Ο Τραμπ πήγε την Τρίτη στη Νέα Υόρκη για να παρακολουθήσει έναν αγώνα της τελικής φάσης του πρωταθλήματος μπάσκετ ΝΒΑ. Στην εναρκτήρια τελετή επικρατούσε η αναμενόμενη έξαψη, και οι γιγαντοοθόνες έδειχναν την αμερικανική σημαία να κυματίζει ενώ ακουγόταν ο εθνικός ύμνος των ΗΠΑ. Ώσπου ο σκηνοθέτης είχε τη φαεινή ιδέα να δείξει τον Αμερικανό πρόεδρο, που από το θεωρείο του χαιρετούσε στρατιωτικά: στη στιγμή οι ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα του πλήθους μετατράπηκαν σε ηχηρές αποδοκιμασίες, με τα γιουχαΐσματα χιλιάδων ανθρώπων να σκεπάζουν τον εθνικό ύμνο. Η κανονικότητα επανήλθε όταν ο σκηνοθέτης έσπευσε να επαναφέρει στις γιγαντοοθόνες την αμερικανική σημαία. Φεύγοντας από το παιχνίδι, ο Τραμπ ερωτήθηκε για το «συμβάν» και δήλωσε… ικανοποιημένος – διότι, είπε, το κοινό τον επευφημούσε! Μήπως πλησιάζουμε στο σημείο όπου ενθαρρύνεται να κατρακυλά από τη μία γελοιοποίηση στην άλλη, ώστε να προλειανθεί το έδαφος εάν κριθεί σκόπιμη η αντικατάστασή του με κάποιον λιγότερο «αντιπαραγωγικό»; Μια τέτοια υπόθεση δεν φαίνεται πια εντελώς παράλογη.

Σε κάθε περίπτωση, εάν σκεφτεί κανείς ότι το φτηνότερο εισιτήριο για τον συγκεκριμένο αγώνα κόστιζε 5.000 δολάρια –οι πληβείοι οπαδοί των Νιου Γιορκ Νικς ας τον δουν στην τηλεόραση πίνοντας μια φτηνή απομίμηση μπύρας– μπορεί ίσως να εντοπίσει ένα κραυγαλέο (κυριολεκτικά!) παράδειγμα αυτού που, πιο πολιτικά, αποκαλούμε «ενδόρρηξη στους κόλπους της βορειοαμερικανικής ελίτ». Η οποία πλέον διαπερνά και διχάζει όχι μόνο την αισχρή μειοψηφία που μπορεί να πληρώσει το εισιτήριο ενός τέτοιου αγώνα, αλλά ολόκληρη την κοινωνία, με τον αποτυχημένο πόλεμο ενάντια στο Ιράν να έχει καταστεί πλέον μία από τις κεντρικές αιχμές της. Οι υπήκοοι του σπουδαιότερου, ομορφότερου, ισχυρότερου κ.λπ. κράτους στον κόσμο, περιλαμβανομένων πολλών που ανήκουν στο ρεύμα MAGA, είναι επιεικώς δυσαρεστημένοι όταν πληρώνουν το γαλόνι της απλής βενζίνης 4 και 4,5 δολάρια, ενώ πριν λίγους μήνες κόστιζε 3 δολάρια…

ΠΛΗΘΑΙΝΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ οι ενδείξεις ότι οι δημοσκοπήσεις δεν λαθεύουν όταν συμπεραίνουν πως μια σαφής πλειοψηφία των πολιτών των ΗΠΑ απαιτεί έναν γρήγορο «απεγκλωβισμό» από αυτό που θα διαφημίστηκε ως ένας εύκολος περίπατος, αλλά αποδείχθηκε εφιάλτης. Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων την περασμένη εβδομάδα για διακοπή των εχθροπραξιών με το Ιράν, παρά τις αντίθετες φορτικές πιέσεις του σιωνιστικού λόμπι που διαχρονικά χρηματοδοτεί τα περισσότερα μέλη της, ήταν μια τέτοια ένδειξη. Η οποία μπορεί να παραμένει συμβολική, αλλά αντανακλά πιστά το τρέχον κλίμα – που ενισχύεται από την ιστορικά πρωτοφανή απόσυρση της υποστήριξης της βορειοαμερικανικής κοινής γνώμης προς το ισραηλινό παρακράτος αφού αυτό εξακολουθεί να διαπράττει μια γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση. Και ταυτόχρονα επιχειρεί απελπισμένα να εμποδίσει οποιονδήποτε συμβιβασμό, μετατρέποντας σε Γάζα και τον Λίβανο.

Οι υπήκοοι της Ουάσινγκτον παύουν να είναι «αμερικανάκια» όταν ο συντηρητικός Τάκερ Κάρλσον, από τους πλέον επιδραστικούς αναλυτές στις ΗΠΑ, υπογραμμίζει: «Στην προεκλογική του εκστρατεία, ο Τραμπ αντιτάχθηκε στον πόλεμο για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, και επιτέθηκε σε όσους επεδίωκαν έναν τέτοιο πόλεμο. Στη συνέχεια όμως τον ξεκίνησε ο ίδιος. Και όχι μόνο τον ξεκίνησε, αλλά μετατράπηκε σε ένα είδος ενθουσιώδους εργαλείου της ισραηλινής κυβέρνησης». Ή όταν ο Τζο Κεντ, που είχε διοριστεί από τον Τραμπ διευθυντής του NCTC (Εθνικό Κέντρο Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας), παραιτείται δηλώνοντας: «Αδυνατώ να υποστηρίξω με καθαρή συνείδηση τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν. Το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τη χώρα μας, και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό λόμπι του»…

Η ΤΡΑΜΠΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ δεν έχει άρα να αντιμετωπίσει μόνο την καλοσχεδιασμένη και πεισματική αντίσταση του Ιράν, που έχει διαλύσει το επίσημο αφήγημα των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, κι έχει σκορπίσει αμφιβολίες στους συμμάχους τους για τη στρατηγική και τις δυνατότητες της βορειοαμερικανικής μηχανής του πολέμου (το κύρος και η αξιοπιστία της Ουάσινγκτον τίθενται έτσι κι αλλιώς εκτός συζήτησης, καθώς έχουν ήδη τρωθεί ανεπανόρθωτα). Είναι, επιπλέον, υποχρεωμένη να διαχειριστεί και τα εντεινόμενα «γιουχαΐσματα» στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου τόσο περισσότερο την πονάνε. Αυτά τα γιουχαΐσματα, δηλαδή η ενδόρρηξη στους κόλπους των ελίτ και το ράγισμα της εκλογικής βάσης που έφερε στην εξουσία τον Τραμπ, καθίστανται έτσι ένας από τους λόγους που εξηγούν πώς ο Αμερικανός πρόεδρος τη μία στιγμή απειλεί να εξαφανίσει από προσώπου γης το Ιράν, λίγες ώρες αργότερα διαβεβαιώνει ότι «δεν έγινε και τίποτα, όπου να ’ναι θα τα βρούμε», και πάλι από την αρχή.

ΥΓ: Δεν θα τα βρούνε βέβαια, κι ας το έχει αναγγείλει ο Αμερικανός πρόεδρος καμιά σαρανταριά φορές ως τώρα. Εκτός κι αν οι ΗΠΑ αναγκαστούν να καταπιούν την πικρή πραγματικότητα, δηλαδή ότι πλέον δεν συναχώνεται όλη η υφήλιος όταν φτερνίζονται. Ή, εναλλακτικά, αν εξαπολύσουν πυρηνικό Αρμαγεδδώνα. Αλλά το ζήτημα αυτό ξεφεύγει από τα όρια του συγκεκριμένου σημειώματος.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!