της Χρύσας Φάντη 

Τελικά το αποφάσισα. Μετά από εκείνο το τηλεφώνημα, δεν υπήρχε επιλογή. Έπρεπε να τον δω. Να μιλήσουμε. Να μου εξηγήσει. Το τελευταίο του γράμμα δεν είχε διεύθυνση∙ δεν ήξερα πού βρισκόταν.

Απρίλης του 1979. Στο σπίτι της Ναντέρ, με περίμενε η Κλέα. Αγέλαστη, πιο αδύνατη, καταπονημένη. «Καλώς την», μου είπε. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν σε περίμενα», συμπλήρωσε άκεφα.

«Να όμως που τα κατάφερα».

Δεν αντέδρασε. Το σπίτι μύριζε καπνό και εγκατάλειψη. Είχε παραιτηθεί από το σχολείο και τώρα δούλευε ως animatrice στις παιδικές δομές του Δήμου. Από τον τρόπο που έσυρε τη βαλίτσα μου κατάλαβα: το πείραμα των συντρόφων είχε στραβώσει.

«Τρελοκομείο, ε;»

«Δεν λες τίποτα», απάντησε. «Πίστεψες κι εσύ ότι το παιδί είναι καλό από τη φύση του; Μαλακίες».

Τα είχε βάλει με τον Rousseau, με την ίδια μανία που ακόμα και οι ορθόδοξοι κομμουνιστές είχαν αρχίσει να τα βάζουν με τη «μαμά Ρωσία». Γιατί κι αυτός, ο Ρουσσώ, μας είχε χαντακώσει, λέει, μ’ εκείνον τον γιο του, τον Αιμίλιο. «Comme au cirque mon amie, comme au cirque!» ούρλιαξε ξαφνικά. Και μετά το γύρισε. «Περίμενες ποτέ από τον Κ. να μας παρατήσει και να κατεβεί στη Ρόδο για να παντρευτεί τη Μ.;» Από τον θυμό στη χλεύη και πάλι πίσω. Σαν να μην υπήρχε ενδιάμεσο. Ακόμα και αυτά που φορούσε: η μακριά, ινδική φούστα, πολύ στη μόδα τότε, η φαρδιά, τριμμένη ζακέτα, που της έπεφτε από τον έναν ώμο, το τσαλακωμένο αντρικό πουκάμισο και οι κινέζικες, μισολιωμένες μπαλαρίνες στα πόδια – όλα πάνω της απέπνεαν μούχλα και θυμό.

Την επομένη πήρα το μετρό για το κέντρο. Ήταν σαν να βρέθηκα σε έναν τόπο που διάλεξε τη λήθη. Τα στέκια μας παράκμαζαν. Οι ταινίες της avant-garde έπαιζαν σε μισοάδειες αίθουσες. Ακόμα και το Μπομπούρ, με την inside-out τεκτονική και τους επιχρωματισμένους σωλήνες, με απογοήτευσε. Το Παρίσι δεν ήταν πια αυτό που ήξερα. Ό,τι κάποτε ήταν πρόκληση τώρα έμοιαζε διακόσμηση.

Κατέληξα στην Pompidou. Άλλος κόσμος εκεί. Ο κλοιός των μεταναστών, των Αργεντίνων, των Μεξικάνων, των Αρμενίων, των Κούρδων, έσμιγε με τον κόσμο των καλλιτεχνών και των υπαίθριων χάπενινγκ. Φυσαρμόνικες, ταμπουράδες, ακορντεόν, κιθάρες, πίπιζες έφτιαχναν ένα πανδαιμόνιο. Προσπερνώντας κάτι απίθανους τύπους –ζογκλέρ, ταχυδακτυλουργούς, μίμους, ακροβάτες– έπεσα πάνω στον Μπορίς. Ανάποδα στο τρίποδο, με το σώμα βαμμένο κόκκινο, έμοιαζε με πίνακα του Γκογκέν. Οι χαλκάδες στη μύτη και στους αστραγάλους, τα πλαστικά στήθη – όλα έτοιμα να σπάσουν το κάδρο. Τον ρώτησα για τον Κ. Θόλωσε. «Καλή η πολιτική», είπε, «αλλά εγώ τέλος. Προτιμότερο να γίνω φύλακας σε μουσείο». Το Jeux de pomme ήταν η αδυναμία του. Όταν κατάλαβε ότι δεν θα το άφηνα, μου είπε τα ίδια με την Ξένια. Επιστρέφοντας στη Ναντέρ, θυμήθηκα τα λιβάνια και τα κεριά που καίγαμε στα δωμάτια, το τυπογραφείο της ομάδας μας στο υπόγειο, ακόμα και τα «οικολογικά» μαρούλια που φύτευε ο Κ. στον κήπο. Φαντάστηκα τον Ζενέ και τον Σαρτρ να αραχνιάζουν πλέον στα ράφια, μαζί με τις αφίσες από το ταξίδι μας στο Νεπάλ και τις ινδιάνικες πίπες.

Είχε για τα καλά μπει η άνοιξη, αλλά ο ουρανός στο Παρίσι ήταν ακόμη φορτωμένος με μαύρα σύννεφα∙ καμία σχέση με το φως της Αθήνας. Οι ρυθμοί είχαν γίνει πιο γρήγοροι, άλλαζαν ακόμα και τις επιθυμίες. Οι ξένοι αφομοιώνονταν, οι αγρότες αστικοποιούνταν, οι αστοί μάθαιναν να ζουν χωρίς ενοχές. Δεν υπήρχε η ίδια ανάγκη για δικαίωση, η ίδια αγωνία για το «σωστό». Στην Ελλάδα, αντίθετα, όλα έβραζαν. Οι άνθρωποι κατέβαιναν στους δρόμους. Η ιστορία ξαναγραφόταν.

 

ΜΑΗΣ του 1979. Δεν ξέρω γιατί με ακολούθησαν. Το λεωφορείο από το Λονδίνο για Αθήνα βρωμοκοπούσε λαρδί και μπέικον. Η Αγγλία κατέρρεε και τα Εγγλεζάκια κατέβαιναν νότια για ήλιο και μεροκάματα. Μπροστά μας δυο ομορφούλες από το Μάντσεστερ φιλιόντουσαν, πίσω μας, μια ομάδα Αυστραλών, πρώην ποδοσφαιριστών, μιλούσε για πρόβατα.

Στη Ρόδο δεν δυσκολευτήκαμε. Πιάσαμε αμέσως δουλειά σε μια οικογενειακή πανσιόν. Αναλάβαμε τις τρεις βάρδιες στη ρεσεψιόν, τα πρωινά σέρβις και τα μισά από τα δωμάτια. Ο Μπορίς και η Κλέα δεν είχαν κάρτα εργασίας, αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα. Άλλωστε, έτσι δεν θα τους κολλούσαν και ένσημα. Μάθαμε πώς να χύνουμε ξανά στα μπουκάλια τις μισοπιωμένες πορτοκαλάδες, να ρίχνουμε τα λερωμένα στη χλωρίνη χωρίς νερό, κι ύστερα να τα περνάμε με μια πατσαβούρα, να αλλάζουμε σεντόνια μόνο όταν το κρίναμε απαραίτητο, να είμαστε διακριτικοί με τους αδιάκριτους και ευγενικοί με τους άξεστους, να αποφεύγουμε τους περίεργους. Ο Μπορίς βολεύτηκε στο υπόγειο, μαζί με μια ντουζίνα εργένηδες που δούλευαν στο νησί∙ η Κλέα κι εγώ στο πλυσταριό.

Συμφέραμε, αλλά ίσως όχι αρκετά. Με το που έφτασε ο Ιούνιος, η ξενοδόχος, μια νευρωτική κυράτσα που υπολόγιζε μέχρι και τη δεκάρα, μας είπε να τα μαζεύουμε. Ο Μπορίς και η Κλέα την κοπάνησαν. Είπαν ότι θα πήγαιναν να δουλέψουν σε ένα μπαρ στη Λίνδο. Στον αποχωρισμό, η Κλέα μου έχωσε στην τσέπη ένα χιλιάρικο. «Πάρ’ το», μου είπε. «Εκεί που πάω δεν θα το χρειαστώ». Ψάχνοντας πάλι για δουλειά και κατάλυμα, βρέθηκα στην παλιά πόλη.

Ήταν μελαχρινό ή ξανθό; Πρόσεξα μόνο τα τσακίρικα μάτια του, το χέρι του καθώς μου έδειχνε μια ξύλινη πόρτα, βαμμένη με λαδομπογιά, μια αυλή που στο κέντρο της δέσποζε ένα πηγάδι. Η κυρά του σπιτιού είχε τα μάτια του γιου της. Ήταν κοντή, παχουλή, και το γέλιο της έκλεινε μέσα του όλη τη νησιώτικη αγαθοσύνη. Μέσα σε ένα απόγευμα μου είπε την ιστορία της ζωής της. Ο άντρας της νοίκιαζε ομπρέλες στην παραλία. Κοιμόταν κιόλας εκεί, με τις ομπρέλες αλλά και τις Σουηδέζες. Τους είχε κάνει μια ντουζίνα παιδιά, μικρά σουηδεζάκια. Κάθε Χριστούγεννα τους έστελναν καρτ-ποστάλ με άγιο-Βασίληδες. Δίγαμος, μπορεί και τρίγαμος.

Με λούζει στη σκάφη, πλένει τα ρούχα μου, με βάζει να κοιμηθώ στο κρεβάτι της. Το πρωί, ο μικρός μου φέρνει εφημερίδες – μια αθηναϊκή και μια ροδίτικη. Τη ροδίτικη, για να δω τις τοπικές αγγελίες. Και στις δύο, πρώτη είδηση: «Πρόσωπα ισχυρά από τον χώρο του αναρχοαυτόνομου ΠΑΣΟΚ, ύποπτα για διασυνδέσεις με διεθνή τρομοκρατικά κέντρα». Ο Κ. νεκρός. Στη φωτογραφία είχε το ένα μάτι κλειστό, το άλλο μισάνοιχτο.

Άφησα κάτω την εφημερίδα, έβγαλα τη ρόμπα σε στυλ κιμονό που μου είχε δώσει η Ροδίτισσα και έφυγα αστραπή για το ξενοδοχείο. Βλέπεις, δεν είχα προλάβει να πάρω από εκεί τα μπαγκάζια μου. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά μου ήρθε μια μυρωδιά ταγγισμένου λίπους και κάτουρου. Στο πλυσταριό έπεσα πάνω στην ξενοδόχα. Είχε απλώσει τα πράγματά μου πάνω στο ντιβάνι και τα επιθεωρούσε. Μόλις με είδε κοκάλωσε. Με ανακούφιση που όμως δεν κράτησε, άκουσα τα πασούμια της να σέρνονται στη σκάλα. Στην έξοδο με περίμεναν οι μπάτσοι. Ήταν η πρώτη φορά που θα ταξίδευα με συνοδεία. Ούτε υπουργός να ήμουν.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!