Κείμενα-επιμέλεια: Ιάσονας Κωστόπουλος, Νίκος Ταυρής

Είναι κοινά παραδεκτό ότι το κράτος, η λειτουργία της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας εντός του έχουν αντίκτυπο και στη μορφή και στο βαθμό της παραβατικότητας που υπάρχει σε κάθε κοινωνία. Στην Ελλάδα η εκτεταμένη συστημική διαφθορά σε συνδυασμό με το έλλειμμα δημοκρατίας και δικαιοσύνης δίνουν εδώ και χρόνια την εντύπωση ότι κουμάντο κάνουν σε όλα και μόνο οι ισχυροί. Η κυβέρνηση είναι οργανικά συνδεδεμένη με τις ελίτ, ενώ και το πολιτικό σύστημα συνολικά μεταχειρίζεται τους θεσμούς και τους νόμους με τρόπο που να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Ακόμη όμως και όταν κάτι από αυτά έρθει στο φως της δημοσιότητας γρήγορα αποσιωπάται δεδομένου ότι τα συστημικά ΜΜΕ είναι πλήρως ελεγχόμενα από τις ίδιες τις ελίτ ή λειτουργούν ως κομματικά γραφεία της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια μοιάζει να έχει αναβαθμιστεί και ο ρόλος του υποκόσμου που ελέγχει περιοχές και πόλεις ή κάνει ακόμη και την εμφάνιση του στην πολιτική σκηνή. Αυτή η ασυδοσία πέρα από το υπόστρωμα λειτουργίας του κράτους αποτελεί και ένα μηχανισμό κατεργασίας της κοινωνικής συνείδησης που προάγει τη διαφθορά, την παραβατικότητα και εν τέλει τη βία ως τις πλέον αποτελεσματικές μεθόδους για την κοινωνική ανέλιξη.

Από την περίοδο των Μνημονίων και έπειτα στην Ελλάδα η δημοκρατία έχει τραυματιστεί βαθιά και είναι πλέον σχεδόν αυτονόητο ότι οι κυβερνήσεις άλλα λένε και στην πορεία κάνουν ό,τι θέλουν, ευνοώντας συγκεκριμένα συμφέροντα και τους οικείους τους. Τα ρουσφέτια για παράδειγμα έχουν επανέλθει δριμύτερα στο προσκήνιο ενώ κομματικά στελέχη κάνουν συχνά «καριέρες» σε διάφορους οργανισμούς ή και επιχειρήσεις μόλις εκλεγεί το κόμμα τους. Αντίστοιχη όμως είναι και η σχέση των συστημικών κομμάτων με τις ελίτ. Η υπόθεση της ΤΕΡΝΑ με τις αναλήψεις για όλα τα έργα υποδομών, παρότι μεγαλοστέλεχός της είναι συγγενής του Γ. Γεραπετρίτη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύμφυσης που υπάρχει ανάμεσα στις ελίτ και τα κυβερνητικά κόμματα. Συνεχίζοντας με το ίδιο παράδειγμα –αν και αποτελεί ένα μονάχα από τα πολλά–, όταν τα έργα που είχε αναλάβει η εν λόγω εταιρεία δεν λειτούργησαν με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει η Θεσσαλία, όχι μόνο δεν επιβλήθηκε κάποιο πρόστιμο αλλά δεν ακυρώθηκαν οι συμβάσεις ούτε καν επιτάχθηκαν –για τα μάτια του κόσμου– μερικά από τα οχήματα που χρησιμοποιεί η εταιρεία για να βοηθήσουν στα πρώτα απαραίτητα έργα. Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση του συστημικού εγκλήματος των Τεμπών όπου και πάλι η εταιρεία βγήκε αλώβητη, μέχρι και σήμερα δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη ενώ οι συγγενείς των θυμάτων καταγγέλλουν απόπειρα συγκάλυψης. Αν αυτά δεν είναι αρκετά για να φανεί ανάγλυφα ο βαθμός της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και της δικαιοσύνης, αλλά και η αλαζονεία των εγχώριων ελίτ αρκεί τότε να θυμίσουμε την υπόθεση της Γεωργίας Μπίκα που για να μπορέσει να κινηθεί δικαστικά η καταγγελία της για ομαδικό βιασμό από γόνους πλούσιας οικογένειας χρειάστηκε να φτάσει μέχρι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παρότι το ελληνικό κράτος κωλυσιεργώντας φρόντισε να καταστραφούν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Η ασυδοσία πολιτικού συστήματος και υπόκοσμου αποτελεί και ένα μηχανισμό κατεργασίας της κοινωνικής συνείδησης που προάγει τη διαφθορά, την παραβατικότητα και εν τέλει τη βία ως τις πλέον αποτελεσματικές μεθόδους για την κοινωνική ανέλιξη

Αν όμως η μεγάλη διαφθορά αφορά τη σχέση του πολιτικού συστήματος με τις ελίτ, υπάρχει και εκείνη που αφορά την ύπαρξη και την δράση εγκληματικών ομάδων, με την ανοχή ή και τη γνώση κρατικών φορέων. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις εδώ είναι το σκάνδαλο της Greek Police Mafia όπου μεγαλοστέλεχος της ΕΛΑΣ ενώ κατηγορούνταν για κακουργήματα όχι μόνο έμεινε στην θέση του αλλά του ανατέθηκε και η διαχείριση των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορούνταν! Υπόθεση που πιθανόν να σχετίζεται και με αυτή της 12χρονης από τον Κολωνό, της οποίας ο ένοχος είχε παρεμπιπτόντως πολλές φωτογραφίες με πολιτικά στελέχη και όχι μόνο. Αντίστοιχα, όσα γίνονται στον αθλητισμό με την ανάδειξη των συνδέσμων σε οπαδικούς στρατούς που ελέγχουν περιοχές σε βαθμό που για παράδειγμα μπορεί να επιβάλλουν δια ροπάλου την κατασκευή ενός γηπέδου σχετίζονται με τη γενική μαφιοποίηση και τη νομιμοποίησή της μέσα στην κοινωνία. Παράλληλα, η εκλογή ανθρώπων του υποκόσμου σε κεντρικές αυτοδιοικητικές θέσεις, που με «τον τσαμπουκά» και τις γνωριμίες τους «λύνουν» τα προβλήματα των δήμων είναι μια ακόμη πτυχή των χαρακτηριστικών που αποκτά το πολιτικό σύστημα στη χώρα και των σχέσεων που έχει οικοδομήσει.

Το κάδρο συμπληρώνεται με την κατάσταση που επικρατεί στον τομέα της ενημέρωσης όπου πολλά από όσα γράφτηκαν απασχόλησαν ελάχιστα ή και καθόλου τα συστημικά ΜΜΕ. Πράγμα καθόλου περίεργο δεδομένου ότι τα περισσότερα βρίσκονται υπό την ιδιοκτησία των ίδιων ελίτ ή έχουν αναλάβει το ρόλο των γραφείων Τύπου των συστημικών κομμάτων. Τα παραπάνω αποτελούν σύγχρονο μηχανισμό παραγωγής ιδεολογίας αλλά και μηχανισμό κατεργασίας της κοινωνίας. Από τη μια επιβεβαιώνεται διαρκώς πως η εκμετάλλευση και κάθε λογής παρανομία μπορούν να παραβλεφθούν αν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα. Ενώ από την άλλη η διαφθορά και η εγκληματικότητα έχουν αντίκτυπο και στην κοινωνία είτε άμεσα με τις συνέπειες της δράσης τους είτε έμμεσα με τους μηχανισμούς που στήνουν για να εξασφαλίσουν τη νομιμοποίηση και την ύπαρξή τους.


Ένα βίαιο σύστημα

Μέσα στις γιορτές ένας συμπολίτης μας 57 χρόνων στην Ελευσίνα, απελπισμένος που έχανε το σπίτι του από τα funds, αφού έκαψε το σπίτι του, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα… Για αυτή τη βία το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ δεν πολυενδιαφέρονται. Γιατί είναι αυτοί υπεύθυνοι για αυτή ακριβώς τη βία.

Η παγκοσμιοποίηση, οι ντόπιες ελίτ και οι εκπρόσωποί τους έχουν καταδικάσει τη μεγάλη πλειοψηφία του πλανήτη, όπως και της Ελλάδας, στην ανασφάλεια και σ’ ένα μέλλον που μόνη προοπτική έχει την ανεργία, την ανέχεια ή την ξενιτιά. Αυτό είναι μια μορφή βίας από το σύστημα προς το κοινωνικό σώμα που προφανώς έχει και σαν αποτέλεσμα βίαιες εκδηλώσεις όπως την αυτοκτονία του 57χρονου. Υπάρχουν και άλλες μορφές βίας που ξεδιπλώνονται πάνω στο κοινωνικό σώμα, όπως η καταστολή, η χειραγώγηση, η πολιτική περιθωριοποίηση, τα ναρκωτικά και το νάρκωμα –επίσημο και ανεπίσημο–, η ενσωμάτωση, ο κοινωνικός ρατσισμός, η αγοραπωλησία ελπίδας, τα επιδόματα-χαρτζηλίκια κ.ο.κ. Αυτή η βία επιστρέφεται και μάλιστα με τυφλό τρόπο, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και ποιος είναι ο δημιουργός της, από πού πηγάζει.

Παράλληλα το κοινωνικό σώμα καθημερινά βιάζεται από τις πολιτικές που του εξασκούνται, καθημερινά του λένε «πάτα επί πτωμάτων για να επιβιώσεις/αναρριχηθείς» και μετά το κατακρίνουν και το δικάζουν οι «από πάνω» γιατί έκανε ακριβώς αυτό που του πρότειναν, ακριβώς αυτό που κάνουν και αυτοί – απλά εκείνοι έχουν την εξουσία και τον πλούτο για να είναι υπεράνω του νόμου.

Όλες αυτές οι πολιτικές προέρχονται από το σύστημα μέσα στο οποίο υπάρχουμε, το καπιταλιστικό, που έχει ως εγγενές στοιχείο του την πολύμορφη κοινωνική βία που ξεδιπλώνεται γύρω μας. Ένα σύστημα που η μόνη ιδεολογία που προσφέρει είναι της επικράτησης του ισχυρότερου, του άκρατου ατομικισμού, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, της πατριαρχίας. Ένα σύστημα που αρνείται να προσφέρει και καταφεύγει σε κάθε είδους βία και εξαναγκασμό για να κρατήσει τον έλεγχο μιας κοινωνίας που το ίδιο καταστρέφει. Ένα σύστημα που όσο μεγαλώνει την επίθεσή του, λόγω της κρίσης που βιώνει, τόσο θα εντείνει και τα ποικίλα προβλήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των πολιτικών του. Που όσο πιο πολύ σπρώχνει πολίτες –ειδικά νέους– στο περιθώριο, που όσο πιο πολύ τους απορρίπτει από την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική ζωή, τόσο αυξάνονται οι «εύκολες» διέξοδοι, όπως η αυτοκτονία, ο χουλιγκανισμός, τα ναρκωτικά, ο συμμοριτισμός. Που όσο τους μαθαίνει ότι ο εχθρός είναι ο μετανάστης, ο οπαδός της άλλης ομάδας, ο νεολαίος του διπλανού προαστίου, ο ίδιος τους ο εαυτός, τόσο περισσότερο θα εξαπλώνεται και θα διαχέεται η βία μέσα στην κοινωνία.

Ένα σύστημα που αντί να προσφέρει δουλειά, χώρους έκφρασης και δημιουργίας, ελεύθερο χρόνο, πολιτισμό, δίνει βία και εκμετάλλευση. Και μετά αναρωτιόμαστε τι φταίει…

Φταίει η κοινωνία για την κοινωνική βία;

Η βία, ως κοινωνικό φαινόμενο, έχει ανοδικές τάσεις στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, συχνά με σκληρά περιστατικά που προβάλλονται στα δελτία ειδήσεων για μέρες ή και εβδομάδες ολόκληρες. Γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να ανοίξει μια συζήτηση για το ποια είναι τα αίτια ή καλύτερα η πηγή της βίας που ορισμένες στιγμές μας κατακλύζει. Η κυρίαρχη άποψη κάνει λόγο για παραβατικές ατομικότητες και ατυχή περιστατικά κλειδώνοντας έτσι μια οπτική που θα βάζει την κοινωνία στο επίκεντρο και θα αναζητεί αιτίες και άρα λύσεις που να αφορούν το κοινωνικό σώμα ως σύνολο. Αντίστοιχα δημοφιλής είναι και η άποψη που θέλει αυτά τα περιστατικά να οφείλονται σε παγιωμένες, οπισθοδρομικές αντιλήψεις, σε μια καθυστέρηση που υπάρχει στην κοινωνία μας.

Έτσι, με προοδευτικό μανδύα, το δάχτυλο δείχνει την ίδια την κοινωνία η οποία οφείλει να εκσυγχρονιστεί, αλλάζοντας μυαλά και αντιλήψεις. Ξεχνιέται όμως, σχεδόν πεισματικά, το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η βία και βέβαια υπάρχουν, καλλιεργούνται και ανθίζουν ο ρατσισμός, ο μισογυνισμός κ.λπ. Αυτό είναι η βία που ασκείται στην κοινωνία αλλά και το περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Καταρχήν, το ίδιο το στάτους της χώρας, η μετατροπή της σχεδόν σε προτεκτοράτο και οι πολιτικές που επιβάλλονται στον λαό, αποτελούν μια πρώτη μορφή βίας, που κάνει το μέλλον να μοιάζει αδιέξοδο και επιβάλλει το δίκιο του ισχυρού σε καθοριστικά ζητήματα.

Επιπλέον, η διαφθορά του πολιτικού συστήματος, η έλλειψη δικαιοσύνης, η βία που ασκείται από το κράτος στους πολίτες είτε οικονομική και πολιτική είτε φυσική αποτελούν ένα δεύτερο πλαίσιο κατεργασίας του κοινωνικού σώματος. Πράγμα το οποίο σχετίζεται, όπως τα αρνητικά των φιλμ με τις φωτογραφίες, με την ασυδοσία των εγχώριων ελίτ, τις μπίζνες που κάνουν με την κυβέρνηση αλλά και με την επίδειξη πλούτου, δύναμης και επιρροής που ασκούν τα τελευταία χρόνια σε σκανδαλώδη βαθμό.

Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από την εποχή του μνημονίου μέχρι σήμερα. Μέσα σε αυτά τα χρόνια η Ελλάδα έχει γίνει μια χώρα δύσκολη για να ζει κανείς, οικονομικά, από άποψη υποδομών, κρατικών υπηρεσιών και γενικότερης κοινωνικής πραγματικότητας. Η κοινωνία πιέζεται από παντού χωρίς όμως να υπάρχει προοπτική, ελπίδα ή φρόνημα με αποτέλεσμα ένα κομμάτι αυτής της βίας να αντανακλάται στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις και να οδηγεί στον κανιβαλισμό των πιο «αδύναμων».

Κοίτα ποιοι μιλάνε για τη βία

Είναι οξύμωρο αλλά και επικίνδυνο οι βιαστές της κοινωνίας να μιλάνε για τη βία. Είναι παράλογο, πώς να το κάνουμε, δεν μπορεί να το χωρέσει εύκολα ο νους ενός οποιουδήποτε λογικού και σκεπτόμενου ανθρώπου. Παρ’ όλα αυτά έτσι λειτουργεί το σύστημα, έτσι συμπεριφέρεται γιατί έτσι μόνο μπορεί να προωθήσει τα σχέδιά του.

Τα τελευταία χρόνια, από τα χρόνια του μνημονίου και μετά, έχουν ριχτεί απλόχερα πολλές και μεγάλες δόσεις βίας μέσα στο κοινωνικό σώμα – από τους κρατούντες, τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τη διαπλοκή, τους «συμμάχους-προστάτες» κ.ο.κ.. Η βία της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, του κλομπ, των χημικών, των αδιεξόδων, των μονόδρομων, των ναρκωτικών, του ρατσισμού, της απαξίωσης, του φασισμού, των πογκρόμ, των τηλεπαραθύρων, της διάλυσης κάθε κοινωνικής υποδομής, του ξεπουλήματος της χώρας – όλη αυτή η βία είναι παρούσα, συνεχής, καταιγιστική.

Και παράλληλα έχεις τους ηθικούς και φυσικούς, στην ουσία, αυτουργούς αυτού του κοινωνικού εγκλήματος να ζητάνε μονότονα και βίαια το ίδιο πράγμα. Να καταδικάσεις και να έρθει, επιτέλους, η πολυπόθητη τάξη και ασφάλεια. Άφθονη καταδίκη έχει υπάρξει από τα τηλεδικεία των οκτώ, άφθονη αστυνομία έχει ξεχυθεί στους δρόμους, άφθονη τάξη έχει επιβληθεί, αλλά το αποτέλεσμα είναι πάντα χειρότερο από πριν. Αυτό είναι κάτι που πρέπει πλέον να μας προβληματίσει σοβαρά, αν θέλουμε να λυθεί το πρόβλημα.

Πρώτα από όλα πρέπει να σταματήσει η υποκρισία του πολιτικού συστήματος. Δεν γίνεται οι θύτες να το παίζουν θύματα. Οι θύτες είναι συγκεκριμένοι, είναι το πολιτικό σύστημα που εξέθρεψε την κοινωνική βία. Είναι και αυτοί που το παίζουν λύση του προβλήματος. Η Δεξιά, το ακραίο κέντρο, οι κάθε λογής ακροδεξιές και όσοι συναγελάστηκαν με τον υπόκοσμο για να χτίσουν ή να συντηρήσουν πολιτικές καριέρες.

Μετά πρέπει να βρεθούν οι ένοχοι και να αποδοθεί, επιτέλους, δικαιοσύνη. Αυτοί που έσπειραν όλη τη βία που περιγράψαμε παραπάνω πρέπει να πληρώσουν για τα εγκλήματα κατά του λαού, για τις πολιτικές καταστροφής και ερήμωσης που επέβαλαν στην κοινωνία με κάθε τρόπο.

Κατόπιν θα πρέπει να ακολουθηθεί μια διαφορετική πολιτική που να ανακουφίζει τα πραγματικά θύματα, που είναι ο λαός, η νεολαία και οι εργαζόμενοι. Να σταματήσει το τσουβάλιασμα ότι «όλοι ίδιοι είναι» ή «έτσι είναι η κοινωνία μας». Αυτό το τσουβάλιασμα που στρέφεται κατά πάντων μεγαλώνει την όξυνση, φέρνει την κοινωνία στα όρια του πολέμου και βολεύει το πολιτικό σύστημα ώστε να κάνει ανενόχλητο τη δουλειά του.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!