του Σωτήρη Μητραλέξη*

Τρία βιβλία. Τρεις συλλογές κειμένων που εκτείνονται από το 2022 ως το 2026. Κι ένας τίτλος που θα μπορούσε να συνοψίσει και τη δική μου παρέμβαση: Πρόκειται για απολύτως απαραίτητες ψηφίδες ενός απολύτως επείγοντος διαλόγου σε κοινωνικό, λαϊκό και εθνικό επίπεδο. Μιας συζήτησης που θα έπρεπε να γίνεται, είναι απολύτως αναγκαίο να γίνεται, και δεν γίνεται.

Μέσα σε αυτή την ερημία λόγου και διαλόγου, καίρια αυτόκλητος αφού καμιά Ελλάδα δεν συγκαλεί και συντονίζει τον απαραίτητο διάλογο, έρχεται ο Ρούντι Ρινάλντι να συνεισφέρει. Και η συνεισφορά του δεν είναι αυτό που κάποιος θα φανταζόταν βλέποντας τρεις τόμους με συλλογές άρθρων. Δεν έχουμε εδώ μια αρχειακή συρραφή δημοσιεύσεων. Έχουμε σκέψη σε κίνηση, αναστοχαζόμενη σε πραγματικό χρόνο, μέσα στις εξελίξεις και όχι εκ των υστέρων.

***

Γιατί είναι κρίσιμο το χρονικό πλαίσιο; Διότι αυτά τα κείμενα γράφονται μετά την περίφημη έξοδο από τα Μνημόνια, για αρχή. Μετά την επίσημη ανακοίνωση πως αφήσαμε πίσω μας την κρίση, τη διάλυση, την καταστροφή και εισήλθαμε σε «μια υγιή κανονικότητα». Ο Ρινάλντι καταδεικνύει, ήδη από τη «Γυμνή Μετάβαση», πόσο δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η «κανονικότητα» αυτή δεν ήλθε ποτέ, και τίποτα σήμερα δεν είναι «ξανά» «κανονικό». Όλη η θεσμική κατάρρευση που διαπιστώνουμε γύρω μας δεν είναι ατύχημα: είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας πορείας που δεν άλλαξε ρότα, αλλά απλώς άλλαξε κυβέρνηση.

Κομβικό σημείο σε όλη αυτή την πορεία γίνεται βέβαια το έγκλημα των Τεμπών και ό,τι αυτό προξένησε στη συλλογική ψυχή της κοινωνίας. Δεν ήταν το μοναδικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους αυτής της περιόδου. Το σκάνδαλο Predator, για παράδειγμα, είναι εξίσου βαρύ: με κυβερνητική εντολή και συναίνεση, ένα ξένο, μη συμμαχικό κράτος άκουγε τον αρχηγό του στρατού, τη μισή κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, εκδότες και επιχειρηματίες, και δεν έτρεξε κάστανο. Γιατί όμως αυτό δεν κινητοποίησε την ελληνική κοινωνία; Ίσως γιατί ο κόσμος σκέφτηκε «ας παρακολουθούνται κι ας φαγωθούν μεταξύ τους οι ισχυροί, εμένα τι με νοιάζει». Τα Τέμπη ήταν κάτι άλλο. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, διότι ο θάνατος ως απόρροια κρατικής πολιτικής ήρθε γύρω-τριγύρω μας. Εξ ου και φτάσαμε στη μεγαλύτερη διαδήλωση και διαμαρτυρία από συστάσεως του ελληνικού κράτους.

Στο επίκεντρο όλου του εγχειρήματος βρίσκεται η αίσθηση του «εμείς» και το πρόταγμά του. Αλλά με ποιους όρους και με ποια συνείδηση μπορεί να συγκροτηθεί ένα «εμείς» που να μπορεί να κάνει τη διαφορά; Και γιατί χρειάζεται διαφορά; Διότι αυτό που διαγιγνώσκει με ακρίβεια ο Ρινάλντι είναι πως έχουμε υπαρξιακή κρίση ως (μη) κυρίαρχη χώρα και (μη;) ζώσα κοινωνία. Μετατρεπόμαστε από χώρα σε χώρο, κόμβο εμπορίου, logistics, ενέργειας και ΝΑΤΟ, χωρίς ενδογενή παραγωγή και χωρίς κοινωνική συνοχή.

Οι συζητήσεις αυτές έχουν συχνά κλειστεί σε δύο χωριστά δωμάτια: στο ένα η αριστερά, με έμφαση στο κοινωνικό, στις αντιθέσεις μέσα στο σώμα ενός έθνους που δεν επιτρέπουν να μιλάς για ένα ενιαίο εθνικό συμφέρον, καθ’ ότι συντελείται από αντικρουόμενα επιμέρους (ταξικά) συμφέροντα. Στο άλλο η δεξιά, με έμφαση στο έθνος, η οποία συγκροτείται εν πολλοίς, και κάποιες φορές αποκλειστικά, από παλαιού τύπου εθνικισμό, αλλά πρωτίστως από υποτέλεια σε άλλα έθνη / κράτη και ετεροκαθορισμούς από αυτά. Σε υπερπατριωτισμούς άλλων πατρίδων, εν τέλει. Ο Ρινάλντι υπερβαίνει με τη σκέψη του αυτό το δίπολο. Όχι επειδή το αγνοεί ή το θεωρεί παρωχημένο, αλλά επειδή η έκτακτη συνθήκη, η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης που μας έχει καταπιεί, ορίζει αναπόδραστα την ανάγκη αυτής της σύνθεσης.

Η λογική είναι σαφής: κοινωνική συνοχή και κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορείς να έχεις σε μια μη κυρίαρχη χώρα. Αλλά για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα της κυριαρχίας της χώρας, δεν μιλάς μόνο ως εκπρόσωπος μιας κοινωνικής τάξης ή ενός α-κοινωνικού έθνους. Αναγκαστικά μιλάς σε εθνοκρατικό επίπεδο. Εξ ου και η έννοια της εθνοκοινωνικής συμμαχίας: μιας συμμαχίας που συναιρεί αυτά τα δύο άλλοτε διεστώτα, διότι η συνθήκη το επιβάλλει. Η σύνδεση εθνικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής συνοχής δεν μπορεί να γίνει χωριστά. Το ένα χωρίς το άλλο παραμένει, στις σημερινές συνθήκες, απλώς ευχολόγιο. Το δεύτερο βιβλίο θέτει το ερώτημα ως προς το αν υπάρχει στην Ελλάδα η κοινωνική διαθεσιμότητα για τη μετατροπή της σε βιώσιμη χώρα και κοινωνία, εν τέλει.

Ο συγγραφέας εντοπίζει ότι ο γνωσιακός πόλεμος, το Cognitive Warfare, έχει ενταχθεί επίσημα και ρητώς από το ΝΑΤΟ ως έκτο πεδίο επιχειρήσεων, με ρητό στόχο το ανθρώπινο μυαλό, τον δικό μας νου. Η κοινωνική μηχανική χρησιμοποιεί τον βομβαρδισμό συναισθήματος με απειλές, υγειονομικές, κλιματικές, ενεργειακές, πυρηνικές, για να παραλύει τη συνείδηση αντί να την αφυπνίζει

Το τελευταίο βιβλίο, «Ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε», γράφεται κυριολεκτικά σε παρόντα χρόνο: τα τελευταία άρθρα είναι του 2026, έως πολύ πρόσφατα. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος: ορίζοντας είναι αυτό μέχρι το οποίο μπορούμε να δούμε, αυτό μέχρι το οποίο μπορεί να φτάσει η ματιά μας, αυτό που ορίζει το τι βλέπουμε και πώς σκεπτόμαστε. Το κρίσιμο, βέβαια, είναι πάντα και τι βρίσκεται πέρα από αυτό.

Σε αυτό το πνεύμα ορίζονται έξι αξίες ως πλοηγοί στη διαπραγμάτευση του ορίζοντα που θέλουμε, που χρειάζεται, που μένει να κατακτηθεί: Αξιοπρέπεια, Ελευθερία, Δημοκρατία, Ανεξαρτησία, Κοινωνική Δικαιοσύνη, Εθνική Κυριαρχία. Δεν είναι λέξεις συνθηματικές: όσο περισσότερο τις επεξεργαστεί κανείς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι χωρίς ένα από αυτά τα ποδάρια, ολόκληρο το οικοδόμημα καταρρέει, υπό τις σημερινές συνθήκες.

Ανάμεσα στα πρωτότυπα εργαλεία ανάλυσης που εισάγει ο Ρινάλντι βρίσκεται η έννοια του «διαδρομισμού»: η άτυπη διαμεσολάβηση μέσω ειδικών σχέσεων που υποκαθιστά τη δημοκρατική λογική. Τη διακρίνει σε δύο μορφές: τον συστημικό, που εντοπίζεται στα καρτελοποιημένα κόμματα, στο lobbying, στα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης και στις πρεσβείες, και τον προθεσμικό ή γενεσιουργό, που εμφανίζεται στη φάση γέννησης κινημάτων και κομμάτων, με αυλικούς ανταγωνισμούς για πόστα και πλαίσιο.

Αξίζει να σταθούμε εδώ λίγο, διότι η ανάλυση αυτή φωτίζει κάτι που λείπει από τη συνήθη ελληνική συζήτηση. Μιλάμε συχνά για το πρόβλημα του ρουσφετιού και πώς θα φτιάξουμε δομές που να το καθιστούν δυσκολότερο. Αλλά το βαθύτερο ζήτημα είναι άλλο. Ο βουλευτής ανήκει στη νομοθετική εξουσία. Η μόνη εξουσία που έχει είναι να ψηφίζει νόμους, υπέρ ή κατά, αναλόγως αν ανήκει στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση. Δεν έχει άλλη εξουσία. Άρα δεν έχει άλλη οφειλή να προβάλλει πάνω στον πολίτη. Μόνο στο βαθμό που συντηρεί συστήματα ρουσφετιού ή διατηρεί τη δυσλειτουργία ενός κράτους που σε αναγκάζει να ζητήσεις τη διαμεσολάβησή του, αποκτά λόγο ύπαρξης απέναντι στην κοινωνία. Μιλάμε, ουσιαστικά, για παράτυπη νόσφιση εκτελεστικής εξουσίας. Το ρουσφέτι δεν είναι παρενέργεια, είναι raison d’être.

***

Η ανάλυση του Ρινάλντι δεν είναι φορτωμένη με ιδεολογικά σχήματα που λειτουργούν κυρίως ως shibboleth, ως κωδικές λέξεις αναγνώρισης μεταξύ ομοϊδεατών. Απευθύνεται σε κόσμο πέρα από τις γνώριμες διακρίσεις και σε ανθρώπους που νοιάζονται για τα μεγάλα ερωτήματα και είναι διατεθειμένοι να τα επεξεργαστούν. Διότι υπάρχουν άνθρωποι στον κύκλο του καθενός μας που υπερψηφίζουν την κυβέρνηση όχι επειδή θέλουν να αλλάξει κάτι, αλλά ακριβώς επειδή δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Όχι επειδή είναι βολεμένοι, αλλά επειδή διακατέχονται από έναν φόβο. Αυτοί όμως δεν έχουν κατά νου καν το μέλλον της επόμενης γενιάς, ακόμα κι αν αποτελείται από τα βιολογικά τους τέκνα, η οποία με αυτή τη συνθήκη έχει ως μοναδικό ορίζοντα την αποδημία. (Εξαίρεση αποτελεί το αν συμπεριλαμβάνονται σε μία απολύτως τακτοποιημένη μικρή μειονότητα που έχει λαμβάνειν. Δεν απευθύνεται σε αυτήν ο προβληματισμός των βιβλίων.)

Και εδώ εντοπίζεται ένα από τα βαθύτερα προβλήματα που θέτουν τα βιβλία: η γιγαντιαία μετανάστευση των νέων. Εκείνοι που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη μιας βιώσιμης χώρας, εκείνοι για τους οποίους το διακύβευμα είναι το πλέον επώδυνο, φεύγουν. Και μένουμε με μια κοινωνία δημογραφικά γερασμένη, που αναπαράγει συγκεκριμένες εκλογικές συμπεριφορές και μικρότερη κοινωνική διαθεσιμότητα για πραγματική πολιτική αλλαγή. Σπάνια μελετητές θα πουν ότι την αλλαγή την κάνουν οι κολασμένοι από μόνοι τους. Συνήθως υπάρχει μια αντι-ελίτ των «απόξω», αλλά με όλα τα θεσμικά διαπιστευτήρια των «από μέσα», που δίνει σχήμα στη λαϊκή οργή (έτσι τουλάχιστον καταδεικνύει μεθοδικά ο Peter Turchin). Το ερώτημα είναι πού βρίσκεται αυτή η αντι-ελίτ σήμερα στην Ελλάδα.

Για τη «Γυμνή Μετάβαση» και το νόημά της, η κεντρική ιδέα ίσως είναι ότι δεν υπάρχει πια εποχή κυοφορίας. Δεν κυοφορούμε κάτι νέο, κάτι καλύτερο. Μεταβαίνουμε σε μια ακραία φάση του καπιταλισμού χωρίς εναλλακτικό κοινωνικό υποκείμενο, χωρίς συναίνεση, χωρίς δημόσιο χώρο, μέσα σε πλήρη εξατομίκευση. Και η εξατομίκευση υπονομεύει την κοινωνική διαθεσιμότητα. Όταν κάθε νόημα σε αφορά μόνο ατομικά, δεν αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει ατομικός ορίζοντας χωρίς το συλλογικό.

***

Ο Ρινάλντι εντοπίζει επίσης ότι ο γνωσιακός πόλεμος, το Cognitive Warfare, έχει ενταχθεί επίσημα και ρητώς από το ΝΑΤΟ ως έκτο πεδίο επιχειρήσεων, με ρητό στόχο το ανθρώπινο μυαλό, τον δικό μας νου. Η κοινωνική μηχανική χρησιμοποιεί τον βομβαρδισμό συναισθήματος με απειλές, υγειονομικές, κλιματικές, ενεργειακές, πυρηνικές, για να παραλύει τη συνείδηση αντί να την αφυπνίζει. Αντιλαμβάνεται κανείς την εμβέλεια των πραγμάτων για τα οποία μιλάμε, καθώς και τη λογική της κουλτούρας ακύρωσης (μαγική σκέψη: διαφωνούμε, άρα συμπεραίνω ότι δεν υπάρχεις καν) ως αντίθετο της διαβούλευσης.

Η διάκριση που κάνει ο Ρινάλντι ανάμεσα στο να «αλλάξουμε κυβέρνηση» και στο να «αλλάξουμε ρότα» είναι θεμελιώδης. Δεν είναι απλώς ζήτημα κυβερνησιμότητας. Κι εδώ, παραδόξως, η διάγνωσή του συμπίπτει με άλλων από αλλού που θα μιλήσουν για χώρα «μη διακυβερνήσιμη», διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εθνικής εμβέλειας συζήτηση σχετικά με ζωτικά ζητήματα, προβλήματα, κατευθύνσεις και προορισμούς. Συγκλίνουν λοιπόν πολλοί και από αντιφατικές μπάντες στο συμπέρασμα: πρέπει να αλλάξουμε ρότα (άλλο τώρα το ποια νέα ρότα εννοεί ο καθείς). Πρέπει να υπάρξει άλλος ορίζοντας σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε μια σαφή εκδοχή παγκόσμιου πολέμου. Η εθνοκοινωνική συμμαχία και ο στρατηγικός ορίζοντας δεν είναι απλώς επιθυμητά. Είναι όροι επιβίωσης.

Χαίρομαι ιδιαίτερα που αυτή η τριλογία ξαναφέρνει στη συζήτηση φωνές όπως του Κωστή Μοσκώφ και του Νίκου Σβορώνου. Όχι νοσταλγικά, αλλά ως πηγές κατανόησης του παρόντος, ως «πλάτες» για να δούμε ψηλότερα. Έχουν να δώσουν πολλά σήμερα, και η επαναφορά τους στον δημόσιο διάλογο είναι από μόνη της μια πολύτιμη παρακαταθήκη αυτού του εγχειρήματος.

Να διαβάζετε Ρούντι Ρινάλντι. Διότι αν η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από κάτι, δεν είναι ακόμα ένα κόμμα ή έναν σωτήρα ακόμα. Είναι ένα κοινό «εμείς» που να σκέφτεται, να παράγει και να υπερασπίζεται τα ζείδωρα. Σε μια φαινομενικά νεκρή κοινωνία, ο διάλογος δεν ανοίγει, αλλά ο Ρινάλντι ανοίγει τον χορό με τρεις συγκροτημένες προτάσεις λόγου. Χορεύουμε;

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!