του Νίκου Μιχ. Νικολίτση
Η χάρη και η αγωνία της νέας γενιάς
16/6/2013
Ραγισμένες ιδέες στην άκρα του τέλους
που πάνω τους βαδίζουμε στράτευμα νέο.
Οράματα θολά στα κατάπληκτα μάτια μας
γυρίζουν σε πράγμα, και πάλι μακραίνουν αλλάζοντας.
Εξέδρες και φώτα στη μέση της νύχτας,
κι εμείς όλο τρέχουμε, όλο αγγίζουμε τ’ άφθαστο.
Άμμος ο χρόνος στις παλάμες μας.
Και πώς αυξάνει ο χώρος άπληστος της φυλακής!
Θα συνθέσουμε εμείς ενωμένα τ’ ασύντακτα;
Την ελπίδα θα στήσουμε ορθή μιας αστάθειας νέας;
Κάποιοι αυτοκτόνησαν τότε
Στη μνήμη όλων και του Δημήτρη Χριστούλα, 23/3/2013
Διαβάζω τις εφημερίδες τους ανάποδα
κάτω απ’ το φως μιας λάμπας πια σβηστής.
Με γυαλόχαρτο τρίβω του ονείρου τα χρώματα,
τη σκουριά να μυρίσω που τώρα μ’ αλλάζει.
Ως τα βάθη του νου ξεμπουκώνω τ’ αυτιά μου,
της σιωπής μας ν’ ακούσω το σύνθημα.
Τις βομβίδες ακίνητος δέχομαι προ των ταγμάτων,
οι πηγές ν’ αναβλύσουν σφοδρές των δακρύων.
Σαν κοχύλι στη μήτρα μου κλείνω το μέγα,
να εκραγεί, να με κάνει κομμάτια.
Και ὅτε δεῖ μια Μυρτώ να τ’ απλώσει,
να μοιράσει στον κόσμο αντίδωρο.
Εμβατήριο ενδιάμεσων καταστάσεων
8/12/2008 (ή 18/12014)
Ορθοί, μπροστά στου κεφαλαίου την αιχμή,
μετέωροι, με δακρυσμένα μάτια,
σημαία υψώνουμε πολύχρωμη ιαχή
στου φόβου αδέσποτοι τα σκαλοπάτια.
Τους καινούργιους θα ψάλλουμε θρήνους
τα παλιά δεν ξεχνάμε εμβατήρια.
Μισοί, σκιές με σώμα σ’ άλλην εποχή,
σπαράγματα της μισθωτής δουλείας,
το δρόμο ψάχνουμε σαν δρόμο απ’ την αρχή,
σπασμός κι ανάσα της ελευθερίας.
Στης ασφάλτου το πυρ ο αγώνας
τη φορά στροβιλίζει του χρόνου.
Γοργά, ριπές του ανέμου ανοίγουμε φτερά,
η έφοδος των ατελών αγγέλων·
της Γης η ελπίδα, του φωτός τραυλή σαϊτιά,
παιχνίδι των παιδιών με τ’ άγριο μέλλον.
Κι αν με βιάση γυρνά το ρολόι,
με αρετή να νικήσουμε πρέπει.
Et gare! à la revanche
Quand tous les pauvres s’ y mettront.
29/7/2013
Καβάλα στον αέρα της αλαζονείας χύδην,
«Αδικούμε», λένε, «Κι όμως πρέπει εδώ στην Ιωλκό».
Στυγνά το δέρας μακελεύουν
που φέρανε στη γη τους ματωμένοι εργάτες
από μακριά, στη χώρα των αγώνων μισεμένοι.
Χτυπούν υβρίζοντας το καμουτσίκι
στον νου των ηττημένων και στις πλάτες.
Όμως εμείς, οι ασάνδαλοι του δίκιου ελπιδοφόροι,
περήφανοι, μα δίχως όπλα κι ανοργάνωτοι,
σ’ ένα καρνάγιο μυθικής τεχνολογίας
με γνώση ναυπηγούμε τη μοντέρνα Αργώ.
Καλούμε τους ομοίους αλλοπρόσαλλους, ν’ αλλάξουμε.
Κι ανίκητοι στην έρημο με πάθος λάμνοντας
καινούργιο, πάλι αβέβαιο, ταξίδι ξεκινάμε
με περισσή περίσκεψη
κι ερωτικά τραγούδια επιστροφής.
«Ἐπὶ ματαίῳ», μου είπαν
8/6/2013
Όταν κοπάσουν οι σεισμοί κι οι στρόβιλοι
και σβήσει η πείνα της φωτιάς των ηφαιστείων,
όταν τα κύματα ξανά το φλοίσβο θυμηθούνε
και τα νερά των ποταμών στη στάθμη τους γυρίσουν,
Τότε μαρμάρινες της τέχνης οι οπτασίες
έγχρωμες κι αβαρείς θ’ αναδυθούν, σαν Αφροδίτες,
Για να ιστορήσουν απαλά στη νέα γενιά
το δίκαιο των αγωνισαμένων,
το γέλιο και την τόλμη της παλιάς αλκής
που μες στο αίμα τους καθρέφτισαν
την αιδώ και τον θρίαμβο της ουτοπίας.
5.4.1937
Το πτυελοδοχείο
5/4/2017
Είναι σκληρός, αγάπη μου, ο κόσμος.
Αχ, είναι δύσκολη η ζωή!
Αφεντικά… ρουφιάνοι… κυβερνήσεις…
βλέμματα δήθεν, άγριες ματιές…
Κι η ανεργία.
Κι έρχομαι σπίτι απ’ τη δουλειά,
κι όλο να φτύνω θέλω
στο ζωντανό, που είσ’ εσύ, των μαύρων
συναισθημάτων μου πτυελοδοχείο.
Βαλσάκι
9/4/2018
Πετούν απαλά τα πουλιά,
στα μνήματα στέλνουν φιλιά,
και πάνω στις φτέρες
δακρύζουν οι μέρες,
που δίχως αγάπη κυλούν.
Κλειδώνουν οι αγνές αγκαλιές,
σαρώνει το πυρ τις φωλιές,
και μόνη στη μπόρα
βουλιάζει μια χώρα
που δίχως αγάπη θρηνούν.
Σβαρνίζουν πατέρες δειλοί
με πέη την άνυδρη γη,
και πνίγει μια μάννα
του βρέφους το κλάμα
που δίχως αγάπη γεννούν.
Οι νέοι που τους έλεγαν αφάσιους
14/7/2013
Ακούω τη φωνούλα σου στο μακρινό τουίτερ
τόσο απολίτικη, μου λεν, κι ανυποψίαστη…
Και στα λαγούμια δίχως φως η εξόριστη νεότης
βογκούν, κι ωδίνες άυλες ταράζουν το κορμί τους.
Κι ύστερα σκέφτομαι κι εγώ: τι πόνος,
ποια θύελλα του γιου μου σάρωσε το μέλλον;
Και κατεβαίνω στου καιρού τις ταξικές συγκρούσεις,
σε βλέπω αιμόφυρτο, και πάλι εσένα ακούω,
σαν πάντοτε, το λόγο εσύ ν’ αρθρώνεις του πολίτη.
Ενότητα αντιθέτων
25/3/2018
Οι πρωινές μεγάλες αποφάσεις
σβήνουνε με ρακή το βράδυ.
Της νύχτας οι επιδρομές
σφάζουν τα όνειρα σαν ξημερώνει.
Τα μαγικά του χρόνου μονοπάτια
κλέβουνε τρέχοντας τη νιότη.
Παιδιά δεκαπεντάχρονα
λάβαρου δίνουνε μορφή στη σκόνη.
Με μυστικές διαδρομές ο φόβος
την πλάνη τρέφει του θανάτου.
Καρδιές σαν τύμπανα χτυπούν,
σπάζουν τα στήθη, κι η ζωή φουντώνει.
Ιερά Οδός
21/10/2016
Πού ξέπεσες δω πέρα, ταξιδιώτη;
Εδώ μια πέτρα μόνο, που την κλέψαμε.
Ενός διαβάτη αλλοτινού αρχαίο πέλμα,
απομεινάρι αγάλματος τελείου κι υψηλού.
Που το προλάβαμε, πριν πουληθεί,
και το φυλάξαμε στου δρόμου την προθήκη, αριστερά
καθώς από της πόλης βγαίνεις τη βιτρίνα
και μπαίνεις πια στης πόλης τον Καιάδα.
Σπιράλ του παρόντος μελλοντικών γενεών
28/4/2019
Εκείνη τη χρονιά, τον μήνα και τη μέρα,
την ώρα που κανείς δεν είχε υπολογίσει,
απ’ όλα τα μυαλά και τις καρδιές του κόσμου
ο φόβος έφυγε κι η άγνοια εκρημνίσθη.
Εκείνη τη χρονιά, τον μήνα και τη μέρα,
μιαν ώρα που κανένας πια δε τη θυμάται,
πήρε ο λαός απόφαση μεγάλης βίας
τη βία πνίγοντας με δάχτυλα οργισμένα.
Εκείνη τη χρονιά, μηνός τινος μια μέρα,
μουγγή μιαν ώρα που κανένας δε θυμάται,
έδειξαν οι αιώνες των αιώνων πλάνη
κι οι σκλάβοι πια δεν έπραξαν σαν τους αφέντες.
Στα χρόνια τα παλιά, τα μυθικά, τ’ αρχαία,
τότε που ζούσαμε στη γη δυστυχισμένοι,
κανείς δεν ήξερε πως θα ‘ρθει τέτοια μέρα,
να ζούμε ελεύθεροι χωρίς το παρελθόν μας.
Ο νους των αισθήσεων
6/3/2020
Ακούω τη νύχτα μες στη μέρα,
τη βία στη γλυκειά φωνή,
ακούω τη σφαίρα και τη βόμβα
μες στης ειρήνης τη γιορτή.
Στην αταξία ακούω την τάξη,
στην τάξη τον κακό χαμό,
ακούω κραυγή της μιας σταγόνας
στων ασπαλάθων τον πνιγμό.
Πικρή του αίματος τη γεύση
νιώθω στο φως πριν τιναχτεί,
κι όταν ανύποπτες οι ελπίδες
βλέπω την ήττα και σφαγή.
Βλέπω το σχέδιο του αγύρτη,
του εργάτη αόρατο θυμό,
βλέπω περήφανο γεράκι
κι ας του τσακίσαν το φτερό.
Οσφραίνομαι κρυφήν αγάπη
όταν μ’ αγγίζουν εχθρικά,
μα ανοίγω διάπλατες αγκάλες
με κλάματα κι εκρηκτικά.







































































