Η είδηση που συγκέντρωσε το ενδιαφέρον στη βδομάδα που πέρασε ήταν η επίσημη επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Κίνα. Ήταν η πρώτη υψηλόβαθμη επίσκεψη Αμερικανού πολιτικού στο Πεκίνο μετά από 5 χρόνια – και μάλιστα σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν υποχωρήσει στο χειρότερο σημείο τους μετά την επίσκεψη της πρώην προέδρου της αμερικανικής Βουλής Ν. Πελόζι στην Ταϊβάν, τον Αύγουστο του 2022, και την κατάρριψη ως κατασκοπευτικού ενός κινέζικου αερόστατου στον εναέριο χώρο των ΗΠΑ. Έκτοτε οι δύο χώρες είχαν ανταλλάξει βαρύτατους χαρακτηρισμούς, ενώ στρατιωτικές και αεροναυτικές δυνάμεις επιδίδονταν σε ασκήσεις ανοικτής αντιπαράθεσης.

Άγνωστοι παρέμειναν στο δημόσιο λόγο οι στόχοι του ταξιδιού Μπλίνκεν και οι προτάσεις των ΗΠΑ προς στο Πεκίνο. Ούτε βέβαια ανακοινώθηκε κάτι σχετικά με το τι μεσολάβησε σε διάστημα λίγων ημερών, καθώς μόλις πριν λίγο καιρό το Πεκίνο είχε απορρίψει κατηγορηματικά συνάντηση ΗΠΑ-Κίνας σε επίπεδο υπουργών Άμυνας, που είχε προταθεί από τις ΗΠΑ. Το βέβαιο είναι ότι η επίσκεψη Μπλίνκεν στο Πεκίνο είχε καλύτερη πορεία από την αρχική ψυχρότητα. Το γεγονός ότι συναντήθηκε διαδοχικά, πρώτα με τον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών Κιν Γκανγκ, ακολούθως με τον Ουάνγκ Γι, αρμόδιο του Κινεζικού Κ.Κ. για θέματα εξωτερικής πολιτικής, και τέλος με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, δείχνει ότι η κινέζικη ηγεσία εκτίμησε ότι η επίσκεψη Μπλίνκεν μπορεί να οδηγήσει στην επιθυμητή για τους Κινέζους, έστω και προσωρινή, αποκλιμάκωση των τεταμένων σχέσεων.

Αμοιβαία αιτήματα

Από όσα έγιναν γνωστά ο Αμερικάνος υπουργός έθεσε με επίταση το αίτημα –και πήρε τις αντίστοιχες διαβεβαιώσεις– ότι η Κίνα δεν θα συνδράμει στρατιωτικά τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας, ο οποίος αποτελεί, μάλλον προσχηματικά, την αιχμή της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο χώρες. Και λέμε προσχηματικά επειδή είναι γνωστό ότι η κινέζικη πλευρά, παρά την πολιτική στήριξη της Ρωσίας και την εμβάθυνση της συνεργασίας των δύο χωρών, έχει δημόσια κρατήσει αποστάσεις από τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, και έχει πάρει πρωτοβουλίες για συνομιλία των εμπόλεμων μερών (που όμως έχουν απορριφθεί από τη Δύση).

Από την πλευρά τους οι Κινέζοι ιθύνοντες έθεσαν ως δική τους κόκκινη γραμμή την αναγνώριση των νόμιμων δικαιωμάτων τους στην Ταϊβάν, και την επιστροφή των ΗΠΑ στην πολιτική της «αναγνώρισης μίας Κίνας», που εσχάτως αμφισβητείται. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του Ουάνγκ Γι, θεωρούμενου ως κορυφαίου στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της Κίνας, μετά την συνάντηση του με τον Μπλίνκεν: «Η διατήρηση της εθνικής ενότητας είναι πάντα στο επίκεντρο των θεμελιωδών συμφερόντων της Κίνας» και «σε αυτό το ζήτημα η Κίνα δεν θα κάνει κανέναν συμβιβασμό, ούτε καμία υποχώρηση», είπε, αναφερόμενος στο ζήτημα της Ταϊβάν. Και συμπλήρωσε ότι «οι σινοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σε άσχημο σημείο» με βασικό λόγο την «λανθασμένη άποψη που έχουν οι ΗΠΑ για την Κίνα. Πρέπει να υιοθετήσουμε μια υπεύθυνη στάση έναντι των ανθρώπων, της ιστορίας και του κόσμου, και να αντιστρέψουμε αυτό τον καθοδικό σπιράλ», κατέληξε ο Κινέζος διπλωμάτης.

Από τις δηλώσεις αυτές γίνεται φανερό ότι η Κίνα εστιάζει κυρίως την προσοχή στην αποτροπή αμερικάνικης παρέμβασης στην υπόθεση Ταϊβάν, ξεκαθαρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό. Από την άλλη, επιλέγει έναν δρόμο διευθέτησης και αποκλιμάκωσης των εντάσεων με τις ΗΠΑ, παρά τον ακήρυκτο πόλεμο που δέχεται με ιδιότυπα εμπάργκο στην αγορά μικροτσίπς και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Το Πεκίνο δείχνει αποφασισμένο να κερδίσει χρόνο, αφήνοντας να αιωρείται ως εκκρεμότητα η διακηρυγμένη θέση των ΗΠΑ ότι η Κίνα αποτελεί στρατηγικό της αντίπαλο και θεμελιώδη κίνδυνο για την αμερικάνικη παντοκρατορία.

 Πυρά Πούτιν κατά της συλλογικής Δύσης

Την ίδιαστιγμή, η εκκίνηση της ουκρανικής αντεπίθεσης με προηγμένα Δυτικά όπλα, παρά τη διαφαινόμενη διάψευση των Δυτικών σχεδιασμών ως προς τα μέχρι τώρα αποτελέσματά της, αναγκάζει τη Ρωσία να κρατά ανεβασμένους τους τόνους της αντιπαράθεσης με τη Δύση. Ο Ρώσος πρόεδρος σε τρεις πρόσφατες παρεμβάσεις έδωσε, έστω και με αντιφάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές της ρωσικής πολιτικής:

α) Σε τρίωρη συνάντηση με Ρώσους πολεμικούς συντάκτες ο Πούτιν υπογράμμισε την πρόθεση του ο πόλεμος να συνεχιστεί μέχρι την οριστική νίκη της χώρας του: «Υποχρεωθήκαμε να δοκιμάσουμε να τερματίσουμε δια των όπλων τον πόλεμο που ξεκίνησε η Δύση το 2014. Η Ρωσία θα τερματίσει αυτό τον πόλεμο ελευθερώνοντας όλη την επικράτεια της πρώην Ουκρανίας από τις ΗΠΑ και τους Ουκρανούς ναζί. Ο ουκρανικός στρατός των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ θα ηττηθεί, όσους νέους τύπους οπλισμού και αν λάβει από την Δύση. Και όσο περισσότερα όπλα έρχονται, τόσο λιγότεροι Ουκρανοί και τόσο λιγότερο τμήμα της αλλοτινής Ουκρανίας θα απομείνει. Η άμεση εμπλοκή των ευρωπαϊκών στρατών του ΝΑΤΟ δεν θα αλλάξει το αποτέλεσμα. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, η φωτιά του πολέμου θα τυλίξει όλη την Ευρώπη. Φαίνεται πως και οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για αυτό».

β) Το ίδιο εμπρηστική ήταν και η δεύτερη παρέμβασή του, αυτή τη φορά στο Οικονομικό Φόρουμ της Πετρούπολης: «Τα τεθωρακισμένα καίγονται, συμπεριλαμβανομένων των Leopard… Αυτό θα συμβεί και με τα F-16. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά εάν αυτά τοποθετηθούν σε αεροπορικές βάσεις εκτός Ουκρανίας και χρησιμοποιηθούν σε εχθροπραξίες, θα πρέπει να εξετάσουμε πώς και πού επηρεαζόμαστε από τα μέσα που χρησιμοποιούνται σε εχθροπραξίες εναντίον μας». «Αυτό», συμπλήρωσε, «συνιστά σοβαρό κίνδυνο να συρθεί περαιτέρω το ΝΑΤΟ σε αυτή την ένοπλη σύγκρουση».

γ) Σε άλλο κλίμα κινήθηκε η τρίτη παρέμβαση του, με αφορμή την επίσκεψη ομάδας ηγετών Αφρικανικών χωρών στη Μόσχα, που έχουν αναλάβει ειρηνευτική πρωτοβουλία στην Ουκρανία. Στην συνάντηση αυτή ο Πούτιν «αποκάλυψε» (με καθυστέρηση ενός χρόνου) ότι κατά τις συνομιλίες στην Άγκυρα, στην πρώτη φάση του πολέμου, οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει σε ειρηνευτικό σχέδιο, που τορπιλίστηκε στην πορεία από τη Δύση, και ιδίως από τον τότε Βρετανό πρωθυπουργό Μπ. Τζόνσον. Παραμένει να φανεί στο επόμενο διάστημα αν οι δηλώσεις Πούτιν αποσκοπούσαν απλά να ενθαρρύνουν την αφρικανική πρωτοβουλία, υποδηλώνοντας την προθυμία της Ρωσίας να βρεθεί διέξοδος στην ουκρανική κρίση, ή κρύβουν κάτι πιο σοβαρό, που προς το παρόν εξελίσσεται υπόγεια…


Νέα κρίση ΗΠΑ-Κίνας με τορπίλη Μπάιντεν

Πριν ακόμα στεγνώσουν οι εκτιμήσεις Δυτικών μέσων για βελτίωση του κλίματος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας και οι αμοιβαίες εκτιμήσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου για «παραγωγικές και εποικοδομητικές συνομιλίες», ο Αμερικανός πρόεδρος τίναξε στον αέρα την προσπάθεια του υπουργού Εξωτερικών του. Σε δεξίωση χορηγών-υποστηρικτών της νέας υποψηφιότητας του για το χρίσμα των Δημοκρατικών αποκάλεσε το Κινέζο πρόεδρο «δικτάτορα», ανοίγοντας ένα νέο κύκλο διαμαρτυριών από την κινέζικη πλευρά. Το Πεκίνο με οργισμένη δήλωση της εκπρόσωπου του Υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας, Μάο Νινγκ, χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Μπάϊντεν «πραγματικά παράλογες, ανεύθυνες, και που δεν απηχούν την πραγματικότητα. Είναι αντίθετες με τη διπλωματική πρακτική και προσβάλλουν την πολιτική αξιοπρέπεια της Κίνας». Δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι οι δηλώσεις Μπάιντεν, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του ταξιδιού Μπλίνκεν στο Πεκίνο, σχετίζονται με τα προβλήματα «υγείας» του γηραιού προέδρου. Η απήχηση των προεδρικών δηλώσεων, και μάλιστα σε ένα τόσο κρίσιμο πεδίο, είναι πολύ σοβαρή για να αφήνεται στην τύχη της, ή έστω στις φανερές αδυναμίες ενός προσώπου.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!