Η πρόσφατη εκδήλωση της ONEX στα ναυπηγεία Ελευσίνας και η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτέλεσαν ακόμη μία ευκαιρία για την κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα γνώριμο αφήγημα: ότι η Ελλάδα «αναβαθμίζεται γεωπολιτικά», μετατρέπεται σε κόμβο ενέργειας και μεταφορών και αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στη νέα διεθνή οικονομική πραγματικότητα. Η ναυτιλία, τα ναυπηγεία, το LNG και οι στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ εμφανίζονται ως τα θεμέλια μιας νέας αναπτυξιακής εποχής.
Πίσω όμως από τη ρητορική της «εθνικής επιτυχίας» κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Ποιος ακριβώς αναβαθμίζεται; Η ελληνική οικονομία ως παραγωγικό σύστημα, ή συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα; Και η πορεία αυτή οδηγεί σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη, ή σε βαθύτερη εξάρτηση από τις στρατηγικές επιλογές ισχυρότερων χωρών και πολυεθνικών δικτύων;
Πόσο «Ελληνική» είναι η Ναυτιλία
Η ελληνική ναυτιλία παρουσιάζεται συχνά ως η άλλη «βαριά βιομηχανία» της χώρας (μαζί με τον τουρισμό). Πράγματι, ο ελληνόκτητος στόλος διατηρεί ηγετική θέση διεθνώς, ελέγχοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και πάνω από το 60% της ευρωπαϊκής. Όμως η διαπίστωση αυτή οδηγεί συχνά σε ένα αυθαίρετο συμπέρασμα: ότι η ισχύς του ελληνικού εφοπλισμού ταυτίζεται με την ισχύ της ελληνικής οικονομίας.
Στην πραγματικότητα, το εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί έναν ιδιαίτερο τομέα, σε μεγάλο βαθμό αποσπασμένο από την εγχώρια παραγωγική βάση. Οι ναυτιλιακές δραστηριότητες είναι πλήρως διεθνοποιημένες, τα πλοία δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιες αγορές, σημαντικό μέρος τους φέρει ξένες σημαίες, ενώ τα πληρώματα είναι κατά κανόνα πολυεθνικά και όχι ελληνικά. Η συσσώρευση πλούτου που παράγεται από τη ναυτιλία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε παραγωγικές επενδύσεις στη χώρα.
Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινούρια. Ήδη από τον 19ο αιώνα το εμπόριο και η ναυτιλία λειτουργούσαν σε διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο, αλλά τα κέρδη που συσσωρεύονταν δεν διοχετεύονταν αυτούσια στη δημιουργία πραγματικού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια διαχρονική ιδιαιτερότητα του ελληνικού καπιταλισμού: η ύπαρξη ισχυρών εξωστρεφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που δεν οδηγούν αναγκαστικά σε αντίστοιχη ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.
Ακριβώς γι’ αυτό η επίκληση του μεγέθους του ελληνόκτητου στόλου ως απόδειξη της «εθνικής ισχύος» είναι παραπλανητική. Το εφοπλιστικό κεφάλαιο δρα σε μεγάλο βαθμό ως παγκόσμιο κεφάλαιο με ελληνική καταγωγή, και όχι ως κεφάλαιο οργανικά ενταγμένο στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Η φορολογική του μεταχείριση, μάλιστα, παραμένει προνομιακή, βασισμένη σε ένα πλέγμα ειδικών απαλλαγών και διευκολύνσεων που δεν ισχύουν για άλλους παραγωγικούς κλάδους. Η απόσπαση αυτή από την ελληνική πραγματικότητα δημιουργεί ισχυρούς πόλους οικονομικής εξουσίας, που υπερβαίνουν συχνά τις όποιες εσωτερικές ισορροπίες (θα θυμάστε τον κ. Λασκαρίδη να λέει ότι δεν χρειάζονται τον πρωθυπουργό, κι ότι τον έχουν χεσμένο…).
Η «χρυσή ευκαιρία» του αμερικάνικου LNG
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συζήτηση για το LNG και τον νέο γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως εθνικό επίτευγμα τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακή πύλη της Ευρώπης. Όμως η στρατηγική αυτή δεν προέκυψε από κάποιο ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αποτελεί κυρίως συνέπεια της αναδιάταξης των ενεργειακών ροών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, και της προσπάθειας των ΗΠΑ να υποκαταστήσουν το ρωσικό φυσικό αέριο με αμερικανικό LNG στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η δυναμική επέκταση των Ελλήνων εφοπλιστών στα πλοία μεταφοράς LNG εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται έντονη αύξηση των παραγγελιών νέων LNG carriers, ενώ οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές αναγνωρίζουν τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας ως πύλης μεταφοράς αμερικανικού φυσικού αερίου προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η εξέλιξη συνιστά πράγματι εθνική αναβάθμιση, ή αν πρόκειται για βαθύτερη πρόσδεση της χώρας στις στρατηγικές επιδιώξεις μιας μεγάλης δύναμης. Η Ελλάδα δεν καθορίζει τις ενεργειακές προτεραιότητες. Λειτουργεί ως ενδιάμεσος κόμβος σε μια αλυσίδα σχεδιασμένη αλλού. Η αξία που παράγεται δεν προκύπτει από εγχώρια παραγωγή τεχνολογίας, βιομηχανίας ή καινοτομίας, αλλά από τη διαμεσολάβηση, τη μεταφορά και τις υπηρεσίες. Αν αύριο αλλάξουν οι ενεργειακές προτεραιότητες της Ουάσινγκτον ή των Βρυξελλών, η Ελλάδα δεν θα βρεθεί με μια ισχυρότερη παραγωγική οικονομία, αλλά με μια οικονομία ακόμη πιο εξαρτημένη από δραστηριότητες που δεν ελέγχει η ίδια.
Το μεταπρατικό μοντέλο ως πληγή
Αυτό ακριβώς είναι το βασικό χαρακτηριστικό του μεταπρατικού μοντέλου ανάπτυξης. Η χώρα δεν αναβαθμίζεται επειδή αποκτά μεγαλύτερο έλεγχο στα μέσα παραγωγής ή επειδή αναπτύσσει ισχυρή βιομηχανική βάση. Αντίθετα, εξειδικεύεται στον ρόλο του μεσάζοντα: στις μεταφορές, στη διακίνηση ενέργειας, στα logistics και στις υπηρεσίες που εξυπηρετούν διεθνή κέντρα οικονομικής ισχύος. Την ίδια στιγμή τα φιλέτα (υποδομές, φυσικοί πόροι, γη) βγαίνουν στο σφυρί, και ο τόπος αντιμετωπίζεται ως οικόπεδο προς πώληση, με ασύλληπτες συνέπειες για την κοινωνική συνοχή και τη βιωσιμότητά του.
Γι’ αυτό και η πανηγυρική αφήγηση περί «εθνικής αναβάθμισης» χρειάζεται σοβαρή κριτική αποτίμηση. Η ισχύς του εφοπλιστικού κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με την ισχύ της κοινωνίας. Και η συμμετοχή της Ελλάδας στους ενεργειακούς και γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ δεν συνιστά από μόνη της αναπτυξιακή στρατηγική. Μπορεί, αντίθετα, να αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή ενός παλιού προβλήματος: της αναπαραγωγής ενός μοντέλου εξαρτημένης και μεταπρατικής ανάπτυξης που εμφανίζεται ως εθνική επιτυχία, ενώ στην πραγματικότητα περιορίζει τις δυνατότητες μιας ουσιαστικά παραγωγικής και κοινωνικά δίκαιης πορείας.
Ναυπηγεία ONEX: Άλλο ένα επεισόδιο της αμερικανικής απόβασης
Η επαναλειτουργία και αναβάθμιση των ναυπηγείων Σύρου και Ελευσίνας από την ONEX παρουσιάζεται ως μια μεγάλη εθνική επιτυχία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ακόμη ένα κεφάλαιο της βαθύτερης αμερικανικής διείσδυσης στην ελληνική οικονομία και στις στρατηγικές υποδομές της χώρας.
Από την πρώτη στιγμή, το εγχείρημα στηρίχθηκε από αμερικανικούς χρηματοδοτικούς και πολιτικούς μηχανισμούς, με την εμπλοκή της αμερικανικής αναπτυξιακής τράπεζας DFC και τη διαρκή στήριξη της αμερικανικής πρεσβείας. Η αναβίωση των ναυπηγείων δεν συνδέεται μόνο με εμπορικές δραστηριότητες, αλλά και με τον ευρύτερο σχεδιασμό των ΗΠΑ για την Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο αυξανόμενης αντιπαράθεσης με την Κίνα.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να περιορίσει την κινεζική επιρροή στα ευρωπαϊκά λιμάνια και στις θαλάσσιες μεταφορές. Μετά τον Πειραιά της COSCO, τα ναυπηγεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ως υποδομές συντήρησης, επισκευής και υποστήριξης εμπορικών και στρατιωτικών στόλων. Η Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε κρίσιμο κρίκο της αμερικανικής ναυτιλιακής και αμυντικής αλυσίδας στην περιοχή.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η ONEX επιδιώκει να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο της σε ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, διεκδικώντας συμβόλαια που συνδέονται τόσο με την εμπορική ναυτιλία όσο και με αμυντικά προγράμματα.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πρόκειται για μια ελληνική βιομηχανική αναγέννηση ή για την ενσωμάτωση των ναυπηγείων σε έναν γεωπολιτικό σχεδιασμό που διαμορφώνεται στην Ουάσινγκτον; Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα δείχνουν περισσότερο το δεύτερο. Η «επιστροφή» της ναυπηγικής βιομηχανίας συντελείται όχι ως αποτέλεσμα ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, αλλά ως μέρος της αναδιάταξης ισχύος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα στην ευρύτερη περιοχή.
Οι «Αφορολόγητοι»
Στην Ελλάδα της «ελεύθερης αγοράς» και της διαρκούς επίκλησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, υπάρχει μια κατηγορία κεφαλαίου που απολαμβάνει ένα προνόμιο σχεδόν αποικιακών διαστάσεων: το εφοπλιστικό. Ενώ μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες φορολογούνται για κάθε ευρώ εισοδήματος, οι εφοπλιστές εξακολουθούν να λειτουργούν υπό ένα ειδικό καθεστώς συνταγματικά κατοχυρωμένων εξαιρέσεων.
Η φορολόγηση βάσει χωρητικότητας των πλοίων αντί των πραγματικών κερδών, οι δεκάδες φοροαπαλλαγές και η προστασία που παρέχει το άρθρο 107 του Συντάγματος δεν αποτελούν απλώς ένα ευνοϊκό πλαίσιο. Αποτελούν μια μορφή θεσμοποιημένης και κρατικά οργανωμένης φοροαποφυγής, η οποία παρουσιάζεται ως «εθνική αναγκαιότητα». Εάν το ειδικό φορολογικό καθεστώς των εφοπλιστών αφορούσε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα, θα είχε καταργηθεί εδώ και δεκαετίες. Παραμένει ανέγγιχτο όχι επειδή είναι αναγκαίο, αλλά επειδή η πολιτική εξουσία δεν επιθυμεί να συγκρουστεί με την οικονομική εξουσία.
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι η ύπαρξη αυτού του καθεστώτος. Είναι η πολιτική συναίνεση γύρω από αυτό. Από τη Ν.Δ. μέχρι το ΠΑΣΟΚ και από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τα περισσότερα κόμματα του κοινοβουλευτικού τόξου, κανείς δεν θέτει ουσιαστικά ζήτημα κατάργησης των προνομίων. Οι διαφωνίες περιορίζονται συνήθως σε συμβολικές κινήσεις ή σε εκκλήσεις για «εθελοντικές συνεισφορές».
Έτσι, ο «πατριωτισμός» που ζητείται από την κοινωνία μεταφράζεται σε φόρους, περικοπές και θυσίες. Για το εφοπλιστικό κεφάλαιο, αντίθετα, ο πατριωτισμός εξαντλείται σε χορηγίες, δωρεές και δημόσιες σχέσεις. Τα κέρδη παραμένουν ιδιωτικά, ενώ η εθνική ρητορική λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας ενός από τα πιο προνομιακά φορολογικά καθεστώτα στον κόσμο.




































































