του Θεόδωρου Βάσση*
Το πνευματικό (καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό / ποιητικό) κίνημα του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού (περ. 1780-1850, αρχικά στην Αγγλία και τη Γερμανία) εμφανίζεται στο ιστορικοκοινωνικό, πολιτισμικό προσκήνιο ως «Αντί»: τόσο ως προσωπική στάση ζωής (βιοθεωρία) όσο και ως ιδεολογία (κοσμοθεωρία) δηλώνει την αντίθεση στον (επελαύνοντα, εν τω μεταξύ, βιομηχανικό αγγλικό) καπιταλισμό, με τις –ήδη– ορατές επιπτώσεις του, όπως η αναγωγή του χρήματος και των υλικών αγαθών σε πρώτη και τελευταία αξία της ζωής, η εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους, το πρωτόγνωρο βρώμισμα των (αγγλικών) πόλεων, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η περιφρόνηση προς τις (παραδοσιακές) πολιτισμικές αξίες, η απαξίωση της ανθρωπιστικής πνευματικής καλλιέργειας εκ μέρους των νεόπλουτων αστών, η κυριαρχία του χρησιμοθηρικού / αγοραίου «Ορθού Λόγου», η τυφλή πίστη στην τεχνοκρατία, η απομάγευση της ζωής. Συνάμα, ο Ρομαντισμός παρουσιάζεται ως πολέμιος του πολιτικού (πολιτειακού) αυταρχισμού (=απολυταρχίας). Τέλος, ο Ρομαντισμός εμφανίζεται ως αντίμαχος του (επί αιώνες κυρίαρχου) καλλιτεχνικού νεοκλασικισμού.
ΤΙ ΑΝΤΙΠΡΟΤΕΙΝΕΙ; Την πρωτοκαθεδρία του συναισθήματος και της φαντασίας (είτε οπτιμιστικής είτε πεσιμιστικής πνοής), την ενόραση, την ανάδυση στην επιφάνεια του υποκειμένου / ποιητή (=του λυρικού «Εγώ»), τη ρωμαλέα στηλίτευση της (καπιταλιστικής) πλουτοκρατίας, την επανεύρεση της ζωτικής σχέσης ανθρώπου-φύσης, την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση (=δημοκρατία), τη διάλυση της «υπέργηρης» νεοκλασικιστικής φόρμας και την εγκαθίδρυση της (ρηξικέλευθης) «νέας αισθητικής/ποιητικής»: της ρομαντικής. Ο Ρομαντισμός πραγματώνει το «αποσπασματικό / ανολοκλήρωτο» καλλιτεχνικό κείμενο, υλοποιεί το «έργο εν προόδω» (=«work in progress»). Γι’ αυτό και, δικαίως, θεωρείται η μήτρα του Μοντερνισμού. Αντιπροτείνει, ακόμη, (ο Ρομαντισμός) τη συστηματική μελέτη του μεσαιωνικού πολιτισμού, και δη του λαϊκού. Ακόμη κι όταν ο Ρομαντισμός χρησιμοποιεί τα (προγενέστερα) νεοκλασικιστικά μοτίβα, τα «σπάει», ώστε να τα διαχύσει στην «οδό» της νέας (ρομαντικής) αισθαντικότητας.
Συγχρόνως, όμως, ο Ρομαντισμός αξιοποιεί και τον Ρεαλισμό, προτού καν αυτός εισέλθει στον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό «στίβο» ως κυρίαρχη τεχνοτροπία (και, μάλιστα, ως αναίρεση του Ρομαντισμού: 1850 κι έπειτα). Θέλω να πω ότι οι διάφοροι πολιτισμικοί / καλλιτεχνικοί «-ισμοί», ως επινοήσεις των ίδιων των (καλλιτεχνικών) εκπροσώπων τους ή των (συγκαιρινών και κατοπινών) μελετητών τους, αφορούν –αποκλειστικώς– σε πολιτισμικές πυκνώσεις των νεοτέρων ευρωπαϊκών χρόνων. Με άλλα λόγια, η «ουσία» / «αφαίρεση» του Ρομαντισμού ή του Ρεαλισμού υπήρχε ανέκαθεν, από καταβολής της (ανθρώπινης) ιστορίας. Και μόνον αν αναγνώσει κανείς τα πρώτα γραπτά μνημεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού (με το σύστημα της αλφαβητικής γραφής) –δηλαδή τα ελληνικά ομηρικά έπη («Ιλιάς», «Οδύσσεια»)– θα βρει πλείστα όσα χωρία γέμοντα «Ρομαντισμού» ή «Ρεαλισμού».
ΤΟΥΤΩΝ ΔΟΘΕΝΤΩΝ, εξηγείται ευλόγως ο οξύμωρος τίτλος του παρόντος κειμένου, ο οποίος –προφανώς– δεν αποτελεί απλώς ένα ρητορικό σχήμα λόγου: εντός του περιέχεται η διαλεκτική φύση των πραγμάτων / της ιστορίας. Πάει να πει ότι ακόμη και το πιο συναισθηματικό, ενστικτώδες και μεταφυσικό ποιητικό κίνημα (π.χ. ο Ρομαντισμός) αξιοποιεί τον Ρεαλισμό, όταν οι ιστορικοκοινωνικές / πολιτικές συνθήκες και οι καλλιτεχνικοί στόχοι το απαιτούν.
Συνεπώς, ο «ανοικειωτικός» (βλ. Ρωσικός Φορμαλισμός) τίτλος τούτου του κειμένου κυριολεκτεί: όντως, ο κορυφαίος ρομαντικός (Άγγλος) ποιητής Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ (Percy Bysshe Shelley, 1792-1822), ίσως ο πιο πολιτικός ποιητής από τους Άγγλους ρομαντικούς, αποστάτης της (αριστοκρατικής) κοινωνικής τάξης του, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει μιαν άκρως αναφορική γλώσσα, μια γλώσσα ωμά ρεαλιστική, προκειμένου να καυτηριάσει τη φεουδαρχικοκαπιταλιστική καταπίεση που νιώθουν «στο πετσί» τους οι πολλοί (οι εργάτες της γης και των –πρώτων– βιομηχανιών, οι γεωργοί, δηλαδή, της αγγλικής υπαίθρου και οι προλετάριοι των αγγλικών πόλεων) από τους λίγους (φεουδάρχες «αριστοκράτες» και καπιταλιστές «αστούς»). Δεν διστάζει να περιγράψει με μια κυριολεκτική γλώσσα, η οποία αξιοποιεί όλους τους αναβαθμούς της αγανάκτησης, της οργής και της καταγγελίας (ειρωνεία, χλευασμός κ.τ.ό.), την οικτρή κοινωνικοοικονομική κατάσταση των Άγγλων «πληβείων» ως απόρροια της απομύζησής τους από τους Άγγλους «πατρικίους». Μια τέτοια ψυχοδιανοητική ροπή είναι λογικό να τραπεί προς την εξέγερση, την επανάσταση. Συγχρόνως, μια τέτοια καλλιτεχνική / ποιητική φύση (όπως είναι η ρομαντική), δηλαδή ένας χαρακτήρας που «έχει στο αίμα του» την «ενσυναίσθηση» / «συμπάθεια», άρα συναισθάνεται την κοινωνική ατμόσφαιρα, το πού ζει, το πώς ζει αυτός και το πώς ζουν οι πολλοί, το τι ζει αυτός και το τι ζουν οι πολλοί, δεν μπορεί παρά να τρέψει τη θεματική του προς το (ιστορικοκοινωνικό) παρόν, προς το σύγχρονο (ακόμη και προς το εντελώς επίκαιρο). Η πολιτική (ως προς το θέμα) ποίηση «τρέφεται» από το παρόν και ένας ρομαντικός ποιητής –δηλαδή ένας ανθρωπότυπος καλλιτεχνικός που δονείται από το συναίσθημα– δεν μπορεί παρά να αφήσει το συναίσθημά του ελεύθερο να εκφραστεί απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα που αντικρίζει (ακόμη κι αν δεν είναι η δική του πραγματικότητα). Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να αφήσει –εξαιτίας της «ενσυναίσθησης»– όλο αυτό που νιώθει να ξεχυθεί αδιαμεσολάβητο: κάπως έτσι συναντάται ο «Ρομαντισμός» με το «Ρεαλισμό».

Ο ρομαντικός ποιητής, οργισμένος από τη διάχυτη αδικία, ορμεμφύτως κινούμενος από την «αφαίμαξη» που υφίστανται οι πολλοί (φτωχοί) από τους λίγους (πλούσιους), συναντάται με τη σύγχρονή του κοινωνία /ιστορία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, φλεγόμενος από τη φωτιά της «στιγμής», γίνεται, αυθορμήτως, πιο άμεσος, πιο ευθύς – δηλαδή, «ρεαλιστής». Η συνδήλωση, αίφνης, υποχωρεί μπροστά στην καταδήλωση. Πλέον, ο (ρομαντικός) ποιητής τα λέει «έξω από τα δόντια». Τα λέει «σταράτα»:
Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ, Κόλαση [απόσπασμα]
Κόλαση είναι μια πολιτεία
που πολύ με το Λονδίνο μοιάζει
μια πολιτεία πολυπληθής με νέφος∙
χαλασμένοι άνθρωποι κάθε είδους μένουν εκεί
κι έχουν βεβαίως κέφι πολύ λίγο ή και καθόλου∙
πολύ λίγη δικαιοσύνη θα βρεις εκεί λιγότερο ακόμα οίκτο.
Θα βρεις εκεί έναν Castles και έναν Canning
έναν Cobbert και έναν Castlereagh
να σχεδιάζουν πρόστυχες πράξεις κάθε είδους
απάτες όλων των ειδών να μελετούν
για να χτυπήσουν πτώματα, πτώματα κάτι λιγότερο απ’ αυτούς
διεφθαρμένα.
Έχουμε κι ένα Άρειο Πάγο εκεί∙ ένα βασιλιά∙
κι ένα βιομηχανοποιημένο όχλο
κι ένα σύνολο από κλέφτες έχουμε που έχουν αυτοοριστεί
κλέφτες σαν κι αυτούς να εκπροσωπούν
κι έχουμε βέβαια στρατό∙ κι ένα δημόσιο χρέος έχουμε.
Που τελικά δεν είναι παρά λεφτά σε μερικά φύλλα από χαρτί
–και που δεν μεταφράζεται παρά σε
«μέλισσες, κρατήστε την κερήθρα εσείς και δώστε μας εμάς το μέλι
κι όταν θα χει ήλιο θα σας φυτέψουμε λουλούδια εμείς
λουλούδια να χετε μ’ αυτά τον χειμώνα να περάσετε».
Πολλές συζητήσεις για επανάσταση ακούς εκεί
και πολλές ευκαιρίες για αυταρχισμό βλέπεις
[…]
Κι έχουμε ακόμα φόρους στο ψωμί και στο κρασί
και στο κρέας, την μπύρα, το τσάι, το τυρί
φόρους που μ’ αυτούς τυλώνουν την κοιλιά τους
όλοι αυτοί οι αγνοί πατριώτες
που πριν στον ύπνο τους πλευρό αλλάξουν
δέκα φορές περισσότερα καταβροχθίζουν
Κι εκεί θα βρεις ακόμα ισχνές γυναίκες
να νιαουρίζουν για την αρετή τους
(σαν γάτες που τη μιζέρια τους αγαπούν
και στη μιζέρια γυροφέρνουν)
και που τις πλέον αβρές αδελφές τους
μες τα δικά τους τα ερείπια παρασύρουν
και πού να είναι άραγε η καθαρή αγνότητα;
[…]
Τι μαχαιρώματα, τι κούραση, θρήνος και μόχθος
συνοφρυώματα, κηρύγματα – τι θόρυβος!
Ο καθένας κοπιάζει διαρκώς
κι ενώ τον διπλανό του νομίζει ότι εξαπατά
δεν κλέβει παρά την ησυχία από την δική του την καρδιά.
(Βλ. Οι ρομαντικοί ποιητές. Μπάυρον, Κητς, Σέλλεϋ, Γουέρντσγουορθ, μτφρ.-εισαγωγή: Μαριγώ Τσερεντζούλια, Αθήνα: Οδός Πανός, 2015, σσ. 127-129).
* Ο Θεόδωρος Βάσσης είναι νεοελληνιστής φιλόλογος (μ.δ.), συγγραφέας





































































