Ο χειμώνας 2026-2027 προμηνύεται ιδιαίτερα δύσκολος για τα λαϊκά νοικοκυριά. Η νέα διεθνής ενεργειακή κρίση βρίσκει την ελληνική κοινωνία ήδη επιβαρυμένη από τη δεκαετή λεηλασία του λαϊκού εισοδήματος μέσω των μνημονίων, από χρόνια ακρίβειας, υψηλό κόστος στέγασης και εισοδήματα που δεν ακολουθούν το κόστος ζωής. Σε αυτές τις συνθήκες η θέρμανση, πριν από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, έχει ήδη μετατραπεί από στοιχειώδη ανάγκη σε πολυτέλεια.
Το πρόβλημα προϋπήρχε της σημερινής κρίσης. Το 2025 το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα (το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.) αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην Ε.Ε.. Στα χαμηλά εισοδήματα το ποσοστό έφθανε το 35,9%. Παρά τη μικρή βελτίωση από το 19,2% του 2023 και το 19% του 2024, αυτός ο δείκτης ενεργειακής φτώχειας το 2025 (18,1%) ήταν υψηλότερος συγκριτικά με το 2019 (17,9%). Φανταστείτε πώς θα εξελιχθεί ο φετινός χειμώνας με κατά 30%-50% αυξημένο το κόστος θέρμανσης σε σχέση με πέρσι.
Δεν φταίει μόνο η τιμή της ενέργειας
Η ενεργειακή φτώχεια είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού χαμηλού πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, υψηλού κόστους στέγασης, ακρίβειας στα βασικά αγαθά και χαμηλής ενεργειακής απόδοσης μεγάλου μέρους των κατοικιών.
Όταν ένα νοικοκυριό διαθέτει ήδη μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, τρόφιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και μετακινήσεις, η αύξηση της θέρμανσης λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Η προσαρμογή γίνεται με λιγότερη κατανάλωση, χαμηλότερη θερμοκρασία στο σπίτι ή περιορισμό άλλων αναγκαίων δαπανών. Η ενεργειακή φτώχεια είναι επομένως πρωτίστως ζήτημα εισοδήματος και κοινωνικών ανισοτήτων και σε αυτά καθοριστικό ρόλο παίζει η ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και οι προτεραιότητές της.
Από το Brent στο gasoil και στην αντλία
Η εξέλιξη των τιμών από το 2019 μέχρι σήμερα αποδεικνύει ότι δεν είναι σωστό να συνδέουμε μηχανικά την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης με το Brent. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει αργό πετρέλαιο αλλά διυλισμένο προϊόν. Μεσολαβούν η διεθνής τιμή του διυλισμένου πετρελαίου (gasoil), τα έσοδα διύλισης, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, τα έσοδα εμπορίας και διανομής και, τέλος, η φορολογία. Το 2026 η απόκλιση είναι εντυπωσιακή. Το Brent αυξήθηκε σημαντικά, αλλά το διεθνές gasoil πολύ περισσότερο.
Οι αιτίες είναι πραγματικές: πόλεμοι και επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, προβλήματα στην παραγωγή και τη διύλιση, περιορισμένες εξαγωγές, προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και στενότητα στην προσφορά diesel. Η διεθνής κρίση επομένως δεν είναι κατασκευασμένη.
Αλλά η ίδια κρίση έχει δύο όψεις: Από τη μία εκτινάσσει το κόστος για τα νοικοκυριά και από την άλλη δημιουργεί εξαιρετικά υψηλά περιθώρια στη διύλιση.
Η κρίση για τους πολλούς, ευκαιρία κερδοφορίας για λίγους
Τα στοιχεία των ίδιων των ελληνικών πετρελαϊκών ομίλων είναι αποκαλυπτικά. Στη Motor Oil το μέσο μικτό περιθώριο αυξήθηκε από 54,61 δολάρια ανά τόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε 174,72 δολάρια το πρώτο εξάμηνο του 2026 –αύξηση περίπου 220%– ενώ τα καθαρά κέρδη εκτοξεύτηκαν από 163 σε 689 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχα, στη HELLENiQ Energy το περιθώριο διύλισης αυξήθηκε στο πρώτο τρίμηνο του 2026 από 13,2 σε 20,5 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή κατά 55%.
Τα μεγέθη αυτά δεν σημαίνουν ότι ολόκληρη η αύξηση των κερδών προέρχεται αποκλειστικά από το πετρέλαιο θέρμανσης. Αποδεικνύεται όμως ότι η διεθνής κρίση που επικαλείται η κυβέρνηση ως αιτία των ανατιμήσεων δημιούργησε ταυτόχρονα πολύ μεγαλύτερα περιθώρια και κέρδη στη διύλιση χωρίς η ίδια να παρέμβει και να λάβει κάποια μέτρα εξισορρόπησης της κατάστασης.
Και από πάνω οι φόροι
Στην ήδη αυξημένη διεθνή τιμή προστίθεται στην Ελλάδα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) 0,28 ευρώ ανά λίτρο και ΦΠΑ 24%, ο οποίος επιβάλλεται και πάνω στον ΕΦΚ. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση μπορεί έτσι να προσεγγίζει ή και να υπερβαίνει το μισό ευρώ ανά λίτρο και αυξάνεται όσο ανεβαίνει η προ φόρων τιμή.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα της κυβερνητικής πολιτικής. Το κράτος δεν μπορεί να καταργήσει τις διεθνείς τιμές, διαθέτει όμως εργαλεία: Φορολογική πολιτική, έλεγχο των περιθωρίων, έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, με σκοπό την ανακατανομή του κόστους της κρίσης. Όμως η επιλογή της κυβέρνησης, ειδικά στην παρούσα κρίση, ήταν και παραμένει να μην ασκεί καμία πίεση στις εταιρείες διύλισης όσον αφορά τη διάθεση των προϊόντων τους στην εγχώρια αγορά.

Η βολική σύγκριση με τον Απρίλιο
Η κυβέρνηση για μία ακόμα φορά έδωσε την κατεύθυνση της πολιτικής της. Επιλεκτική επιδότηση. Την εξειδίκευσε μερικώς με την επιχειρηματολογία του ο υπουργός Οικονομικών Κ. Πιερρακάκης. Δήλωσε ότι αν άνοιγε τώρα η αγορά για το πετρέλαιο θέρμανσης η τιμή θα ήταν περίπου 2 ευρώ το λίτρο και έθεσε ως στόχο η νέα περίοδος να ξεκινήσει χαμηλότερα από εκεί όπου «έκλεισε» η προηγούμενη, περίπου στα 1,75-1,80 ευρώ, καλύπτοντας το επιπλέον ποσό με επιδότηση. Δηλαδή «φωτογράφισε» μια επιδότηση σε αυτές τις συνθήκες 0,30 ευρώ ανά λίτρο.
Μόνο που η βάση σύγκρισης είναι μία ακόμα κυβερνητική «κουτοπονηριά». Η μέση τιμή ολόκληρης της περιόδου θέρμανσης 2025-2026 ήταν περίπου 1,297 ευρώ το λίτρο. Στις 27 Απριλίου 2026, λίγο πριν λήξει η περίοδος, είχε εκτιναχθεί στα 1,742 ευρώ, λόγω μίας ακόμα κλιμάκωσης της κρίσης στον Περσικό ως συνέπεια της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η τιμή δηλαδή που επιλέγεται ως μέτρο σύγκρισης ήταν περίπου 34% υψηλότερη από τη μέση τιμή της περιόδου. Η πραγματική διαφορά για τους δικαιούχους του επιδόματος θέρμανσης είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η μέση τιμή των 1,297 ευρώ είναι η λιανική τιμή πριν από την αφαίρεση του επιδόματος που έλαβαν.
Και επιλέγεται η τελευταία εβδομάδα του Απριλίου, όταν ο χειμώνας έχει τελειώσει και οι αγορές πετρελαίου θέρμανσης είναι πλέον ουσιαστικά ανύπαρκτες, για να συγκριθεί με την τιμή της 15ης Οκτωβρίου, όταν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά αρχίζουν να γεμίζουν τις δεξαμενές τους για ολόκληρο τον χειμώνα.
Έτσι μια τιμή εκκίνησης, μετά την επιδότηση, κοντά στα 1,65-1,70 ευρώ μπορεί να παρουσιαστεί ως «χαμηλότερη» από το κλείσιμο της προηγούμενης περιόδου. Σε σχέση όμως με τη μέση τιμή 1,297 ευρώ που πλήρωσαν οι καταναλωτές το 2025-2026, θα είναι αυξημένη κατά 30% περίπου. Και για όσους δεν λάβουν την επιδότηση η νέα τιμή (γύρω στα 2 ευρώ) θα είναι αυξημένη κατά 54%
Αυτή είναι η σύγκριση που έχει ουσιαστικό περιεχόμενο για το οικογενειακό εισόδημα. Και τίθεται το ερώτημα: Με κατά 30%-50% αυξημένο κόστος θέρμανσης, εκτός από τα άλλα αυξημένα κόστη διαβίωσης, πόσο θα αντέξουν τα λαϊκά νοικοκυριά ώστε να θερμάνουν το σπίτι τους; Συνεπώς πάμε για ένα ακόμα «πανευρωπαϊκό ρεκόρ φτώχειας»!
«Δεν μας νοιάζει ο μηχανισμός»
Ο υπουργός δήλωσε ακόμη ότι «δεν μας νοιάζει ο μηχανισμός, μας νοιάζει η τιμή στο ταμπλό». Η τελική τιμή. Για τον καταναλωτή ασφαλώς η τελική τιμή είναι καθοριστική. Για την οικονομική και κοινωνική πολιτική όμως ο μηχανισμός έχει τεράστια σημασία, γιατί απαντά στο ερώτημα ποιος τελικά πληρώνει την κρίση και ποιοι κερδίζουν ή/και κερδοσκοπούν, αξιοποιώντας την κρίση.
Άλλο είναι να μειώνεται η φορολογία ή να περιορίζεται μέρος των έκτακτων περιθωρίων κέρδους και άλλο να διατηρούνται οι υψηλές τιμές και το κράτος να επιστρέφει ένα μέρος τους ως επίδομα ή επιδότηση, χρηματοδοτούμενη από τον ίδιο το λαό, από το υστέρημά του.
Η κυβέρνηση προαναγγέλλει αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, αλλά χωρίς διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων και του αριθμού των δικαιούχων. Όμως η ενεργειακή φτώχεια δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από τα επίσημα όρια φτώχειας. Η πολυετής ακρίβεια έχει συμπιέσει σημαντικά και τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Το επίδομα θέρμανσης την περίοδο 2025–2026 αφορούσε περίπου 1,17 εκατ. δικαιούχους (μοναδικά ΑΦΜ). Σε μια χώρα με περίπου 4,05 εκατ. νοικοκυριά, το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί ενδεικτικά σε περίπου 29% του αριθμού των νοικοκυριών. Με αυτή την προσέγγιση, περίπου 7 στα 10 νοικοκυριά βρίσκονται εκτός της κάλυψης του επιδόματος. Κι όμως, παρά τη νέα μεγάλη ενεργειακή κρίση, η κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν θα διευρύνει τα εισοδηματικά κριτήρια και τον αριθμό των δικαιούχων. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των νοικοκυριών θα βρεθεί εκτεθειμένο χωρίς πρόσθετη εισοδηματική προστασία στη νέα αύξηση του κόστους θέρμανσης.
Την ίδια στιγμή τα φορολογικά έσοδα «αυγατίζουν», για να «διανέμονται» τα υπερπλεονάσματα με τις γνωστές τακτικές στο κυβερνητικό περιβάλλον, και οι εταιρείες πετρελαιοειδών θησαυρίζουν.
Ποιος θα πληρώσει τον χειμώνα;
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει διεθνής ενεργειακή κρίση. Υπάρχει. Μόνο που αποτελεί ευκαιρία για κάποιους λίγους και μηχανισμό οικονομικής αφαίμαξης για τους πολλούς.
Έτσι το πραγματικό ερώτημα είναι πώς κατανέμεται το κόστος της κρίσης.
Την ώρα που τα νοικοκυριά καλούνται να πληρώσουν πολύ ακριβότερα για να ζεσταθούν, η ίδια διεθνής συγκυρία δημιουργεί πολλαπλάσια περιθώρια κέρδους από τη διύλιση. Και πάνω σε αυτές τις αυξημένες τιμές το κράτος εξακολουθεί να εισπράττει υψηλούς ειδικούς φόρους και ΦΠΑ.
Οι επιδοτήσεις μπορούν να περιορίσουν οριακά και προσωρινά το πρόβλημα και μόνο για τους λίγους. Δεν απαντούν όμως στο βασικό κοινωνικό ερώτημα: Πόσο από το κόστος θα αναλάβουν το κράτος και οι ιδιαίτερα κερδοφόροι ενεργειακοί όμιλοι και πόσο θα μεταφερθεί τελικά στα νοικοκυριά.
Γιατί η ενεργειακή φτώχεια είναι η άλλη όψη της γενικότερης φτωχοποίησης: Δεν είναι μόνο ότι η ενέργεια είναι ακριβή. Είναι ότι για όλο και περισσότερους το εισόδημα δεν επαρκεί για να την αγοράσουν.



































































