολική καταστροφή των καλλιεργειών που προκάλεσε η πλημμύρα στο οροπέδιο Λασιθίου.
► ΟΠΕΚΕΠΕ: Ένα τεράστιο σκάνδαλο διασπάθισης αγροτικών επιδοτήσεων, με την Ελλάδα να επιβαρύνεται με δημοσιονομική διόρθωση 415 εκατ. ευρώ, και τους πραγματικούς παραγωγούς να πληρώνουν τις συνέπειες. Η αποκάλυψη των κυκλωμάτων απάτης και η κατάρρευση της αξιοπιστίας του μηχανισμού πληρωμών οδήγησαν σε πρόσθετους ελέγχους, καθυστερήσεις και δεσμεύσεις ενισχύσεων. Τον Οκτώβριο του 2025 δεσμεύτηκαν για περαιτέρω έλεγχο οι αιτήσεις 25.138 παραγωγών. Χρήματα αναγκαία για σπόρους, λιπάσματα, ζωοτροφές και καύσιμα δεν έφταναν εγκαίρως στους δικαιούχους, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και δυσκολεύοντας τη συνέχιση της παραγωγής. Έτσι, ένα σκάνδαλο διαφθοράς που φτάνει μέχρι το Μαξίμου, μετατράπηκε σε πρόσθετο οικονομικό βάρος για τον αγροτικό κόσμο.
► Ζωονόσοι 1: Η ευλογιά των αιγοπροβάτων εξελίχθηκε σε τεράστια καταστροφή για την ελληνική κτηνοτροφία. Από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τον Μάιο του 2026 θανατώθηκαν, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σχεδόν 489.000 αιγοπρόβατα, σε χιλιάδες πληγείσες εκτροφές. Ολόκληρα κοπάδια εξαφανίστηκαν, στερώντας από τους κτηνοτρόφους παραγωγικό κεφάλαιο που χρειάστηκαν χρόνια για να δημιουργήσουν. Μαζί χάνονται εισοδήματα από γάλα και κρέας, ενώ η ανασύσταση των εκτροφών απαιτεί χρόνο και σημαντικές επενδύσεις. Οι υποχρεωτικές θανατώσεις αποτελούν υγειονομικό μέτρο, αλλά η έκταση της καταστροφής θέτει σοβαρά ερωτήματα για την πρόληψη, την επάρκεια των κτηνιατρικών υπηρεσιών και την ουσιαστική στήριξη των πληγέντων.
► Ζωονόσοι 2: Στη Λέσβο, ο αφθώδης πυρετός απειλεί τα θεμέλια μιας ολόκληρης τοπικής οικονομίας. Από τον Μάρτιο του 2026 οι υγειονομικοί περιορισμοί, οι θανατώσεις κοπαδιών και τα εμπόδια στη διακίνηση ζώων και προϊόντων έχουν προκαλέσει τεράστιες δυσκολίες στην κτηνοτροφική παραγωγή. Μέχρι τον Σεπτέμβριο οι διαδικασίες αποζημίωσης αφορούσαν περίπου 20.000 θανατωθέντα ζώα, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου ανακοινώθηκε καταβολή 7,73 εκατ. ευρώ. Το πλήγμα δεν αφορά μόνο τους κτηνοτρόφους, αλλά και τα τυροκομεία, την τοπική μεταποίηση και την οικονομία του νησιού. Ο κίνδυνος είναι πολλές εκμεταλλεύσεις να μην μπορέσουν να ξαναλειτουργήσουν, οδηγώντας σε μόνιμη συρρίκνωση της λεσβιακής κτηνοτροφίας, βασικό πυλώνα της ίδιας της ταυτότητας του νησιού.
Διαφορετικές κρίσεις, από τις φυσικές καταστροφές και τις ζωονόσους μέχρι τα σκάνδαλα στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων, καταλήγουν να έχουν ένα κοινό αποτέλεσμα: Την απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου και την αδυναμία χιλιάδων παραγωγών να ξανασταθούν στα πόδια τους. Γίνεται έτσι εμφανής η απουσία ενός σχεδίου για να συνεχιστεί η παραγωγή, στη θέση του οποίου «ανθούν» έξυπνες τεχνικές μοιράσματος των πόρων στους ημέτερους.
Περιττοί στον τόπο μας!
Η ζωή γίνεται όλο και πιο αβίωτη για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Η ακρίβεια, η ανασφάλεια, η δυσκολία να τα βγάλει κανείς πέρα, γίνονται καθημερινότητα. Κι όμως, την ίδια στιγμή, οι αριθμοί ευημερούν. Η οικονομία «αναπτύσσεται», οι επενδύσεις αυξάνονται, οι δείκτες βελτιώνονται. Μόνο που αυτή η ανάπτυξη μοιάζει να μην χωρά ολοένα και περισσότερους ανθρώπους.
Ολόκληροι κλάδοι και περιοχές οδηγούνται στην παρακμή και την εξαφάνιση, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται πραγματικά για το μέλλον τους. Αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς, μικροί επαγγελματίες, κάτοικοι της περιφέρειας. Άνθρωποι που παράγουν, εργάζονται και κρατούν ζωντανό τον τόπο τους, αντιμετωπίζονται περίπου ως περιττοί.
Το πολιτικό σύστημα μοιάζει να αδιαφορεί για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Η κεντρική διοίκηση οργανώνει το μεγάλο φαγοπότι των επιδοτήσεων, των αναθέσεων, των ιδιωτικοποιήσεων και του ξεπουλήματος δημόσιων πόρων. Κι όταν κάποιος αντιδράσει, όταν η απελπισία βγει στους δρόμους, η απάντηση είναι μερικά επιδόματα, κάποιο pass, μια προσωρινή ενίσχυση. Σαν αυτοκρατορική χάρη προς μελλοθάνατους.
Τελευταίο επεισόδιο, η υπόσχεση Μητσοτάκη στους αλιείς ότι θα ασχοληθεί «προσωπικά» με τα προβλήματά τους. Μα δεν είναι αυτός ο ρόλος ενός πρωθυπουργού. Δεν είναι να εμφανίζεται ως σωτήρας κάθε φορά που ένας κλάδος φτάνει στο χείλος της καταστροφής. Είναι να έχει οργανώσει ένα κράτος που προβλέπει, σχεδιάζει, προστατεύει την παραγωγή, και αντιμετωπίζει τα προβλήματα πριν γίνουν αδιέξοδα.





































































