Τα θερμά μέτωπα των συγκρούσεων στον πλανήτη δεν σιγάζουν. Στην Ουκρανία ο πόλεμος συμπληρώνει ήδη 4,5 χρόνια. Τώρα στο προσκήνιο μπαίνουν και οι χώρες της Βαλτικής, που αναλαμβάνουν ρόλο «πρώτου βιολιού» στην αντιρωσική υστερία της Κομισιόν και των ισχυρών της Ε.Ε. Στη Μέση Ανατολή το Ισραήλ συνεχίζει τη γενοκτονία στη Γάζα, εποφθαλμιά ολόκληρη τη Δυτική Όχθη, και εξακολουθεί να βομβαρδίζει τον Λίβανο. Στον Περσικό Κόλπο, μετά από δύο μήνες καταστροφικών συγκρούσεων, οι πανηγυρισμοί ΗΠΑ-Ισραήλ για συντριπτικά πλήγματα στο Ιράν έχουν αντικατασταθεί από νέες απειλές για δεύτερο γύρο πολέμου. Σε διάφορα σημεία της Αφρικής μαίνονται αιματηροί πόλεμοι «δι’ αντιπροσώπων», επιστέγασμα των ασίγαστων ανταγωνισμών κοσμοκρατορικών δυνάμεων ή ισχυρών περιφερειακών παικτών. Στη Λατινική Αμερική οι απειλές εναντίον της Κούβας δυναμώνουν. Και δίπλα σε αυτά παραμένουν πάντοτε ενεργά τα ρήγματα στη Νότια Σινική Θάλασσα, στην Ταϊβάν, στον Νότιο Καύκασο.
Με άλλα λόγια η τάση για πόλεμο συνεχίζει να αποτελεί βασική επιλογή των ισχυρών του πλανήτη, ως εργαλείο υπέρβασης μιας αξεπέραστης οικονομικής κρίσης, και ταυτόχρονα ως επιταχυντής οικονομικών αναδιαρθρώσεων μεγάλης κλίμακας. Όσο αυτό συμβαίνει γύρω μας, ο κίνδυνος της καταφυγής σε πυρηνικά όπλα παραμένει μέσα στη λογική των πραγμάτων…
Απειλές, διαπραγματεύσεις, αδιέξοδα
Μετά την εύθραυστη εκεχειρία στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, διακρίνεται πιο καθαρά η αποτυχία των ΗΠΑ-Ισραήλ να καταφέρουν μια νίκη «δια περιπάτου» στην περιοχή. Οι σχεδόν καθημερινές παλινωδίες και οι αντιφατικές δηλώσεις Τραμπ (μεταξύ νίκης, καθυπόταξης του Ιράν και ανάγκης ενός ακόμα γύρου συγκρούσεων) δεν επιβεβαιώνουν απλώς τη γελοιοποίηση της υποτιθέμενης μοναδικής υπερδύναμης. Υποδηλώνουν τα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά αδιέξοδα μιας ενέργειας, τα οποία πολλοί στην Ουάσιγκτον είχαν προβλέψει. Στην πραγματικότητα υπογραμμίζουν το μέγεθος μιας πολιτικής και διπλωματικής ήττας των ΗΠΑ, σε αυτή τουλάχιστον τη φάση. Και ταυτόχρονα υποδηλώνουν τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε μια επιλογή διαχείρισης αυτής της ήττας, ή νέας καταλυτικής επίθεσης – ο Νετανιάχου στηρίζει με πάθος το δεύτερο.
Αν και ο Τραμπ ήταν ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που «τσίμπησε» στο αφήγημα του Ισραήλ για μια εύκολη νίκη σε βάρος του Ιράν, η επιλογή της επιβολής μιας νέας τάξης στη Μέση Ανατολή, με έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της, έλεγχο των οδών εμπορευμάτων και καυσίμων, και όρθωση εμποδίων στην Κίνα (παλαιότερο κοινό σχέδιο Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων), ήταν επαρκής λόγος για την αμερικάνικη επίθεση. Το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν το αναμενόμενο. Το Ιράν αντιστάθηκε σθεναρά, και κατάφερε να διαμορφώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της επόμενης μέρας.
Διχασμός στις ΗΠΑ, δεύτερες σκέψεις στον Κόλπο
Η αποτυχία Τραμπ δυνάμωσε στον υπέρτατο βαθμό τον εσωτερικό διχασμό στις ΗΠΑ. Οι υβριστικές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου σε βάρος όλων των μεγάλων ονομάτων των ΜΜΕ των ΗΠΑ, ότι δεν αναγνωρίζουν τη νίκη των αμερικανικών όπλων, είναι η ορατή πλευρά μιας διαμάχης που διαπερνά την πολιτική σκηνή στις ΗΠΑ, και ταυτόχρονα διαπερνά όλες τις πτέρυγες του πολιτικού συστήματος και των μηχανισμών του «βαθέος κράτους».
Παρά τα υπερκέρδη του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και την κερδοσκοπία των πολυεθνικών της ενέργειας, οι επικίνδυνες αναταράξεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος, λόγω επιβράδυνσης του εμπορίου και έλλειψης ενεργειακών πόρων, γεννούν βάσιμες συστημικές αστάθειες. Δίπλα σε αυτά, η αύξηση των τιμών των καταναλωτικών προϊόντων στις ΗΠΑ και η χαμηλή απασχόληση προκαλούν σοβαρούς πονοκεφάλους, που εντείνονται λόγω κατάρρευσης της δημοτικότητας Τραμπ, ενόψει μάλιστα των φθινοπωρινών ενδιάμεσων εκλογών.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν υποστεί μια τεράστια ήττα κύρους. Όχι μόνο επειδή δεν κατάφεραν συντριπτικό πλήγμα έναντι μια υποδεέστερης στρατιωτικής δύναμης, ούτε μόνο επειδή οι ίδιες υπέστησαν συντριπτικά πλήγματα στις βάσεις τους στην περιοχή, αλλά κυρίως επειδή αποδείχθηκαν ανίκανες να προστατέψουν τους συμμάχους τους στον Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.ά. χώρες της περιοχής είδαν τις υποδομές, τους αγωγούς πετρελαίου και τα λιμάνια τους να δέχονται πλήγματα που αποσταθεροποιούν τις οικονομίες τους. Πλήγματα που γίνονται ισχυρότερα καθώς η ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ έχει ουσιαστικά σταματήσει, παρά τους λεονταρισμούς των ΗΠΑ. Και η οργή των μοναρχιών των χωρών του Κόλπου γεννά δεύτερες σκέψεις και αναζητήσεις συνεργασιών με τον ήρεμο γίγαντα, την Κίνα.
Οι ισχυροί οικονομικοί κύκλοι των ΗΠΑ δεν μπορούν να αγνοήσουν πώς, από την πολιτική «συμπίεσης της Κίνας», φθάσαμε εν δυνάμει στην ενίσχυση της επιρροής της στην περιοχή. Κυρίως δεν μπορούν να αγνοήσουν τι θα σημάνει οποιαδήποτε επίδραση στη ροή πετροδολαρίων προς τη χρηματοδότηση του αμερικάνικου χρέους και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Γι’ αυτό οξύνεται η εσωτερική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ, όχι τόσο σχετικά με το τι έγινε, αλλά περισσότερο με το τι σχεδιάζεται να γίνει.
Κι αυτός είναι ο λόγος που το σενάριο μιας καταλυτικής ρεβάνς παραμένει ισχυρό.






































































