Β΄ μέρος: Βασικές μεθοδολογικές προδιαγραφές
Στο προηγούμενο σημείωμα, που αφορούσε μια εισαγωγή στο θέμα, τονίσαμε πως ο ηγεμονικός «προσαρμοστικός ρεαλισμός» των κυρίαρχων ελίτ στην χώρα πηγάζει από την ειδική ποιότητα του μεταπρατικού εξαρτημένου χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού «Ελλάδα», όπως αυτός αναπτύσσεται, υπάρχει, αναπαράγεται. Η αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού ρεαλισμού δεν μπορεί να ξεκινά ούτε από το κενό ούτε από ονειροπολήσεις και νοσταλγικά στερεότυπα, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση: η πραγματικότητα δεν μπορεί να αποτυπωθεί ουδέτερα, χωρίς το στοιχείο της οραματικής προβολής.
Πραγματικότητα και οραματική προβολή
Η ανάλυσή της οφείλει να εμπεριέχει μια προοπτική υπέρβασης – μια οραματική κατεύθυνση που, βασισμένη στη μελέτη της ελληνικής πραγματικότητας και των ιδιομορφιών της, αναδεικνύει τις αντιθέσεις και τα όριά της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οφείλουμε να παρεμβαίνουμε ριζοσπαστικά: να επινοούμε τρόπους επίλυσης των αντιθέσεων και υπέρβασης των περιορισμών που η ίδια η πραγματικότητα θέτει. Επομένως μια πρώτη μεθοδολογική απαίτηση είναι κάθε ανάλυση να ενσωματώνει και τον στόχο, αυτό που επιδιώκεται να πετύχουμε. Δεν αρκεί μια απλή, ουδέτερη «φωτογράφηση» της κατάστασης· απαιτείται η συνειδητή υποκειμενική παρέμβαση σε αυτήν. Σε αυτή τη βάση, αναπτύσσεται μια διαρκής προσπάθεια αναζήτησης δρόμων –μικρών ή μεγάλων, άμεσων ή έμμεσων– που οδηγούν πέρα από το υπάρχον. Και έτσι γεννιέται μια νέα μορφή μαχητικότητας, ικανή να συνδέει την κατανόηση της πραγματικότητας με τη μεταμόρφωσή της.
Η διαπίστωση πως υπάρχει ένα μεγάλο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας θέτει με ειδικούς όρους το τι σημαίνει υπέρβαση και μεταμόρφωση αυτής της πραγματικότητας. Σημαίνει επίσης κατανόηση ότι το πεδίο είναι η συνολική πορεία της χώρας μέσα σε ένα ιδιαίτερα ασταθές μεταβατικό και αβέβαιο περιβάλλον, και με πολύ περιορισμένες δυνατότητες άσκησης μιας άλλης πολιτικής – εντός του σημερινού πλαισίου και συσχετισμού δυνάμεων. Εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, και σε μεγάλο βαθμό δυσμενές περιβάλλον. Γιατί από το 2010, μετά τη Χρεοκοπία, το καθεστώς που έχει επιβληθεί και η μετάπτωση της χώρας σε μετανεωτερική αποικία δημιουργούν ένα πιο ασφυκτικό πλαίσιο επίλυσης του Υπαρξιακού Προβλήματος.
Επομένως ένα σύγχρονο Υποκείμενο που θα ήθελε να αναμετρηθεί με αυτό το πρόβλημα οφείλει, πρώτον, να έχει πλήρη επίγνωση της δυσκολίας και της συνθετότητας που έχει, και βεβαίως να μην «λυγίσει» μπροστά στη δυσκολία και να μην μετακυλήσει από το αναγκαίο στάτους του ριζοσπαστικού ρεαλισμού σε κάποια εκδοχή ενσωματωμένου προσαρμοστικού ρεαλισμού. Γι’ αυτό η οραματική προβολή για την οποία μιλήσαμε αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο συγκρότησης του ίδιου του ριζοσπαστικού ρεαλισμού. Δεύτερη μεγάλη προϋπόθεση είναι η διάσταση της έννοιας «χώρα» και η αναζήτηση μιας λύσης, μιας διεξόδου με αυτούς τους όρους, κι όχι με κάποιους άλλους.
Χώρα, εθνοκρατικό και εθνοκοινωνικό στοιχείο
Πριν μερικά χρόνια χρησιμοποιήσαμε ευρύτατα την έννοια της «χώρας», γεγονός που παραξένεψε αρκετούς στον χώρο της αριστεράς, και γενικότερα όσους έχουν έναν απλουστευτικό, «δυαδικό» τρόπο σκέψης-παρουσίασης των αντιθέσεων και πλευρών ενός κοινωνικού σχηματισμού (βάσει του σχήματος «κεφάλαιο/εργασία», αστική τάξη/προλεταριάτο). Ήταν η εποχή που όλοι νόμιζαν ότι η παγκοσμιοποίηση δεν αφήνει καθόλου χώρο και έδαφος για την ύπαρξη του «κράτους/έθνους», ή των χωρών όπως τις είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε…
Παράλληλα επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον στην έννοια της γεωπολιτικής, εκτιμώντας πως η είσοδος –τουλάχιστον από το 2015– σε μια έντονη διατάραξη σχέσεων και δεδομένων σε ολόκληρο τον ορίζοντα (ευρωπαϊκό, μεσογειακό, βαλκανικό αλλά και ευρύτερα διεθνή) θα προοιώνιζε και θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις εγχώριες εξελίξεις.
Στα χρόνια που πέρασαν από τότε, μια δεκαετία ολόκληρη, πολλά άλλαξαν: με την πολυοργανική κρίση και αναδιάρθρωση του καπιταλισμού· με την εμφάνιση και ισχυροποίηση αναδυόμενων ισχυρών κέντρων· με την πανδημία και τη γενική δοκιμή μέτρων χειραγώγησης μεγάλων πληθυσμών και εμπέδωσης της ψηφιοποίησης σε τομείς όπως εργασία και εκπαίδευση, και του βιοπολιτικού ελέγχου· με το τέλος της κλασικής παγκοσμιοποίησης και την ενδόρρηξη σε μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Βρετανία, Ε.Ε.). Τα συνθήματα ακόμα και των πιο ισχυρών κοσμοκρατορικών κέντρων, που αποκτούν «πατριωτικό» μεγαλοϊδεατικό μανδύα («να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά», ο «ρωσικός κόσμος», οι «κινεζικές ιδιαιτερότητες»), αλλά και η αναδίπλωση πολλών δυνάμεων, συνυπάρχουν με ισχυρές τάσεις (σε παγκόσμιο επίπεδο) ανεύρεσης δρόμων απαγκίστρωσης από τα δεσμά του Δυτικού πολυεθνικού εναγκαλισμού-στραγγαλισμού.
Όλα δείχνουν ότι το «εθνοκρατικό» επίπεδο ξαναποκτά σημασία και επικαιρότητα (παρά το ενιαίο του ψηφιακού κόσμου και των παγκοσμιοποιητικών οραμάτων που κατέκλυζαν το δημόσιο φαντασιακό και την πολιτική σφαίρα). Και σε περιπτώσεις χωρών που έχουν μεγάλο βαθμό εξάρτησης από τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, το «εθνοκοινωνικό» είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία αντίστασης και αντιστροφής μιας κατεύθυνσης. Όποιος θελήσει μια πιο αυτόνομη πορεία, όποιος αμφισβητήσει στα σοβαρά την εξάρτηση από τον Δυτικό παράγοντα και τους καταναγκασμούς του, είναι υποχρεωμένος να δει και να περιφρουρήσει στοιχεία της εθνοκρατικής υπόστασης, και βεβαίως να συγκροτήσει μια εθνοκοινωνική δύναμη που να μπορεί να κατακτήσει βαθμούς κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.
Επομένως το «εθνοκρατικό» στοιχείο, ως στοιχείο που δίνει έμφαση σε όλα τα στοιχεία μιας πραγματικά ανεξάρτητης κυριαρχικής υπόστασης μιας χώρας, μαζί με το «εθνοκοινωνικό» στοιχείο ως δυναμικό στοιχείο μιας πολιτικής κοινωνικής συμμαχίας δυνάμεων στο εσωτερικό μιας χώρας, είναι τα δομικά στοιχεία που μπορούν να συγκροτήσουν σήμερα τη «χώρα» σε υποκείμενο στις σύγχρονες συνθήκες.
Συγκροτώντας άρα τις προϋποθέσεις ύπαρξης και στήριξης του «εθνοκρατικού» στοιχείου, και επιμένοντας στη σύμπηξη ενός κοινωνικού συνασπισμού δυνάμεων στην κατεύθυνση της εθνικής κυριαρχίας και της κοινωνικής αλλαγής (δηλαδή ενός συγκεκριμένου «εθνοκοινωνικού» μπλοκ), μπορεί να αποδοθεί ένα συγκεκριμένο-σύγχρονο νόημα (και ένας μάχιμος στόχος συγκρότησης και προοπτικής) στην έννοια «χώρα».
Η πολιτικοποίηση του όρου «χώρα» σημαίνει ότι ο Τόπος δεν βιώνεται από τον λαό του, από τους πολίτες του, απλά σαν χώρος διαχείρισης, σαν οικόπεδο και αποικία, σαν κόμβος διεθνών δυνάμεων, σαν αποθήκη εμπορευμάτων και περιττών ανθρώπων – αλλά ως Πατρίδα με νόημα και αξιοπρέπεια, ως Τόπος ιστορίας και πολιτισμού, αγώνων και παρακαταθηκών, ως Σημείο ειρήνης, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.
Η πολιτικοποίηση του όρου «χώρα» σημαίνει τη δυναμική μετατροπή της σε υποκείμενο για τον εαυτό της, και άρα για την ίδια την ύπαρξή της ως αυτοτελούς μονάδας στο παζλ των 200 και πλέον χωρών, με δική της φωνή και άποψη – όχι υπόδουλη σε άλλες δυνάμεις ή επιχειρήσεις
Ελληνικός μονόδρομος
Η πολιτικοποίηση του όρου «χώρα» σημαίνει τη δυναμική μετατροπή της σε υποκείμενο για τον εαυτό της, και άρα για την ίδια την ύπαρξή της ως αυτοτελούς μονάδας στο παζλ των 200 και πλέον χωρών, με δική της φωνή και άποψη – όχι υπόδουλη σε άλλες δυνάμεις ή επιχειρήσεις. Αυτό θα σήμαινε πρακτικά να πάψει να είναι «πειραματόζωο» της εξάρτησης όπως είναι εδώ και δεκαετίες, και να αποκτήσει μια δική της ανεξάρτητη φωνή και υπόσταση.
Η διάνοιξη ενός ελληνικού δρόμου για την απάντηση του Υπαρξιακού Προβλήματος της Ελλάδας είναι σχεδόν μονόδρομος. Σημαίνει υπερπροσπάθεια να αναλυθούν, να εξηγηθούν οι κακοδαιμονίες και οι αρμοί τους στον κοινωνικό σχηματισμό, και σε όλες τις ιδεολογικές και φαντασιακές εκδηλώσεις νομιμοποίησης της εξάρτησης και της διπλής εκμετάλλευσης και καταπίεσης (εθνικής και ταξικής συνάμα). Σημαίνει συνειδητή στράτευση σε ένα σχέδιο απαλλαγής από την κοινωνική και εθνική αλλοτρίωση λαού και χώρας.
Επομένως, για να φθάσουμε από τη σημερινή κατάσταση κενού Υποκειμένου στην οραματική προβολή μιας χώρας που έχει βαθμούς αυτονομίας, νόημα ύπαρξης, σοβαρή συγκρότηση (παραγωγική-πολιτιστική αλλά και αποτροπής απέναντι σε κάθε είδους επιβουλές), φιλειρηνική και με δική της φωνή στα διεθνή ζητήματα, με κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική αξιοπρέπεια, υπάρχει μακρύς δρόμος. Το κλειδί είναι η συγκρότηση ενός Υποκειμένου με πλήρη συνείδηση της οραματικής προβολής και με την πολιτικοποίηση που απαιτείται για μια τέτοια πορεία.
Αλλά πριν προχωρήσουμε πρέπει να ξαναθέσουμε την κεντρικότητα των εννοιών «χώρα» υπό τη μορφή που εξετάσαμε, τη σημασία της «εθνοκρατικής συγκρότησης» και την υπεραναγκαία εθνοκοινωνική συμμαχία για την στήριξη μιας κατ’ ουσία αποσύμπλεξης από τα δεσμά της εξάρτησης και του μεταπρατισμού μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει. Προσοχή: το σχέδιο αυτό, αυτή η οραματική προβολή, αυτή η ανάγκη απάντησης του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν. Οφείλει να στηριχθεί σε έναν σύγχρονο, γειωμένο, ριζοσπαστικό ρεαλισμό και αναγνώριση του νέου «τοπίου» που διαμορφώνει η οικονομική και γεωπολιτική εξέλιξη σε ευρύτατο πεδίο. Οι βαθμοί αυτονομίας ή κυριαρχίας της χώρας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μια επιστροφή της μορφής ανεξαρτησίας με όρους του 20ού αιώνα ή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των δεκαετιών 1960-70.
Ποιους αφορά ένα τέτοιο σχέδιο εθνικής κυριαρχίας και κοινωνικής αλλαγής (ας μιλήσουμε για τις δύο μεγάλες εγκαταλείψεις)
Ένας στόχος «Πατρίδα με νόημα και αξιοπρέπεια, ως Τόπος ιστορίας και πολιτισμού, αγώνων και παρακαταθηκών, ως Σημείο ειρήνης, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης», ποιους αφορά σήμερα στην Ελλάδα; Αφορά την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Μπορεί να εκφράσει και να εμπνεύσει το φτωχό τμήμα του πληθυσμού, τους εργαζόμενους του χεριού και του πνεύματος, τους ανθρώπους που ζουν από την εργασία της και μόνο, τους αυτοαπασχολούμενους, τους συνταξιούχους, τη νεολαία που της στερείται κάθε μέλλον, τον κόσμο της υπαίθρου και της περιφέρειας που μαραίνεται, την πολυκοσμία των πόλεων στις οποίες όλες τις υποδομές διαλύονται και οι άνθρωποι αποξενώνονται. Αυτές οι δυνάμεις, κατακερματισμένες και ασύνδετες σήμερα, έχουν απέναντί τους την ιερή συμμαχία των ελίτ της οικονομίας, του πολιτικού συστήματος, των πρεσβειών, του συνόλου του μεταπρατικού καπιταλιστικού κόσμου και της εξάρτησης, μαζί με όλους τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης και καταναγκασμού.
Πάνω σε αυτήν την αντίθεση μπορεί και πρέπει να συγκροτηθεί ένα ευρύτατο Υποκείμενο. Πριν όμως περάσουμε σε αυτό πιο αναλυτικά, είναι απαραίτητο να μιλήσουμε για τις δύο βασικές εγκαταλείψεις. Μία γενική και μία ειδική. Για την ειδική έχουμε κάνει λόγο και θα προσθέσουμε λίγα πράγματα: Πρόκειται για την εγκατάλειψη της ποιότητας «μεταπρατισμός» και «εξάρτηση» από όλο τον πολιτικό κόσμο και την εν γένει Αριστερά. Ακόμα και το «σκληρό» ΚΚΕ έχει ξεχάσει να αναφέρεται στον ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη χώρα μας (δες και ανακοίνωση για τα 59 χρόνια από την επιβολή της φασιστικής δικτατορίας, όπου δεν γίνεται καμία νύξη για τον ρόλο των ΗΠΑ).
Στα πλαίσια αυτής της «εγκατάλειψης» και δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά για το πώς βάθυναν –και απόκτησαν και άλλη ποιοτική διάσταση– τα στοιχεία της εξάρτησης και του μεταπρατισμού μετά τη Χρεοκοπία και τα Μνημόνια. Η εγκατάλειψη αυτή οδηγεί τις μεν συστημικές δυνάμεις να θεωρούν τη χώρα ως εξελιγμένη κατά τα δυτικά ευρωπαϊκά στάνταρ και να περηφανεύονται για αυτά, οι δε αριστερές δυνάμεις να θεωρούν τη χώρα σαν ιμπεριαλιστική που μετέχει στην αναδιανομή του κόσμου και επιδιώκει μια καλύτερη θέση μέσα στην αναδιανομή. Δεν περνάει καθόλου από το μυαλό τους ότι είναι πεδίο αναδιανομής και διάλυσης στοιχείων της κυριαρχίας της, γενικευμένης εκποίησής της.
Η δεύτερη, γενικότερη εγκατάλειψη είναι εξίσου σημαντική, και δεν αφορά μόνο την βασική ιδιομορφία της Ελλάδας ως μεταπρατικής και εξαρτημένης χώρας. Πρόκειται για την εγκατάλειψη των λαϊκών στρωμάτων από το πολιτικό σύστημα, και ιδίως τις δυνάμεις της αριστεράς.
Ο Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί στο βιβλίο του «Κεφάλαιο και Ιδεολογία» (2019), και πιο συγκεκριμένα στο 14ο κεφάλαιο με τίτλο «Αναθεωρώντας τον κοινωνικό διαχωρισμό: Βραχμανική Αριστερά εναντίον Εμπορευόμενης Δεξιάς», αναφέρεται σε ένα νέο κοινωνικό πολιτικό τοπίο. Με τον όρο «Βραχμανική Αριστερά» περιγράφει τη νέα εκλογική βάση της Αριστεράς που, ενώ παραδοσιακά εκπροσωπούσε τους εργάτες και τα χαμηλά στρώματα (τον «κόσμο της εργασίας»), από τη δεκαετία του 1970 και μετά άρχισε να προσελκύει όλο και περισσότερο τους ψηφοφόρους με υψηλή μόρφωση και φυσικά άλλο κοινωνικό προφίλ. Ο όρος «Βραχμανική» εκφράζει μια μεταφορά-αναλογία με την ινδική κάστα των Βραχμάνων, που ήσαν οι πνευματικοί άνθρωποι και δάσκαλοι. Στον άλλο πόλο των σύγχρονων κοινωνιών βρίσκεται γενικά η «Εμπορευόμενη Δεξιά», που εκπροσωπεί την ελίτ του πλούτου και των επιχειρήσεων. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, που τη μελετά με πλήθος εμπειρικών στοιχείων από την κοινωνική εκπροσώπηση των δύο πόλων, είναι η ενδιάμεση περιοχή, που αποτελείται κατά βάση από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και των αποκλεισμένων στρωμάτων. Αυτή η περιοχή στερείται εκπροσώπησης από τον αριστερό χώρο, και έτσι αφήνονται περιθώρια σε άλλες δυνάμεις (συνήθως ακροδεξιών απολήξεων) να την καταλαμβάνουν.
***
Η πιο ουσιαστική και άμεση Πολιτική Συνέπεια από αυτή τη μετατόπιση είναι η εγκατάλειψη των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία συχνά νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται από κανέναν από τους δύο πόλους.
Στο έδαφος αυτής της μεγάλης εγκατάλειψης έχουν γεννηθεί πλήθος από νέα κινήματα που δεν έχουν αναφορά στην παραδοσιακή αριστερά: Αγανακτισμένοι στην Ισπανία, Πλατείες στην Ελλάδα και κίνημα των Τεμπών, 5 Αστέρια στην Ιταλία και πορεία τους, Κίτρινα Γιλέκα στην Γαλλία κ.λπ. Αλλά και κόμματα της Αριστεράς, όπως του Μελανσόν (Γαλλία) και της Βάγκενκνεχτ (Γερμανία), κινήθηκαν έξω από το πλαίσιο της «βραχμανικής» και παγκοσμιοποιητικής αριστεράς.
Στη χώρα μας ο συνδυασμός των δύο «εγκαταλείψεων» θέτει ειδικά καθήκοντα και προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός πραγματικού Υποκειμένου και τη διατύπωση θέσεων και ουσίας ενός μεγάλου Ριζοσπαστικού Ρεαλισμού.
Το έδαφος της Πολιτικής (σκόπιμα με κεφαλαίο Π) και του Πολιτικού Κινήματος και της σημασίας του έρχονται στο επίκεντρο των μεθοδολογικών προϋποθέσεων του Ριζοσπαστικού Ρεαλισμού. Με αυτά θα ασχοληθούμε στο 3ο σημείωμα.







































































