του Γιάννη Σχίζα

Διαβάστε το Μέρος Α’

Η έξοδος

Η πόλη λειτουργεί απωθητικά απέναντι στους πολίτες, γι’ αυτό και η έξοδος από την αστική κατάσταση γίνεται αναγκαία για τους πιο ευκατάστατους ή ευαίσθητους. Τα προάστια γίνονται αποδέκτες των φυγάδων των κεντρικών περιοχών. Γράφει η Βαρβάρα Παπαδοπούλου (1):

«Οι Έλληνες, μην έχοντας μακρά αστική παράδοση, αρέσκονται στη ζωή των προαστίων μεταξύ άλλων κι επειδή οι χώροι αυτοί συντηρούν άρωμα επαρχίας… Η μικρότερη αυτή κλίμακα δημιουργεί αίσθημα οικειότητας με τον χώρο, παρουσιάζοντας ένα επί πλέον πλεονέκτημα έναντι της επαρχιακής πόλης, αυτό της σχετικής ανωνυμίας, κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του άστεως». Η φυγή από τις κεντρικές αστικές περιοχές σε περιοχές αραιότερης δόμησης και σχετικά πιο «φιλικών» οικιστικών καταστάσεων, χαρακτηρίζει πολλές χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου.

Παρά τις νωπές αναμνήσεις της αγροτικής ανέχειας και της χαμηλής ποιότητας των κοινωνικών υπηρεσιών στην επαρχία των προηγούμενων δεκαετιών, οι συνθήκες του νέου αστικού χώρου θα εκθρέψουν σύντομα μιαν «ισχυρή ζήτηση της υπαίθρου» και θα προκαλέσουν «κεντρόφυγες» τάσεις προς την αστική περιφέρεια. Αυτές οι τάσεις δεν διακατέχουν στον ίδιο βαθμό και με τον ίδιο τρόπο τις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η μεγαλοαστική τάξη βιώνει μάλλον «ψύχραιμη» τον «δυϊσμό» κύριας και εξοχικής κατοικίας, καθώς «υποχωρεί» σταδιακά προς τις απώτερες περιοχές της Αττικής εγκαταλείποντας τα Πατήσια ή το Φάληρο και τη Κυψέλη που συνήθιζε να χρησιμοποιεί μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου. Από την άλλη πλευρά, η εργατική τάξη και οι φτωχοί των πόλεων εμφανίζονται ως «άσχετοι» με το πρόβλημα της εξοχικής κατοικίας, δεδομένου ότι το «οικιστικό όνειρο» στην περίπτωσή τους περιορίζεται στην απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας χωρίς το άγχος του ενοικίου και της έξωσης, έστω και σε σύγκρουση με την οικιστική νομιμότητα. Ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες τα μικρομεσαία στρώματα, ανεξάρτητα από τις καταβολές τους και από τη θέση τους στην «επετηρίδα» της αστικοποίησης, είναι οι κοινωνικές ομάδες που κατά κύριο λόγο αναζητούν καταφύγιο από την αστική κατάσταση και τις δυσλειτουργίες της. Για μια ολόκληρη περίοδο το χωριό ως πεδίο νοσταλγίας και ως χώρος καταφυγής την περίοδο των διακοπών, θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης των αστών. Την ίδια πάντως περίοδο δεν είναι ασυνήθιστο και το φαινόμενο του ευτυχισμένου πρώην αγρότη, που εκτελεί χρέη θυρωρού διαμένοντας στο υπόγειο κάποιας πολυκατοικίας…

Σε γενικές γραμμές οι τάσεις φυγής από την αστική κατάσταση ποικίλουν ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται. Στις πρώτες δεκαετίες της περιόδου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι «αρνητές» της αστικοποίησης επιβεβαιώνουν τους ισχυρούς δεσμούς που διατηρούν με την παλιά «αγροτική τάξη πραγμάτων», τάση που εκφράζεται και μέσα από την έκταση και μορφολογία των εξοχικών κατοικιών. Το «εξοχικό όνειρο» βρίσκεται πολύ κοντά στην παραδοσιακή αγροτική κατάσταση και συχνά αποτελεί ένα είδος αδέξιου «εξοχικού ράντσου». Τα μεγέθη των εξοχικών κατασκευών είναι μικρά, κατά κανόνα δε υπολείπονται από αυτά της κύριας κατοικίας. Η αναζήτηση του καθαρού αέρα, του ανοιχτού ορίζοντα, του ήπιου «ηχητικού καθεστώτος» της υπαίθρου, της επαφής με το χώμα και τη φύση, διαπνέεται από τη νοσταλγία ενός απωλεσθέντος (αγροτικού) παραδείσου.

Στην Αττική για μια ολόκληρη περίοδο (1950-1970) η έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η ραγδαία ανάπτυξη του «Πληθυσμιακού Συγκροτήματος της Πρωτεύουσας» (Π.Σ.Π.), τα μεγάλα ελλείμματα οικειότητας ανάμεσα στους «επήλυδες» (ξενοφερμένους) και στους «γηγενείς», οδηγούν σε μια εξαιρετική ρευστότητα και αποδιοργάνωση του αστικού περιβάλλοντος. Το αίτημα μιας «μικρής επιστροφής στις ρίζες» διαχέεται σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα, έστω και χωρίς τις εξιδανικεύσεις ενός υμνητή της αγροτικής κατάστασης όπως ο ποιητής Κρυστάλλης ή χωρίς το μελαγχολικό αίσθημα που εκπέμπεται σε ένα τραγούδι της Σοφίας Βέμπο : «χωριό μου – χωριουδάκι μου – και πατρικό σπιτάκι μου»…

Μεταξύ του 1951 και του 1971 ο πληθυσμός του Π.Σ.Π. αυξάνεται κατά 84%. Την ίδια περίοδο οι σχέσεις των «νεοαστών» με τον επαρχιακό χώρο της προέλευσής τους είναι αρκετά ισχυρές, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει δημιουργήσει ακόμη επαρκή «πλεονάσματα» για την παραγωγή δεύτερης κατοικίας. Λόγω των προηγηθέντων πληθωριστικών επεισοδίων, την κατοχική αλλά και την αμέσως μεταπολεμική περίοδο, η ζήτηση γης παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και οδηγεί πολλούς αποταμιευτές σε αγορές οικοπέδων και αγροτεμαχίων. Αυτά τα οικόπεδα και αγροτεμάχια, που θα παίξουν σε μεταγενέστερη φάση το ρόλο του υλικού υπόβαθρου της δεύτερης (εξοχικής) κατοικίας, έχουν σε μεγάλο βαθμό αποθησαυριστική λειτουργία και προτιμώνται λόγω της ανυπαρξίας ή υπολειτουργίας άλλων αποταμιευτικών διεξόδων (ασφαλιστικά συμβόλαια, χρεόγραφα κ.λπ.).(2)

Η ψυχαγωγική ψευτο-ύπαιθρος

Στην περίοδο 1950-1970 η ελληνική κοινωνία είναι αρκετά «υποκινητική» σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Τα ιδιωτικά και δημόσια μεταφορικά μέσα είναι περιορισμένα, ο «εκδρομισμός» και εσωτερικός τουρισμός έχουν μικρή ανάπτυξη. Στην Ελλάδα δεν έχει κατακτηθεί το Σαββατοκύριακο ως χρόνος ανάπαυσης, οι χρόνοι των θερινών διακοπών είναι μικροί και συχνά ανύπαρκτοι. Η αναπτυξιακή δυναμική της πρώτης εικοσαετίας της μεταπολεμικής περιόδου στρέφεται στην κατασκευή κατοικιών, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις αρκετών αναπτυξιολόγων της εποχής.(3)

Από το 1951 έως το 1970 η Ελλάδα πετυχαίνει εντυπωσιακές επιδόσεις στον τομέα της κατασκευής νέων κατοικιών, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση σε ένα μεγάλο σύνολο ανεπτυγμένων χωρών. Η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί την επόμενη εικοσαετία, με ιδιαίτερες αιχμές τα έτη 1973 και 1977, οπότε και κατασκευάζονται 21,1 και 17,1 κατοικίες αντίστοιχα ανά χίλιους κατοίκους (παγκόσμια πρωτιά!).

Στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της πρωτεύουσας οι κάτοικοι θα αυξηθούν μεταξύ 1971 και 1991 κατά 22%, ενώ ο αριθμός των κατοικιών θα αυξηθεί κατά 61%! Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ του βαθμού αύξησης του πληθυσμού και της αύξησης των κατοικιών (22% έναντι 61%) θα παρατηρηθεί σε ένα ορισμένο βαθμό και στην υπόλοιπη Αττική, όπου οι κάτοικοι θα αυξηθούν κατά 111% ενώ οι κατοικίες κατά 139%. Και στις δύο περιοχές του αττικού χώρου, το σύνολο των κατοικιών με βάση την απογραφή του 1991 (1.597 χιλ.) σε σχέση με το σύνολο των κατοίκων (3.522 χιλ.) παρέχει μια αναλογία 2,2 κατοίκων ανά κατοικία. Με βάση το μέσο μέγεθος των νοικοκυριών στο λεκανοπέδιο (2,97 άτομα ανά νοικοκυριό) προκύπτει σαφώς ένα μέγεθος «δεύτερων» κατοικιών στον Αττικό χώρο. (4)

Δυνάμεις φυγής

Οι δυνάμεις φυγής από το αστικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζουν την πρώτη περίοδο (1950-70), παίρνουν ιδιαίτερη ένταση στη δεύτερη περίοδο (1970-90), δεδομένου ότι είναι πλέον «εξοπλισμένες» με αυξημένα με εισοδήματα. Παράλληλα τα ανερχόμενα μεσοστρώματα «εμπλουτίζονται» με μεγαλύτερες κυκλοφοριακές δυνατότητες, λόγω της σημαντικής αύξησης των ιδιωτικών μεταφορικών μέσων. Στη δεκαετία του 1970 το νέφος επισημοποιεί την ύπαρξή του στον αττικό ουρανό, παρά τις αντιρρήσεις κάποιων «υπευθύνων» όσον αφορά την ίδια την ύπαρξή του, και παρά τη μνημειώδη δήλωση του υπουργού Βιομηχανίας το 1977 – που απαιτεί την προσκόμιση «ενός νεκρού από το νέφος» για να πειστεί περί της δράσης του φαινομένου!

Μέσα στις νέες ασφυκτικές στενότητες του αστικού χώρου, τα κύματα φυγής προς την αστική περιφέρεια παίρνουν μεγάλες διαστάσεις, υπενθυμίζοντας την έξοδο των κολασμένων της πόλης, όπως απαθανατίστηκε στο κινηματογραφικό Weekend του Ζαν Λυκ Γκοντάρ (1968). Σύμφωνα με μια πρόχειρη απογραφή (5) στις 6 Απριλίου 1980 «δραπετεύουν» από το λεκανοπέδιο περίπου 2,5 εκατ. κάτοικοι, ενώ και στα επόμενα χρόνια οι έξοδοι παίρνουν τεράστιες διαστάσεις, με κορυφαίο αυτό της «πασχαλινής απόδρασης» του 1997. (6)

Μεγάλο τμήμα αυτών των εξόδων κατευθύνεται προς την περιφέρεια της Αττικής, η οποία με την πάροδο του χρόνου προσεγγίζεται όλο και πιο δύσκολα.

Στη δεύτερη εικοσαετία αυτής της ιδιόμορφης, ευκαιριακής ή κατά φαντασίαν απο-αστικοποίησης, η ύψωση της τιμής της γης στην αττική ύπαιθρο είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με αποτέλεσμα την αναζήτηση εξοχικής γης και κατοικίας στην ευρύτερη περιφέρεια (Κορινθία, Εύβοια κ.λπ.). Προς την ίδια κατεύθυνση επενεργεί μετά το 1974 η μείωση του ποσοστού εκμετάλλευσης των οικοπέδων και η αύξηση του ορίου αρτιότητας ακόμη και μέχρι τα είκοσι στρέμματα, παρά τη συστηματική καταστρατήγησή του μέσω της αγοράς ενιαίας έκτασης από συνιδιοκτήτες και της ανοικοδόμησης διακεκριμένων κατοικιών με αποστάσεις μεταξύ τους (7). Εξ άλλου η ύψωση της τιμής της γης επιβάλλεται και από τη ζήτηση αλλοδαπής προέλευσης, παρά το γεγονός ότι η τελευταία στρέφεται σε περιοχές του ελλαδικού χώρου με ειδικά προσόντα και γραφικότητες.

Η αυξημένη τιμή της αττικής γης δεν έχει σαν μόνο αποτέλεσμα τη διάχυση της ζήτησης στον ευρύτατο περιαστικό χώρο: Επιπλέον οδηγεί και στη μείωση των εδαφικών απαιτήσεων των νέων αγοραστών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπου παρατηρούνται νέες μορφές εγκληματικότητας, γίνεται έντονη η παρουσία εξοχικών συγκροτημάτων «υψηλής ασφαλείας». Τα συγκροτήματα αυτά χαρακτηρίζονται από την ιδιωτικοποίηση του μεταξύ των κατοικιών δημόσιου χώρου –δηλαδή των δρόμων και πεζοδρομίων– από την απαγόρευση εισόδου των μη κατοίκων και από τη λήψη ειδικών προστατευτικών μέτρων αμφισβητούμενης νομιμότητας. Πρόκειται για μια ιδιόμορφη «αμυντική αρχιτεκτονική», συμβατή με το πνεύμα μιας εποχής που δημιουργεί μικρές ιδιωτικές πόλεις «υψηλής ασφαλείας» και ποιοτικών προδιαγραφών (8). Μια εποχή που επαναλαμβάνει παλιότερες οικιστικές δομές της Αττικής υπαίθρου όπως ήταν το αρβανίτικο σπίτι των Μεσογείων, με τους υψηλούς μαντρότοιχους και την οχυρωματική του διάρθρωση. (9)

Σε αντίθεση με τον κυρίως αστικό χώρο, όπου η πυκνότητα κατοίκησης ενισχύει την ασφάλεια παρά κάποιους θύλακες εγκληματικότητας, ο περιαστικός χώρος εκτίθεται λόγω της ευκαιριακής του χρήσης σε ποικίλες προσβολές.

Σ’ αυτήν την ύστερη περίοδο η αναζήτηση ενός «μικροπεριβάλλοντος» με ειδικά χαρακτηριστικά προσαρμοσμένα στην προσωπική κατάσταση των κατοίκων, εξακολουθεί να αποτελεί το ψυχολογικό υπόβαθρο της απόκτησης εξοχικής κατοικίας. Παράλληλα όμως εμφανίζονται και φαινόμενα «επιδεικτικής κατανάλωσης» πολλαπλών εξοχικών δυνατοτήτων, που εκπέμπουν μια νέα ψυχολογία. Τώρα πλέον το ιδανικό της επιστροφής στην «παλιά καλή κατάσταση του χωριού» ατονεί και οι παλιοί «αναχωρητές» με τους προσωπικούς λαχανόκηπους και την επαφή με το χώμα παραχωρούν τη θέση τους στους νεοκαταναλωτές εξοχικής κατοικίας. Δικαιολογημένα ο Μανώλης Γλέζος μιλάει για το νέο ιδανικό του νεοέλληνα, που είναι οι τρείς κατοικίες: Στο βουνό, στη θάλασσα, και μία για αδιευκρίνιστους σκοπούς…

Η «κεντρόφυγη κίνηση» από τις πόλεις έχει σαν αρχικό αποδέκτη τα προάστια, που γίνονται δομές υβριδικές – κάτι μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Η ίδια όμως κίνηση, εν μέρει σαν αντίδραση στην καταπόνηση της πόλης και εν μέρει σαν διεκδίκηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας και καταξίωσης, οδηγεί στον εποικισμό της ευρύτερης περιαστικής περιφέρειας. Καθώς το παλιό χωριό εκλείπει και η νοσταλγία του απωλεσθέντος αγροτικού παραδείσου αποδυναμώνεται, η διαχείριση του ιδιωτικού χώρου, των κήπων, πεζοδρομίων κ.λπ. παίρνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι νεοαστοί έποικοι της υπαίθρου στρέφονται προς τις υπηρεσίες των κηπουρών και των αρχιτεκτόνων κήπου, προτιμώντας στη θέση της πολύμορφης φυσικής βλάστησης με τα «ωφέλιμα» είδη, τα οπωροφόρα δένδρα και τα λαχανικά, τη «φυτική γεωμετρία», τα γκαζόν και τα διακοσμητικά φυτά. Αυτή η διαρκώς αυξανόμενη χρήση του εξοχικού χώρου για διακοσμητικούς σκοπούς προκαλεί μια ακόμη αξιοσημείωτη επανάληψη της Ιστορίας, σε ένα σκηνικό διαφορετικό από αυτό της « Ρωμαϊκής ειρήνης» του 1ου μ.Χ. αιώνα. Τότε πολλοί Ρωμαίοι μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν τα εξοχικά τους κτήματα ως διακοσμητικά, θεωρώντας την καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων σαν μια τελείως δευτερεύουσα υπόθεση! (10)

Παραπομπές

1) Βαρβάρα Παπαδοπούλου, «Τα όρια της πόλης», εκδόσεις Future
2) Στοιχεία της ΕΣΥΕ
3) Σοφίας Αντωνοπούλου, «Ο μεταπολεμικός μετασχηματισμός της Ελληνικής Οικονομίας και το οικιστικό φαινόμενο», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα. 1991
4) Στοιχεία της ΕΣΥΕ
5) Χρίστος Ιακωβίδης , «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική και Αστική Ιδεολογία», εκδόσεις Δωδώνη, Γιάννινα. 1982
6) Γιάννη Σχίζα, «Νομάδες αναψυχής», Αυγή, 11/5/97
7) Παναγιώτη Γετίμη, «Οικιστική πολιτική στην Ελλάδα – Τα όρια της μεταρρύθμισης», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1989
8) Βασίλη Παπακριβόπουλου, «Η μικρή μας ιδιωτική πόλη», περιοδικό Οικοτοπία, Ιανουάριος, 1998
9) Ζώης Λούβαρης, «Πόλεις φρούρια», Βήμα, 1/8/99.και Marcia Lowe, «Shaping cities», «State of the world 1992», εκδόσεις Norton ,Νέα Υόρκη, 1992
10) Lionel Casson, «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», Αθήνα, 1996, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!