Ο οσκαρικός Μεξικανός σκηνοθέτης Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου, μετά τον ανθρωποκεντρικό ρεαλισμό, με σεναριογράφο τον Γκιγιέρμο Αριάγκα, περνά σε αγγλόφωνες παραγωγές με το «21 γραμμάρια» (2003), ενώ μετακομίζοντας στο Χόλιγουντ, πειραματίζεται με τη φόρμα στην «Επιστροφή» (2015), φτάνοντας μεταξύ παραισθήσεων και σουρεαλιστικής αισθητικής στο «Μπάρντο, το ψευδές χρονικό ενός σωρού αλήθειες» (2022). Σταθερά στραμμένος σ’ έναν αυτοβιογραφικό ψυχαναλυτικό σουρεαλισμό, με μπόλικες δόσεις Φελίνι, ο 63χρονος πλέον Ινιάριτου δημιουργεί την καυστική μαύρη κωμωδία «Ντίγκερ». Καθόλου τυχαία, ένας Μεξικανός σκηνοθέτης αποτολμά μια τόσο παρανοϊκή και «φευγάτη» μελλοντολογική σάτιρα, θίγοντας τα κακώς κείμενα της τραμπικής Αμερικής και ένας Τομ Κρουζ ανταπεξέρχεται σε ένα τέτοιο δύσκολο εγχείρημα. 

Οι πετρελαιοπαραγωγικές μονάδες στη Γροιλανδία του ώριμου μεγιστάνα του πετρελαίου Ντίγκερ Ρόκγουελ, που απειλούνταν από μια μεγάλη ρωγμή στον πάγο, τελικά ανατινάχτηκαν, όπως τον πληροφόρησε ο Δρ. Γκανές -επικεφαλής της περιβαλλοντικής ασφάλειας- εξαιτίας του μεθανίου, από το λιώσιμο των πάγων, ως συνέπεια αύξησης της θερμοκρασίας από τη βιομηχανία του, ενώ έχει αποκολληθεί και ένα πελώριο κομμάτι παγετώνα, που οδεύει ολοταχώς προς στην Ευρώπη, με κίνδυνο να προκαλέσει ανυπολόγιστες καταστροφές. Ο Ντίγκερ ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, για να αποφασίσουν άμεσα πώς θα αντιδράσουν.

Σε μια μίξη της προηγούμενης ταινίας του «Birdman ή η απρόσμενη αρετή της αφέλειας» (2014), με την εσχατολογική μαύρη σάτιρα «Μην κοιτάτε πάνω» (2021/Άνταμ ΜακΚέι), ο Ινιάριτου δημιουργεί μια άκρως σουρεαλιστική πολιτική παρωδία, στα χνάρια του «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (1963/Κιούμπρικ). Με το σχήμα μιας ταινίας μέσα σε ταινία, παρουσιάζεται ξανά ένας ηθοποιός σε νευρική κρίση πριν την πρεμιέρα, ωστόσο εδώ πρόκειται για μια φιλόδοξη θεατρική παράσταση, που απεικονίζει αποσπασματικά κρίσιμα ιστορικά γεγονότα, που ανήκουν σε ένα πιθανό κοντινό μέλλον, στη σκιά της κλιματικής κρίσης.

Το αρχικό παρόν της θεατρικής παράστασης αποτελεί το παρελθόν της ιστορίας, με γεγονότα που συνέβησαν μια 25ετια πριν, για να φτάσουμε στο πραγματικό παρόν, με τον πρωταγωνιστή στην τελική πρόβα. Αυτός ο αντίστροφα εγκιβωτισμένος φιλμικός χρόνος κλιμακωτής αποκάλυψης, απ’ το κακό στο χειρότερο, ακολουθεί τη δομή του χιουμοριστικού αφηγηματικού γαλλικού τραγουδιού «Tout va très bien, Madame la Marquise» (1935) και διασπάται με διακεκομμένη αφήγηση σε τρία χρονικά επίπεδα: την ιστορία των γεγονότων που αφηγείται το θεατρικό μέσα από γκροτέσκο χαρακτήρες, το παρόν της γενικής πρόβας, με πιο πρόσφατο παρόν, την πρεμιέρα λίγες ώρες μετά, παρουσία κοινού. Τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές, που διαρκώς μπλέκονται, αυξάνοντας την πολυπλοκότητα ενός καλοσχεδιασμένου σεναρίου.

Έτσι, στη σωστή σειρά, ένας θίασος επιχειρεί να ανεβάσει σε μια εκσυγχρονισμένη ακριβή υπερπαραγωγή τη διάσημη θεατρική παράσταση της τελευταίας 15ετίας «Fossil Fools» (Ορυκτό καύσιμο), που παίζεται αδιάκοπα με τεράστια επιτυχία, καθώς αφηγείται ιστορικά πλέον γεγονότα, που συνέβησαν μια 25ετια πριν. Ο 60άρης μεσόκοπος και αναγνωρισμένος ηθοποιός Κέρτις Μάρκσον (Τομ Κρουζ) υποδύεται τον δαιμόνιο υπαρκτό μεγιστάνα του πετρελαίου Ντίγκερ Ρόκγουελ και εμφανίζεται να προβάρει ατάκες, ώρες πριν την πρεμιέρα, ενώ αντιλαμβάνεται πως η κόρη του έχει εξαφανιστεί, δίχως ίχνη ζωής, σε αεροπορική πτήση εν μέσω κακοκαιρίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας όμως, καταλαμβάνεται από την αποσπασματική βιογραφική σατιρική αφήγηση της ιστορίας του Ντίγκερ.

Αφήνοντας πίσω τον ναρκισσισμό του, ο 64χρονος Τομ Κρουζ απομακρύνεται από τα χολιγουντιανά στερεότυπα των ταινιών δράσης που τον ανέδειξαν, για να αποτολμήσει –επιτέλους‒ να αναδείξει και το υποκριτικό του ταλέντο, παραμορφωμένος όπως δεν τον έχουμε ξαναδεί, να δίνει ρέστα σε διπλό ρόλο, σε μια ανηλεή πολιτική σάτιρα, στα όρια των αιρετικών Μόντι Πάιθονς, με αλλαγμένο προσωπείο, σωματότυπο και προφορά τεξανού καουμπόι, απογειώνοντας την ταινία, πλάι στους εξαιρετικούς Τζον Γκούντμαν, Σάντρα Χίλερ, Ριζ Αχμέντ, Τζέσι Πλίμονς. Ο Ντίγκερ βουτάει πάνω απ’ το τζάκι το φτυάρι με το οποίο αρχές του προηγούμενου αιώνα ο παππούς του (αντικαθιστώντας Ρόκγουελ με Ροκφέλερ) ανακάλυψε την πρώτη φλέβα πετρελαίου, εξ’ ου και το όνομα σκαπανέας. Στη συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, πριν καταλήξει σε λιντσάρισμα-φιάσκο, σε μια παραληρηματική ομιλία τύπου Τραμπ, υπερασπίζεται το πετρέλαιο ως «μητρικό γάλα της γης», φτύνοντας κατάμουτρα αλήθειες για την «ελευθερία των μαζών να απολαμβάνουν έναν μη βιώσιμο τρόπο ζωής», καθώς «κανείς δεν θέλει να σταματήσει η γεώτρηση». Με καουμπόικες μπότες από δέρμα κροκόδειλου, στριφογυρίζει -ως άλλος Έλβις Πρισλεϊ- με λυγισμένα γόνατα καθώς μιλάει, ενώ μπροστά στα αδειανά ψυγεία γεμάτα χαλασμένα φαγητά, που ανακαλούν το «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της» (1989/Πήτερ Γκρίναγουέι), προσεύχεται για ένα θαύμα, στα όρια ντελίριου και παραίσθησης.

Όσο ο άρρωστος και ηλικιωμένος Πρόεδρος των ΗΠΑ, σε αντικομμουνιστικό παραλήρημα και στη συνέχεια και ο Ρόκγουελ επιχειρούν να αποτάξουν από πάνω τους τις όποιες ευθύνες, ο Δρ Γκανές επιμένει «το γνωρίζατε και πρέπει να λογοδοτήσετε». Διά στόματος της Χάνα, σκηνοθέτριας της παράστασης, προσδιορίζεται ο κλαυσίγελος της ταινίας «… γελάμε με ολόκληρη τη γενιά σου Κέρτις, που μας οδήγησε σε αυτή την παραφροσύνη έξω από τις πόρτες. Και ενώ όλοι έχουμε απώλειες από τις καταστροφές, πρέπει να καταφέρουμε να γελάμε με αυτό, για να επιβιώσουμε».

Ίσως αυτή η εκτός προπαγανδιστικής γραμμής πορεία να ξένισε ένα κοινό που περίμενε να δει τον αναγνωρίσιμο σταρ αλώβητο απ’ το χρόνο, με αποτέλεσμα παρά τις κινηματογραφικές και πολιτικές αρετές της, η ταινία να θεωρείται -μέχρι στιγμής- εισπρακτική αποτυχία.

Εξαιρετική είναι η σκηνογραφική σύλληψη, τόσο με το ζωτικό χώρο των παρασκηνίων της παράστασης, όσο και με μερικές φουτουριστικές λεπτομέρειες, πλάι σε κινηματογραφικές αναφορές, όπως η αφίσα της «Νύχτας Πρεμιέρας» (1977/Τζον Κασσαβέτης) στο καμαρίνι του Κέρτις. Κυρίως όμως, ως σύλληψη των σκηνικών της παράστασης καθαυτής, με αναφορές από το παλιμπαιδιστικό φετιχιστικό σύμπαν του Γουές Άντερσον και την κατασκευαστική αίσθηση ενός Μισέλ Γκοντρί, ως τα χρώματα φλαμανδικής ψυχρότητας ενός Ρόι Άντερσον, μέχρι το σουρεαλιστικό φουτουρισμό και τις εξεζητημένες γωνίες λήψης των Τέρι Γκίλιαμ και Φελίνι. Εντυπωσιάζει η σκηνογραφική επιμέλεια στην έπαυλη του Ντίγκερ, με αλιγάτορες και βαλσαμωμένα ζώα στο ταβάνι, καθρέφτη με κορνίζα από κέρατα ταράνδων, ενώ η μεγάλη υδρόγειος παραπέμπει στον «Μεγάλο Δικτάτορα» (1940/Τσάρλι Τσάπλιν). Ανακαλώντας τη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (2008/Τσάρλι Κάουφμαν), η ανατροπή της αίσθησης μιας κατασκευασμένης πραγματικότητας με τα σκηνικά της παράστασης και τη σκηνογραφία της ταινίας στα παρασκήνια, γίνεται άμεσα, πότε όταν οι μινιατούρες μακέτες τοπίων μεγεθύνονται μέσω ειδικών φακών, με ένα γιγάντιο χέρι να ξεπροβάλει στο κινηματογραφικό κάδρο, ως απόλυτη σουρεαλιστική επέμβαση, πότε με διαφορετικό φωτισμό να ξεχωρίζεται ο κόσμος του θεάτρου απ’ την πραγματικότητα. Εξαιρετικές είναι και οι επικές σοσιαλιστικού τύπου καπιταλιστικές τοιχογραφίες στο σπίτι του Ντίγκερ, δείγματα μεξικανικής παραδοσιακής τέχνης μουραλισμού. 

Η εμπνευσμένη πρωτότυπη μουσική του Άγγλου Κόσμο Σελντρέικ, στην πρώτη του κινηματογραφική σύνθεση, εισάγει περιπαικτική διάθεση πότε με μαγικά ηχοχρώματα βιμπράφωνου και κλαρινέτου, με σφυρίγματα ή ήχους πουλιών, τύμπανα ή κρουστά σε χιουμοριστικές φράσεις. Λίγο πριν τους παραληρηματικούς λόγους, μια ρυθμική ινδική σύνθεση με κρουστά δίνει σκωπτική νότα, ενώ στο χαοτικό ξύλο που ακολουθεί, υιοθετείται ρυθμός βαλς, υπονομεύοντας την υποκρισία. Ξεχωρίζουν δυο νοσταλγικά κομμάτια των Ink Spots, «If I didn’t care» (1939) και «I don’t’ wont to set the world on fire» (1941), στα πλάνα με την φαμίλια του Ντίγκερ, νοηματοδοτώντας την εικόνα στον απόηχο του τίτλου τους, ενώ η σοκαριστική αποκάλυψη της τελικής σκηνής σφραγίζεται απ’ το «What have they done to my song, Ma» (1970/Μέλανι Σάφκα), ανακαλώντας το κόντρα ανέμελο στυλ του «Where Have All The Flowers Gone» (1962/Μάρλεν Ντίτριχ), στις εσχατολογικές εικόνες αφανισμού του ανθρώπινου είδους στο «Βουγονία» (2025/Γιώργος Λάνθιμος).

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO
– Ξεκίνησε το Φεστιβάλ Παλαιστινιακού Κινηματογράφου (15-31/10/2026) σε Τριανόν, ΕΜΣΤ και Στέγη Ωνάση, με αφιέρωμα στον Ελία Σουλεϊμάν που βρίσκεται στην Αθήνα και συζητήσεις με τους Μοχάμεντ Ελ-Κουρντ και Φιλίπ Λαζαρίνι. Πρόγραμμα: athenspalestinefilmfestival.org/2026/program
– Η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ διοργανώνει ειδική προβολή του «Σάουντρακ για ένα Πραξικόπημα», του Βέλγου Γιόχαν Γκριμονπρέζ, στον κινηματογράφο Newman, Παρασκευή 23/10/2026 στις 19:00, παρουσία του σκηνοθέτη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!