Συμπληρώνονται σήμερα δύο χρόνια από την έναρξη της στρατιωτικής εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», όπως κατ’ ευφημισμόν ονομάστηκε από την πλευρά της Ρωσίας, σχεδιάστηκε να διαρκέσει σύντομο χρονικό διάστημα. Είχε στόχο την αλλαγή ηγεσίας στο Κίεβο και βέβαια, ως επακόλουθο, την ματαίωση του σχεδίου ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και τη συνταγματική κατοχύρωση της ουδετερότητάς της.

Το σχέδιο αυτό διαψεύστηκε παταγωδώς, ανεξάρτητα από το αν είναι αληθής η «μαρτυρία» Πούτιν περί ακύρωσης –με παρέμβαση Βρετανίας και ΗΠΑ– του ειρηνευτικού σχεδίου μεταξύ των δύο χωρών που επιτεύχθηκε στην Κωνσταντινούπολη λίγο διάστημα μετά την έναρξη του πολέμου. Το δυτικής έμπνευσης σχέδιο στρατιωτικής περικύκλωσης και οικονομικής αποδυνάμωσης της Ρωσίας χρονολογείται σχεδόν αμέσως μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ, και οι μεθοδεύσεις που ακολούθησαν (γεγονότα της πλατεία Μαϊντάν, καταπάτηση των συμφωνιών του Μινσκ, σχέδιο ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ) πιστοποιούσαν ότι ΗΠΑ και ΝΑΤΟ υποκινούσαν και πυροδότησαν μια σύγκρουση που δεν θα τελείωνε τόσο εύκολα.

Παρατεταμένος πόλεμος με πολλαπλές στοχεύσεις

Έκτοτε ζούμε τις αποκρουστικές συνέπειες ενός παρατεταμένου πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης, με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα –Ουκρανούς και Ρώσους πολίτες– και με συνέπειες ορατές και πολύπλευρες (οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές) σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και κυρίως, ένα πόλεμο με απρόβλεπτη κατάληξη. Οι ΗΠΑ και η Δυτική συμμαχία σπατάλησαν και σπαταλούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε χρήματα και πολεμικά όπλα για να συντηρήσουν αυτόν τον πόλεμο. Παράλληλα, με αλλεπάλληλα κύματα κυρώσεων και απαγορεύσεων τραπεζικών και εμπορικών συναλλαγών με ρωσικές εταιρείες, αποσκοπούν στον οικονομικό στραγγαλισμό της Ρωσίας και στην κατάρρευση της βιομηχανικής της παραγωγής.

Αυτή είναι η ορατή πλευρά της στρατηγικής των ΗΠΑ. Υπάρχει μια ακόμα, που βέβαια δεν ομολογείται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποσκοπούσε και αποσκοπεί στην αποδυνάμωση της Ευρώπης και στη μετατροπή της σε απόλυτα ελεγχόμενη και εξαρτημένη από τις ΗΠΑ περιοχή. Η λεγόμενη απεξάρτηση της Ευρώπης από τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας έχει οδηγήσει σε μια μεγάλων διαστάσεων οικονομική και ενεργειακή κρίση ολόκληρη την Ευρώπη, και ιδιαίτερα τη Γερμανία, ενώ τροφοδοτεί με πληθωριστικά κύματα την παγκόσμια οικονομία. Τα υποτιθέμενα ανταποδοτικά οφέλη για την Ευρώπη, η συμμετοχή της δηλαδή στην οικονομία της πράσινης μετάβασης και της τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται να συγκινεί και να πείθει κυρίαρχους οικονομικούς ομίλους και συμφέροντα – όχι όμως χωρίς διαμαρτυρίες και συνέπειες. Η οικονομική και κοινωνική κρίση σε ολόκληρη την Ευρώπη κυοφορεί πολιτικές εξελίξεις και, κυρίως, συντηρεί ένα κλίμα ανισορροπίας ικανό να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Επιτυχίες, αποτυχίες και προετοιμασίες

Και ενώ οι ΗΠΑ φαίνεται να πετυχαίνουν τον δεύτερο στόχο τους, τον έλεγχο δηλαδή της Ευρώπης, αποτυγχάνουν στον οικονομικό στραγγαλισμό και περιθωριοποίηση της Ρωσίας. Η τελευταία σχετικά γρήγορα ανέκαμψε, αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές αγορές της με τις «διψασμένες» για ενέργεια αγορές της Ανατολής, ενώ διατήρησε και διεύρυνε επαφές και σχέσεις σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Η διεύρυνση των BRICS, παρά τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες που τη διαπερνούν, αποτελεί μάρτυρα της οπισθοχώρησης και των αδυναμιών των ΗΠΑ. Στις αποτυχίες της αμερικάνικης επιλογής δεν μπορεί να μην συνυπολογιστεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία οδήγησε στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες διατηρούν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία, και διαφορετικές στρατηγικές για την παγκοσμιοποίηση και τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, αμφότερες αντιλαμβάνονται ότι αποτελούν στρατηγικό αντίπαλο και στόχο των ΗΠΑ. Γεγονός που αναγκάζει σε μια περισσότερο ή λιγότερο φανερή προετοιμασία, σε όλα τα επίπεδα, για τις επόμενες φάσεις της γεωπολιτικής αναταραχής που βιώνουμε.

Την ίδια στιγμή ο παρατεταμένος πόλεμος φαίνεται ότι αποτελεί, στην παρούσα φάση, επιλογή και της Ρωσίας. Η οικονομική της σταθεροποίηση παρά τις δυτικές κυρώσεις δίνει ανάσες που επιτρέπουν μια σχετικά χαμηλότερης έντασης στρατιωτική αντιπαράθεση. Ταυτόχρονα η Ρωσία ευελπιστεί, και σε ένα βαθμό επιβεβαιώνεται, ότι ο παρατεταμένος πόλεμος οδηγεί σε παρατεταμένες συνέπειες στις ευρωπαϊκές οικονομίες – ικανές να αντιστρέψουν τα δεδομένα που η πολιτική των ΗΠΑ επιβάλει στη «γηραιά ήπειρο». Οι τελευταίες επιτυχίες στα πεδία των μαχών εκλαμβάνονται ως επιβεβαίωση αυτής της πολιτικής.

Δυσχέρειες στη Δυτική συμμαχία και αλλαγή σκηνικού

Σε μια κρίσιμη στιγμή του πολέμου, μετά την αποτυχία της ουκρανικής εαρινής αντεπίθεσης, η Δυτική συμμαχία δείχνει να «λαχανιάζει». Οι ΗΠΑ, βυθισμένες στον εσωτερικό τους διχασμό, αναζητούν ακόμα τρόπους να υπερβούν το μπλοκάρισμα που έχουν επιβάλλει οι Ρεπουμπλικάνοι στη συνέχιση της χρηματοδότησης του πολέμου στην Ουκρανία. Η Ευρώπη, σε δυσμενέστερη μοίρα με την ύφεση στη Γερμανία σε εξέλιξη, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύψει το κενό. Τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ που αναμένεται να αποδεσμευτούν σε βάθος 4 χρόνων είναι ανίκανα, όμως, να καλύψουν το κενό. Το ίδιο και οι εισφορές σε όπλα, τόσο της Βρετανίας όσο και άλλων χωρών της Βόρειας Ευρώπης και της Βαλτικής.

Η επιλογή όμως ενός παρατεταμένου πολέμου χωρίς χρηματοδότηση μετασχηματίζεται σε απόλυτη παγίδα για τους εμπνευστές του. Και η κατάσταση αυτή μεταφέρεται στα πεδία των μαχών όπου, το τελευταίο διάστημα, καταγράφονται σημαντικές επιτυχίες της ρωσικής πλευράς. Τη στιγμή που οι δυτικές κυβερνήσεις διαβεβαιώνουν σε όλους τους τόνους ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν την Ουκρανία μέχρι τέλους, πυκνώνουν τα δημοσιεύματα «έγκυρων» ΜΜΕ και κάθε λογής αναλυτών, άλλοτε ότι επίκειται κατάρρευση του ουκρανικού στρατού, άλλοτε ότι ωρίμασαν οι όροι μιας συνθηκολόγησης, και άλλοτε ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να νικήσει. Το τι ακριβώς θα συμβεί δεν μπορεί να προβλεφθεί. Ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος όμως δεν μπορεί παρά να αναλογιστεί ότι, όποια και αν είναι η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία, θα πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, μια ανάπαυλα στην πορεία προς ένα πιο σκοτεινό μέλλον.

Κύριος στρατηγικός αντίπαλος η Κίνα – Τι λείπει

Η ρήξη, ή μάλλον η εχθρότητα, στις σχέσεις των ευρωπαϊκών ελίτ με τις αντίστοιχες ρωσικές, δεν μπορεί να ξεπεραστεί εντός του σημερινού πολιτικού πλαισίου. Αντίστοιχα και οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας (και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των επερχόμενων προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ). Πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις μεγάλης ισχύος έχουν ήδη διαμορφωθεί και δρουν ανεξάρτητα από κάθε εκλογική διεργασία. Άλλωστε Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι ομονοούν ότι η Κίνα αποτελεί κύριο στρατηγικό αντίπαλο, ανεξάρτητα από την έκβαση του παρόντος πολέμου. Και όσο κι αν η Κίνα διατηρεί επιφυλάξεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και, επιχειρώντας να κερδίσει χρόνο, διακηρύσσει την ανάγκη δίκαιων και ισόρροπων παγκόσμιων οικονομικών σχέσεων, θα ήταν αφελές για τον εαυτό της να μην ετοιμάζεται για τα χειρότερα ενδεχόμενα. Πολύ περισσότερο όταν οι εντάσεις στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας συνεχίζονται, και ο πόλεμος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη αναδεικνύει την «ευκολία» μιας ανεξέλεγκτης ανάφλεξης ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.

Δυστυχώς έχουμε μπει στην εποχή που ένας παγκόσμιος πόλεμος αποτελεί πιθανή επιλογή. Οι δυνάμεις που συγκροτούν το σημερινό παγκόσμιο σύστημα και ο υπό διαμόρφωση πολυπολικός κόσμος δεν αποτελούν εγγύηση ότι το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να αποτραπεί –είτε ως αποτέλεσμα μεθοδευμένων κινήσεων είτε ως προϊόν προβοκάτσιας ή «λάθους»– παρά τους φόβους που διαπερνούν όλες τις πλευρές. Λείπει εκκωφαντικά ένα ρεύμα λαϊκής αντίστασης, που είναι ο μοναδικός ικανός και ταυτόχρονα αναγκαίος αποτρεπτικός παράγοντας. Η αποκατάσταση αυτής της έλλειψης συνιστά παγκόσμια προϋπόθεση επιβίωσης…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!