Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε σημαδεύεται από μια γενική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Η φθορά της Ν.Δ. βαθαίνει, τα εσωτερικά της ρήγματα γίνονται όλο και πιο εμφανή, ενώ ταυτόχρονα στο πολιτικό προσκήνιο προαναγγέλλονται ή κυοφορούνται νέα κόμματα: της Μ. Καρυστιανού, του Α. Τσίπρα, πιθανώς του Α. Σαμαρά. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν την πτώση της κυβέρνησης, αλλά και τη διασπορά της δύναμης των αντιπολιτευτικών κομμάτων, χωρίς να αναδεικνύεται κάποιος πόλος που θα μπορούσε να εμφανιστεί ως πειστική κυβερνητική εναλλακτική. Την ίδια στιγμή, είναι εμφανές ότι τα υπό ίδρυση κόμματα περιμένουν τη φθορά της κυβέρνησης, χωρίς όμως να επιλέγουν να μπουν πραγματικά στην πολιτική αντιπαράθεση, κρατώντας το επίπεδο της συζήτησης θολό. Δεν λένε κάτι συγκεκριμένο, γιατί, στην πραγματικότητα, τουλάχιστον οι περιπτώσεις Τσίπρα και Σαμαρά δεν έχουν να προτείνουν κάποια αξιόπιστη εναλλακτική για τη χώρα. Έτσι, μπαίνουμε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο με δύο δεδομένα: τη φθορά της κυβέρνησης της Ν.Δ. λόγω των σκανδάλων και τη μεγάλη αβεβαιότητα στο επίπεδο της αντιπολίτευσης, όπου η διασπορά των δυνάμεων δημιουργεί μια χαοτική κατάσταση.

Το κυβερνητικό κόμμα

Η Ν.Δ. πηγαίνει στο συνέδριό της επιχειρώντας να εκπέμψει μήνυμα προεκλογικής συσπείρωσης. Ο Κ. Μητσοτάκης θέλει, μέσα από μια οργανωμένη κομματική φιέστα, να καταλαγιάσει την εσωκομματική φαγωμάρα και τη δυσαρέσκεια που συσσωρεύεται στο εσωτερικό της παράταξης. Όμως, η απουσία του Κ. Καραμανλή και η σύμπλευσή του με τον Α. Σαμαρά δείχνουν το μέγεθος των εσωτερικών προβλημάτων της Νέας Δημοκρατίας. Η επιστολή των δέκα στελεχών της Ν.Δ., που μιλούν για διαφθορά, επιτελικό κράτος και ανάγκη νέας πολιτικής έκφρασης, προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της εσωκομματικής κρίσης. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί η παραίτηση της Ιωάννας Γκελεστάθη, στενής συνεργάτιδας του πρωθυπουργού, από κάθε κομματική ιδιότητα, με σαφείς αιχμές προς την ηγεσία. Παράλληλα, η συνέντευξη του Γρ. Δημητριάδη για τις υποκλοπές φαίνεται πως είτε λειτουργεί ως μήνυμα πειθαρχίας είτε ως υπενθύμιση ότι οι υποκλοπές μπορούν να δημιουργήσουν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στην κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη να δοθεί τώρα αυτή η συνέντευξη δείχνει πως το ζήτημα των υποκλοπών έχει δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα στο εσωτερικό της Ν.Δ.

Απέναντι σε αυτά, η κυβέρνηση επιλέγει έναν ακόμη πιο επιθετικό τόνο και μια στροφή προς τα δεξιά, πράγμα που φάνηκε και από τον ρόλο του Μ. Βορίδη στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Η Ν.Δ. προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία με συγκάλυψη, νομικά και κοινοβουλευτικά τερτίπια, αλλά και με μια ρητορική πόλωσης απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και στον υπό ίδρυση φορέα Τσίπρα. Η βασική επιδίωξη είναι σαφής: να πλασαριστεί το αφήγημα ότι «όλοι είμαστε το ίδιο διεφθαρμένοι», ωστόσο η κυβέρνηση της Ν.Δ. είναι ο πιο δοκιμασμένος και αξιόπιστος διαχειριστής της φτώχειας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται, από τη μία, η επαναφορά του 2015 μέσα από το ντοκιμαντέρ της Ε. Βαρβιτσιώτη και της Β. Δενδρινού, που λειτουργεί ως υπενθύμιση και επίθεση απέναντι στο rebranding Τσίπρα, και, από την άλλη, η υπόθεση Ανδρουλάκη με το ακίνητο που μισθώνεται στο Δημόσιο. Πρόκειται βέβαια για υπαρκτό ζήτημα, αφού δείχνει τις σχέσεις του πολιτικού συστήματος με το κράτος και μια κερδοσκοπική σύμφυση ανάμεσα στα δύο. Αντίστοιχα, η συζήτηση για το πόθεν έσχες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και το ένα εκατομμύριο ευρώ σε καταθέσεις ανοίγει ένα ευρύτερο ζήτημα: Πώς βρέθηκαν τέτοια ποσά και γιατί τόσοι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος έχουν τόσο φουσκωμένες αποταμιεύσεις, πράγμα που αντικειμενικά σημαίνει ότι ανήκουν οργανικά στις ελίτ και δεν μπορούν να αφουγκραστούν την κοινωνία. Όμως η χρονική στιγμή της επίθεσης στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι ουδέτερη. Εξυπηρετεί το «κόντεμα» του Ανδρουλάκη και, ενδεχομένως, μια συνολικότερη αναδιαμόρφωση του κεντροαριστερού χώρου.

Η αντιπολίτευση

Η κατάσταση στην αντιπολίτευση παραμένει εξαιρετικά ρευστή. Δεν είναι βέβαιο ποιο θα είναι το δεύτερο κόμμα, ούτε ποια δύναμη θα μπορέσει να εμφανιστεί ως κορμός μιας επόμενης κυβερνητικής πρότασης. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται τυπικά στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όμως η στασιμότητά του δείχνει πως δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όριά του. Δεν έχει έναν δικό του πολιτικό τόνο, ούτε φαίνεται να κομίζει κάτι περισσότερο από τον ρόλο μιας ενδιάμεσης, χαμηλών προσδοκιών, συστημικής κεντροαριστερής λύσης: κάτι ανάμεσα στη Ν.Δ. και σε μια πιο κεντροαριστερή εκδοχή διαχείρισης. Ένα πιο «κοντεμένο» ΠΑΣΟΚ, μάλιστα, μπορεί να είναι πιο χρήσιμο για τα σενάρια της επόμενης μέρας, ως συμπλήρωμα σε μια άλλη κυβερνητική σύνθεση.

Η κινητικότητα Τσίπρα, από την άλλη, προκαλεί ήδη ανακατάταξη στον χώρο των θραυσμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και συνολικά της Κεντροαριστεράς. Φαίνεται ότι θα αποτελέσει ένα βασικό εγχείρημα αναδιάταξης της αντιπολίτευσης στον κεντροαριστερό χώρο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα εναπομείναντα κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς μοιάζουν να εξαϋλώνονται. Ωστόσο, η ακριβής δυναμική του εγχειρήματος θα φανεί μετά την ίδρυση όλων των νέων κομμάτων, καθώς είναι εμφανές ότι, σε έναν βαθμό, η δυναμική του φουσκώνεται από διάφορα πολιτικά και μιντιακά κέντρα.

Η περίπτωση της Μ. Καρυστιανού είναι διαφορετική. Δεν πρόκειται για ένα κλασικό κόμμα που πατά στους μηχανισμούς του πολιτικού συστήματος, αλλά για μια πρωτοβουλία που αντλεί από τη ρωγμή που άνοιξε το έγκλημα των Τεμπών και ο αγώνας των συγγενών. Γι’ αυτό και μπορεί να συνομιλήσει με ψηφοφόρους διαφορετικών χώρων, να συμπιέσει άλλες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και να απευθυνθεί σε ένα τμήμα της αποχής. Αυτή η δυνατότητα την καθιστά απρόβλεπτο παράγοντα, καθώς η επιστροφή ψηφοφόρων από την αποχή μπορεί να αλλάξει, έστω και σε έναν βαθμό, τους συσχετισμούς. Ωστόσο, και αυτό το εγχείρημα υστερεί σε ποιότητα έναντι των απαιτήσεων που υπάρχουν σήμερα στη χώρα, κυρίως επειδή παραμένει έντονα προσωποπαγές, έχει χαρακτηριστικά ανάθεσης και δεν έχει μπορέσει, επί της ουσίας, να αντλήσει από τη ριζοσπαστικότητα του ρήγματος των Τεμπών.

Αναπαραγωγή των προβλημάτων

Κι όμως, όσο το πολιτικό σκηνικό κινείται με φρενήρεις ρυθμούς, η κοινωνία παραμένει απέναντι σε προβλήματα που δεν χωρούν σε αυτή τη συζήτηση. Η ακρίβεια, η κοινωνική βία, τα αδιέξοδα της νεολαίας, η παραγωγική εξάντληση της χώρας, η αποδιάρθρωση της περιφέρειας, η μετατροπή της Ελλάδας σε τουριστικό, ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο δεν βρίσκονται στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ακόμη και σοβαρά ζητήματα, όπως το θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα και συνδέθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αντιμετωπίζονται σαν στιγμιαία επεισόδια, ενώ αναδεικνύουν τον κίνδυνο εξαγωγής και εξάπλωσης του πολέμου, αλλά και το πόσο ανέτοιμη είναι η χώρα να διαχειριστεί τέτοιους κινδύνους.

Έτσι, η πολιτική συζήτηση στενεύει γύρω από το αυτονόητο: ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να φύγει. Και πράγματι, πρόκειται για μια επικίνδυνη κυβέρνηση, βαθιά διεφθαρμένη, αλαζονική και βουτηγμένη στα σκάνδαλα. Όμως μια απλή ανακύκλωση του πολιτικού συστήματος δεν είναι αυτό που έχει ανάγκη η χώρα. Δεν μπορεί να απαντήσει στα βασικά της προβλήματα, ακριβώς γιατί αυτά τα προβλήματα συνδέονται με το ίδιο το πολιτικό σύστημα που τα δημιούργησε και τα αναπαράγει.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!