Διαβάστε το Μέρος Α΄

Συζητώντας με τον Νίκο Διονυσόπουλο στο Κόκκινο 105.5 για τα «Τραγούδια της πιανόλας» αναδείχτηκε η συμβολή ενός παραγνωρισμένου στις μέρες μας οργάνου, το οποίο στην εποχή του, πριν από εκατό χρόνια, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην αποτύπωση, αναπαραγωγή και διάδοση της μουσικής στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα που τεχνολογικά υστερούσε πάρα πολύ. Μάθαμε αρκετά πράγματα για την πιανόλα, ένα μηχανικό πιάνο, που έπαιξε σημαντικό ρόλο τουλάχιστον για τρεις κρίσιμες δεκαετίες στην αρχή του 20ου αιώνα και άφησε μία κληρονομιά πολύ αντιπροσωπευτική για το πώς μπορεί η μουσική να παράγεται από τον άνθρωπο χειροποίητα, αλλά και με την βοήθεια μηχανικών μέσων, θεωρούμενων πλέον πρωτόγονων συγκριτικά με τα μέσα που διαθέτουμε στο ψηφιακό παρόν.

Αφορμή για την αναμόχλευση ήταν η έκδοση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης ενός βιβλίου και ενός CD, συλλεκτικής αξίας, που περιλαμβάνουν, μαζί με αναφορά σε όλους που συντέλεσαν στην υλοποίηση του εγχειρήματος, κατατοπιστικά σημειώματα για την ιστορία του οργάνου και τη διαδρομή της έκδοσης, συν τα όμορφα τραγούδια που ερμηνεύουν ο Αργύρης Μπακιρτζής των Χειμερινών Κολυμβητών και η Τότα Ευλαβή, τους στίχους των τραγουδιών που προέρχονται κυρίως από οπερέτες της δεκαετίας του 1920 και ένα καλοτυπωμένο δείγμα εξωφύλλων από παρτιτούρες των κομματιών και ορισμένες φωτογραφίες των ερμηνευτών.

Στη συζήτηση παρενέβη τηλεφωνικά από την Καβάλα ο Αργύρης για να αιτιολογήσει τη συμμετοχή του σε μια συλλογή ελαφρών τραγουδιών αφηγούμενος μια ωραία -καλλιτεχνικά και συναισθηματικά- ιστορία…

Χάρη στον Κατσαρό

Στέλιος Ελληνιάδης: Αργύρη, εσύ είχες πάντα μια ελαφρότητα, με την καλή έννοια, βέβαια, αλλά ήσουν πιο κοντά στο ρεμπέτικο. Πώς σε έμπλεξε ο Διονυσόπουλος και τραγούδησες αυτά τα τραγούδια της πιανόλας; Τι συνέβη; Ποιο ήταν το κίνητρο; Τι σε παρέσυρε;

Αργύρης Μπακιρτζής: Αυτός ήταν ο λόγος που ταυτίστηκα τόσο με τον Γιώργο Κατσαρό…

Σ.Ε.: Τον ρεμπέτη εξ Αμερικής.

Α.Μπ.: Ναι. Αισθάνθηκα πολύ οικεία με τα δικά του, από την πρώτη συναυλία που έδωσε (1988), στην αρχή μόνο στο θέατρο του Πειραιά και μετά μαζί μας στο θέατρο του Δάσους στη Θεσσαλονίκη και αλλού…

Σ.Ε.: Τη δεύτερη φορά (1995) τον φέραμε εμείς ως «ντέφι» μαζί με τον αείμνηστο Μιχάλη Αδάμ για τις συναυλίες στην Αίγλη της Θεσσαλονίκης και στο Μινώα της Αθήνας με τη συμμετοχή των Χειμερινών Κολυμβητών, έτσι δεν είναι;

Α.Μπ.: Ναι, ναι. Είδα τότε ότι στο πρόγραμμα του είχε και τραγούδια ελαφρά. Οπότε αυτό με απενοχοποίησε κάπως αφού ο Κατσαρός τραγουδούσε το «Είναι μεσάνυχτα όλη η φύση ησυχάζει…», αυτό το σπουδαίο τραγούδι και διάφορα άλλα ελαφρά. Ο Άλ Καπόνε όταν παρήγγειλε το «Ο σόλε μίο»

Σ.Ε.: Στο κλαμπ που σύχναζε ο Αλ Καπόνε και έπαιζε ο Κατσαρός, στο Σικάγο…

Α.Μπ.: Ο Κατσαρός ήταν ο μόνος από την παρέα στο μαγαζί στο Σικάγο που ήξερε το ιταλικό τραγούδι. Κι εγώ αισθάνθηκα μια οικειότητα γιατί από μικρός θυμάμαι ότι ο μπαμπάς μου άκουγε καντάδες, άκουγε και μερικά ελαφρά, οπότε είχα μια εξοικείωση μ’ αυτά. Και υπήρχαν και τραγούδια τα οποία τραγουδιόνταν, όταν ήμουν πιτσιρικάς, από τους γονείς και από τις παρέες. Και δεν ήμασταν μια μεγαλοαστική οικογένεια, ήμασταν μια εργατοχαμηλοαστική οικογένεια. Παράδειγμα αυτό που τραγούδησε καταπληκτικά η Μαρίκα Παπαγκίκα, «Στης νύχτας τη σιγαλιά», το τραγουδούσαν όλοι. Ήταν ένα κοινό τραγούδι. Και έτσι όταν κυκλοφόρησε η σειρά των δίσκων από «Τα Νέα» με την επιμέλεια και τους δίσκους του Παναγιώτη Κουνάδη, είδαμε ότι πάρα πολλά τραγούδια πλησίαζαν στο ελαφρό. Υπήρχαν βαλσάκια, η «Σεχραζάτ» για παράδειγμα, του Σπύρου Περιστέρη. Και πολλά άλλα τραγούδια που έχουν σχέση με το ελαφρό τραγούδι. Οπότε απενοχοποιήθηκα πλήρως. Γι’ αυτό τραγουδώ κι αυτά και από τ’ άλλα που ταιριάζουν πολύ και στη φωνή μου. Εξάλλου είμαι και χορευτής. Μ’ αρέσει πολύ το ταγκό, το βαλς και οι άλλοι χοροί, οι λαϊκοί. Οπότε δεν έχω πρόβλημα να τα τραγουδάω.

Σ.Ε.: Βρίσκεις ντάμες για να χορέψεις τέτοιους χορούς;

Α.Μπ.: Τώρα πια δεν συχνάζω, είμαστε και κάποιας ηλικίας, αλλά όποτε βρω κάποια ευκαιρία, στα πανηγύρια, ιδίως όταν είμαι σε νησί που τα χορεύουν πολύ ωραία αυτά, χορεύω, βέβαια χορεύω!

Τα στίγματα είναι οι τρύπες στο χάρτινο piano roll (ξετυλιγμένο)

Ξεπερασμένοι διαχωρισμοί

Σ.Ε.: Πάντως και στα τραγούδια των Χειμερινών Κολυμβητών το στοιχείο του ελαφρού θα έλεγα ότι σαν ένα άρωμα υπάρχει σε πάρα πολλά τραγούδια.

Α.Μπ.: Υπάρχει, υπάρχει, ναι. Μα υπάρχουν και τραγούδια που τραγουδάει ο Μάρκος τα οποία είναι ελαφρά∙ και ο Χατζηχρήστος έχει γράψει.

Σ.Ε.: Και στον Τσιτσάνη βρίσκεις και στον Μητσάκη βρίσκεις.

Α.Μπ.: Μην ξεχνάμε ότι ο Μάρκος θαύμαζε φοβερά τον Αττίκ. Και ο Κωστής έπαιζε στην μπάντα του Αττίκ, στο μαγαζί του Αττίκ. Αυτός έγραψε αριστουργηματικά ρεμπέτικα τραγούδια. Δεν υπάρχει ο διαχωρισμός όπως παλιά που έλεγαν ότι το ελαφρό τραγούδι ανήκει στην αστική τάξη, ενώ το λαϊκό είναι πιο πολύ στην εργατική οπότε σνομπάρουμε τα ελαφρά. Αυτή είναι μια ξεπερασμένη αντίληψη και πολύ επιφανειακή.

Σ.Ε.: Έχοντας δίπλα μου τον Νίκο τον Διονυσόπουλο, θα τον ρωτούσα να μου πει γιατί απευθύνθηκε σε σένα για να σου ζητήσει να ερμηνεύσεις αυτά τα τραγούδια, κατάλαβα, όμως, και απ’ αυτά που ειπώθηκαν στην παρουσίαση, αλλά και απ’ αυτά που περιέχονται στο καλαίσθητο βιβλιαράκι των 64 σελίδων που συνοδεύει το CD, ότι εσύ ενθουσιάστηκες τόσο πολύ με τα τραγούδια που δεν περιορίστηκες σ’ αυτά που σου πρότεινε καταρχήν ο Νίκος, αλλά τα πήρες όλα σβάρνα!

Α.Μπ.: Μου πρότεινε να τραγουδήσω δύο κομμάτια, αλλά είμαι και οικονομικός, γιατί είμαι ηθοποιός της πρώτης λήψης! Κι αυτό βόλευε και τον σκηνοθέτη, τον Σταύρο Τσιώλη γιατί έκανα οικονομία στα γυρίσματα∙ και στον Φίνο επίσης. Και για το τραγούδι έχω ένα στούντιο με ένα καταπληκτικό ηχολήπτη, τον Τάσο, εδώ στην Καβάλα, τον Καραπαπάζογλου. Πληρώνω ένα δεκάρικο την ώρα. Ο Νίκος πληρώνει για στούντιο στην Αθήνα 35 ευρώ την ώρα. Πήγα για να τραγουδήσω τα δύο τραγούδια, αλλά μου άρεσαν τόσο πολύ και τα υπόλοιπα, οπότε τα τραγούδησα όλα. Και βγήκε πολύ οικονομικά.

Σ.Ε: Και απ’ ό,τι φαίνεται άρεσαν και στον Διονυσόπουλο οι ερμηνείες σου, γιατί είναι λεπτολόγος ο Νίκος, που σημαίνει ότι αν δεν του άρεσαν να είσαι σίγουρος ότι δεν θα συναινούσε.

Α.Μπ.: Ταιριάζουν πάρα πολύ στη φωνή μου, πιο πολύ από τα δικά μου. Και τα ιταλικά. Και όλα τα ιταλικά και τα επαναστατικά τραγούδια είναι σ’ αυτούς τους ρυθμούς. Το «Addio Lugano Bella», δηλαδή ο ύμνος των περιπλανώμενων αναρχικών, είναι βαλσάκι. Και πάρα πολλά άλλα ιταλικά τραγούδια, επαναστατικά και ερωτικά, είναι σ’ αυτούς τους ρυθμούς.

Σ.Ε.: Ναι. Μερικά τραγούδια που τα έχω ακούσει και στην πρωτότυπη τους έκδοση νομίζω ότι τα λες και καλύτερα. Και, εκτός από όλα τα άλλα, τα έχεις κάνει και πιο σύγχρονα. Πες μας κάτι για κάποιο απ’ αυτά που περιέχονται στο CD.

Α.Μπ.: Το «Τρίβε-τρίβε»!

Σ.Ε.: Το «Τρίβε τρίβε» («Η γλυκειά Νανά») είναι και πονηρό, γεμάτο υπονοούμενα. Δεν ξέρω αν το επιτρέπει η ηθική μας να παίζουμε τέτοια τραγούδια που λένε χωρίς αιδώ «έλα ξεκούμπωσέ μου ετούτο το κορσάζ»!

Α.Μπ.: Στο Μεσοπόλεμο έπαιζαν τέτοια τραγούδια με μια αθωότητα. Αυτό που θεωρούμε σήμερα πονηρό, εμείς οι πουριτανοί της σύγχρονης εποχής, με μια αθωότητα παρουσιάζονταν αυτά τα θέματα, τα ερωτικά, τα τολμηρά.

Ο εθνομουσικολόγος Νίκος Διονυσόπουλος και οι ερμηνευτές Αργύρης Μπακιρτζής και Τότα Ευλαβή με φόντο την πιανόλα (φωτό Στέφανος Παππάς)

Ρομαντική ποίηση

Σ.Ε.: Αργύρη, τα ανακάλυψες και εσύ κατά ένα τρόπο. Έτσι δεν είναι; Τα κομμάτια με την πιανόλα…

Α.Μπ.: Ορισμένα, ναι. Διάφορα τέτοια τραγούδια όπως «Στης νύχτας τη σιγαλιά» το είχα ακούσει ένα βράδυ στο αυτοκίνητο μιας φίλης, από την Παπαγκίκα, και τρελάθηκα. Κι έψαξα ποιο ήταν αυτό, ήταν οι «Ξενύχτηδες». Η Παπαγκίκα είπε πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια που λέμε στο δίσκο της πιανόλας, παράδειγμα το «Ω, μπαγιαντέρα!», ένα τραγούδι που μας μεταφέρει σ’ αυτό το κλίμα. Στα δάση τα εξωτικά των Ινδιών κ.τλ. Την «Μπαγιαντέρα» την τραγούδησε καταπληκτικά η Παπαγκίκα. Επίσης, το «Μόνο μες στην ταβέρνα μου φεύγει το μεράκι, σαν αρχινά η λατέρνα να παίζει το βαλσάκι». Το τραγουδάει επίσης η Παπαγκίκα.

Τραγούδια καταπληκτικά, τα οποία είχαν αγαπηθεί και στην Αμερική και εδώ πέρα.

Από τα γνωστά από παλιά είναι λίγα. Είναι το «Στόμα με στόμα», το «Σφίξε με» κι ακόμα ένα. Τα υπόλοιπα είναι σχετικά άγνωστα. Παράδειγμα ο «Λέανδρος», μια ιστορία από την αρχαιότητα. Ότι μια ιέρεια ήταν ερωτευμένη με ένα νεαρό, ο Λέανδρος και η Ηρώ. Και κάθε βράδυ ο Λέανδρος κολυμπούσε για να πάει στην Ηρώ και εν τέλει πνίγηκε στα Δαρδανέλια. Και βγάλανε αυτό το υπέροχο τραγούδι. Έχει πολύ ωραίους στίχους. Μια φαντασία ωραία ερωτική! Τι ωραίος στίχος! Επίσης ένα άλλο τραγούδι, ενός ποιητή μάλλον, που λέει «άναψε μια κρυφή φωτιά στα σάπια μου τα στήθια»  ή ότι «το κρυφό μου μυστικό ούτε κι εσύ δεν θα το μάθεις, θα ταφεί στου τάφου μου το χώμα». Δηλαδή, θυμίζει πολλές φορές και ρομαντική ποίηση του Μεσοπολέμου.

Σ.Ε.: Αυτά ήταν πολύ δημοφιλή στην εποχή τους γιατί ήταν από πολύ πετυχημένες οπερέτες όπως οι «Απάχηδες των Αθηνών» (1921) και από άλλες οπερέτες, βέβαια. Είναι μια εξαιρετική επιλογή που έχει κάνει ο Διονυσόπουλος και τα έχετε ερμηνεύσει με την Τότα πάρα πολύ ωραία, ατμοσφαιρικά.

Α.Μπ.: Τραγούδησα και το καταπληκτικό, το οποίο το είχα όνειρο, «Ο σόλε μίο» στα ελληνικά. Αυτό ήταν πολύ τολμηρό εκ μέρους μου γιατί το έχουν τραγουδήσει πολλοί μεγάλοι τραγουδιστές. Το τραγούδησα με τον τρόπο μου, εντάξει. Αυτό έπρεπε να το κάνω γιατί έτσι κλείνει ένας κύκλος στη σχέση που είχα με τον Γιώργο Κατσαρό. Ήμουν ο πληρεξούσιός του στην Ελλάδα. Οπότε με αυτό κλείνει και ένας κύκλος γιατί αυτός το είχε τραγουδήσει στον Αλ Καπόνε ο οποίος είχε γεννηθεί στις 18 Ιανουαρίου, κάποια χρονιά. Και εγώ είμαι γεννημένος 18 Ιανουαρίου, οπότε κλείνει ένας κύκλος. Ο Κατσαρός, οι συναυλίες κι εμείς, 18 Ιανουαρίου κ.τλ., οπότε τραγούδησα κι εγώ αυτό το τραγούδι στα ελληνικά!

Έπονται κι άλλα

Στέλιος Ελληνιάδης: Νίκο, από πότε ξεκίνησες αυτό το ταξίδι με την πιανόλα;

Νίκος Διονυσόπουλος: Από το 2011. Είναι πολύ μακρύς ο δρόμος και για την επισκευή της πιανόλας γιατί είναι πραγματικά περίπλοκο και πολύ δύσκολο να επισκευαστεί το όργανο. Χρονοβόρο και κοστοβόρο.

Ευτυχώς υπάρχει ένας οργανοποιός, ένας χορδιστής πιάνων που ξέρει και επισκευάζει όργανα, ο Κώστας Τασχουνίδης, ο οποίος είχε μαθητεύσει στο εργοστάσιο της Hohner στη Γερμανία όπου είχαν επισκευάσει κάποιες πιανόλες και ήξερε πώς δουλεύει το όργανο. Σε συνεργασία μαζί του την εποχή του κορονοϊού πήραμε την πιανόλα, την επισκευάσαμε και τώρα έχουμε μία πιανόλα η οποία παίζει. Και με αυτό τον τρόπο παίξαμε τα piano rolls. Τα κομμάτια τα περισσότερα που παίζονται CD είναι απ’ αυτή την πιανόλα.

Σ.Ε.: Την χρησιμοποιήσατε και στην παρουσίαση για να τραγουδήσουν ο Αργύρης και η Τότα.

Ν.Δ.: Πάντως πρέπει να πω ότι υπάρχει η πρόθεση σε επόμενο στάδιο να βγάλουμε όλα τα piano rolls τα οποία έχουν βρεθεί. Από το ρεπερτόριο των περίπου 300 ελληνικού ενδιαφέροντος έχω εντοπίσει και έχω στα χέρια μου είτε από ηχογραφήσεις είτε από πραγματικά piano rolls γύρω στα 100 με 120 κομμάτια. Σε αυτό το κόρπους που υπάρχει έχουμε και λαϊκά και ρεμπέτικα και δημοτικά και λόγια και, μάλιστα, από τη λόγια παράδοση την ελληνική έχουμε κάποιες όπερες οι οποίες δεν είναι καν δισκογραφημένες. Δηλαδή, «Το στοιχειωμένο γεφύρι» του Νικόλαου Κόκκινου που το έχουμε ολόκληρο σε piano roll δεν το έχουμε δισκογραφημένο ολόκληρο. Είναι μια παρακαταθήκη μουσική αυτό το πράγμα. Επίσης έχω βρει τα piano rolls, τρία από τα πέντε, από τους ελληνικούς χορούς του Ραβέλ που ήταν πολύ σημαντικά κομμάτια! Είναι μια πολύ μεγάλη γκάμα μουσικών που έχουν αποτυπωθεί στα piano rolls. Ελπίζω πως θα καταφέρουμε κάποια στιγμή να τα βγάλουμε όλα. Φυσικά και αν έχει κάποιος piano rolls είναι δεκτά να μας τα φέρει να τα παίξουμε.

Σ.Ε.: Νίκο, τα piano rolls, αυτά τα διάτρητα χαρτιά στα οποία πάνω είναι οι μουσικές, τι διάρκειες έχουν;

Ν.Δ.: Η διάρκεια του κάθε κομματιού μπορεί να είναι από 2-3 λεπτά μέχρι 15-20 λεπτά. Έχω piano roll το οποίο είναι 18 λεπτά σε ένα χαρτί που έχει μήκος περίπου 35 μέτρα και είναι πάρα πολύ λεπτό και πάρα πολύ ευαίσθητο. Μερικά από τα χαρτιά της εποχής είναι λίγο σκεβρωμένα. Όταν ένα χαρτί έχει σκεβρώσει και δεν πάει ευθεία καθώς ξετυλίγεται μπορεί να ξεφεύγουν κάποιες τρύπες και να φαλτσάρει γυρίζοντας πάνω στον κύλινδρο. Κάθε φορά που παίζουμε ένα piano roll είναι ένα στοίχημα πώς θα το παίξουμε, πώς θα το ερμηνεύσουμε και αν θα τα καταφέρουμε μέχρι το τέλος.

Σ.Ε.: Είναι σπουδαίο να συνομιλεί κανείς με τον Νίκο Διονυσόπουλο. Ο Νίκος είναι μουσικολόγος, άνθρωπος με βαθιά κουλτούρα και πολύ παραγωγικός με μεγάλη υπομονή, καθώς αυτά τα πράγματα που κάνει και προσφέρει θέλουν και σταθερή αφοσίωση. Σε αναμονή, λοιπόν, του επόμενου «ταξιδιού»…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!