Σημειώματα για το κενό υποκειμένου στην Ελλάδα

(Α΄ μέρος: Εισαγωγή στο θέμα)

Η οπτική γωνία από την οποία αντιμετωπίζεται οποιοδήποτε σημαντικό πρόβλημα, είναι μεγάλης σημασίας ακόμα και για πιθανές λύσεις, ή για τη διερεύνηση όρων για την επίλυσή του. Για να γίνω πιο σαφής, αντιμετωπίζοντας το συνολικό και πολυπαραγοντικό Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, είναι απαραίτητο να τονιστεί η σημασία –έως και κεντρικότητα– του Υποκειμένου που μπορεί να «σηκώσει», να προωθήσει, να φέρει εις πέρας μια εναλλακτική και διέξοδο από το Υπαρξιακό Πρόβλημα. Με άλλους όρους, το πρόβλημα του Υποκειμένου –όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα– είναι το πρόβλημα των προβλημάτων της σύγχρονης εποχής. Είναι το κεντρικό ζητούμενο.

Γύρω από το ζήτημα αυτό υπάρχει μεγάλη και πλούσια φιλολογία, αλλά λίγες ή ελάχιστες συγκεκριμενοποιήσεις, ειδικά για την εξέτασή του σε σύγχρονους όρους και στα πλαίσια μιας μικρής ή μικρομεσαίας και εξαρτημένης χώρας, όπως η Ελλάδα του πρώτου μισού του 21ου αιώνα. Μιας χώρας που γνώρισε συγκλονιστικούς κλυδωνισμούς, όπως ήταν η Χρεοκοπία, η μνημονιακή επιτροπεία, η μετάπτωσή της σε μετανεωτερική αποικία. Μιας χώρας που γνώρισε μεγάλες πολιτικές αναστατώσεις με το αντιμνημονιακό κίνημα, το κίνημα των Τεμπών, τις Πρέσπες, και πρόσφατα την επικίνδυνη εμπλοκή στους πολέμους της Ουκρανίας και της Μ. Ανατολής/Ιράν, και τον βούρκο μιας τεράστιας πολιτικής κρίσης απονομιμοποίησης θεσμών και πολιτικού συστήματος.

Η απόσταση που έχει η εκφρασμένη με πολλούς τρόπους λαϊκή διαθεσιμότητα από το να μετατραπεί σε μια μονιμότερη κατάσταση, σε ένα πιο συγκροτημένο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα μέσα στη χώρα, είναι ένας άλλος τρόπος για να εντοπιστεί το μεγάλο κενό Υποκειμένου που υπάρχει, και βιώνεται παράλληλα με το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Αλλιώτικα ειπωμένο: το ίδιο το κενό Υποκειμένου ανατροφοδοτεί το Υπαρξιακό Πρόβλημα, κάνοντας δυσκολότερη –ή ακόμα και αδύνατη– την αντιμετώπισή του. Ακόμα πιο διαφορετικά: το κενό Υποκειμένου είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες διαιώνισης του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας. Γιατί;

«Πλοήγηση» (έργο του Ρέι Χουάνγκ)

Απλούστατα: Οι ευθύνες του μεταπρατικού σχεδιασμού της χώρας

Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική μεν χώρα, αλλά με πολλές ιδιομορφίες και μια κυρίαρχη ποιότητα που κάποτε τονίζονταν και τώρα όλοι θέλουν να ξεχάσουν, ενώ αυτή μεγεθύνεται κατακόρυφα: την εξάρτηση. Η Ελλάδα είναι εξαρτημένη καπιταλιστική χώρα∙ ο όποιος καπιταλισμός της «προχωρά», ή γνωρίζει και Χρεοκοπίες, ακριβώς κάτω από αυτήν την ποιότητα. Κάτω από την ποιότητα αυτήν παίρνει ακόμα και το πολιτικό σύστημα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μεταπρατικού ρόλου και υποβαθμίζονται, έως εξαφανίζονται, στοιχεία εθνικής κυριαρχίας και σχεδιασμού με βάση τις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας.

Το μεν αστικό συστημικό μπλοκ προσπαθεί να κρύψει το στοιχείο της εξάρτησης και του μεταπρατικού χαρακτήρα της Πολιτείας και της Οικονομίας της χώρας. Πιστεύει ότι ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας είναι ατελής λόγω «χρόνιων παθογενειών», οι οποίες οδήγησαν (μαζί με τον «λαϊκισμό») στη Χρεοκοπία του 2010. Και θεωρεί ότι ήταν απαραίτητη η μνημονιακή κηδεμονία για ελάχιστο διάστημα, έως το 2018, ενώ από τότε η Ελλάδα ξαναγίνεται ισότιμος εταίρος στην Ε.Ε., στο ΝΑΤΟ, στη Ν.Α. Μεσόγειο, και προωθεί τον στρατηγικό στόχο της σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά στάνταρς.

Η δε αριστερά όλων των αποχρώσεων και φορεσιών θεωρεί την έννοια και την ποιότητα «εξάρτηση» ως κάτι ρετρό, ως κάτι παρωχημένο και ξεπερασμένο. Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική χώρα που έχει φτάσει μέχρι το ιμπεριαλιστικό στάδιο, είναι μια ιμπεριαλιστική χώρα. Με τέτοιους όρους δεν τίθεται καθόλου ζήτημα εξάρτησης ή πάλης ενάντια στην εξάρτηση και τον μεταπρατικό χαρακτήρα της χώρας. Ούτε φυσικά χρειάζεται κάτι που θα έμοιαζε ή θα ήταν πραγματικά μια διαδικασία αποσύμπλεξης από τα ιμπεριαλιστικά (σύγχρονα) δεσμά. Ούτε υπάρχει κάποιο ζήτημα κατάκτησης βαθμών εθνικής κυριαρχίας ή ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας. Μένει –για κάποτε– ένα πέρασμα στο σοσιαλισμό, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και ο υποκειμενικός παράγοντας. Έως τότε, ας φροντίζουμε για το «ποσοστό» μας, την εκπροσώπησή μας, τον ιδιαίτερο ρόλο εντός του συστημικού καταμερισμού εργασίας…

Ο κόσμος της εξάρτησης και του μεταπρατισμού (οικονομικοί παράγοντες-ολιγάρχες και πολιτικός κόσμος) προβάλλει ως αναγκαίο έναν «προσαρμοστικό ρεαλισμό» που, ανάλογα με την συγκυρία και τις αλλαγές της, συνεχίζει απρόσκοπτα να βαδίζει πάνω στο μοντέλο και τις δυνατότητες που επιτρέπει το κάθε φορά πλέγμα της εξάρτησης. Ο προσαρμοστικός ρεαλισμός είναι ηγεμονικός σε ολόκληρη την 50ετία της μεταπολίτευσης (με διαφορετικές αποχρώσεις) και συνάντησε ρήγματα και αμφισβητήσεις όποτε αναπτύσσονταν ρεύματα και εκδηλώσεις του λαϊκού ριζοσπαστισμού: περίοδος 1974-76, 1979-81, 2010-12 και 2015 (αντιμνημονιακό κίνημα), 2023-25 (κίνημα των Τεμπών).

Επομένως, για να συνοψίσουμε, ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα: δεν είναι το κεντρικό πρόβλημα η έλλειψη του «κράτους δικαίου» στη χώρα μας, ούτε σκέτα η ανάγκη μιας συνταγματικής αναθεώρησης, ούτε η αλλαγή-ανακύκλωση του πολιτικού συστήματος από μια κυβέρνηση συνεργασίας με ή χωρίς τον Μητσοτάκη.

Ένας αναγκαίος ριζοσπαστικός ρεαλισμός θα έπρεπε να συνδέσει κάθε ιδιαίτερο στοιχείου του βούρκου που μας περικυκλώνει πολλαπλά και καθοριστικά, με την ανάγκη να σπάσει το πλέγμα, να αμφισβητηθεί σοβαρά –κι όχι μόνο καταγγελτικά– ο  μεταπρατισμός και όλες οι σύγχρονες μορφές που αυτός έχει πάρει. Να κοντραριστεί δηλαδή επιχειρηματολογημένα, και με ουσιαστικές προτάσεις, ο «προσαρμοστικός ρεαλισμός» του αστισμού και των κομμάτων που αποδέχονται το μεταπρατικό πλαίσιο.

Ο ριζοσπαστικός ρεαλισμός οφείλει να οδηγήσει σε δύο αποφασιστικούς όρους-προϋποθέσεις για αλλαγή πορείας της χώρας: την ενεργητική εθνοκρατική συγκρότηση (που θα υπηρετεί ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας και κοινωνικής αλλαγής), και ένα κοινωνικό-λαϊκό μπλοκ που θα τη στηρίζει

Ποιος μπορεί να είναι ο φορέας του ριζοσπαστικού ρεαλισμού;

Ας το εξετάσουμε με βάση την πείρα και την πραγματικότητα. Μπορεί να είναι ένα από τα υπάρχοντα κόμματα; Η απάντηση είναι αρνητική, όχι θεωρητικά αλλά υλικοπραχτικά, δηλαδή με βάση τη στάση και τα πεπραγμένα όλων των κομμάτων μέχρι σήμερα – άσχετα με το τι διακηρύσσουν ή λένε προσχηματικά. Στις τελευταίες εκλογές εμφανίστηκαν τουλάχιστον 31 κόμματα: κανένα δεν μπορεί να εκφράσει ή να κάνει κάτι για τη συγκρότηση ενός σύγχρονου Υποκειμένου που θα οδηγήσει ή θα αντιπαρατεθεί με τον προσαρμοστικό ρεαλισμό του μεταπρατισμού και της εξάρτησης.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πώς (ενώ μέσα στην κρίση-χρεοκοπία διαλύθηκε ο κυρίαρχος δικομματισμός Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, υπήρξε η ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ, δραστηριοποιήθηκαν άλλες κατ’ όνομα αντικαπιταλιστικές, αντιΕ.Ε., αντισυστημικές δυνάμεις κ.ο.κ.) όλα αυτά τα κόμματα δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν ένα ρήγμα. Δεν κατάφεραν να δώσουν ζωή σε μια μετωπική λαϊκή συσπείρωση-ρεύμα-κίνημα που θα άλλαζε πιο ριζικά και βαθιά τον συσχετισμό των δυνάμεων. Δεν εξετάζονται εδώ οι λόγοι. Μένουμε όμως στη διαπίστωση ότι δεν ξεπετάχθηκε μια δύναμη που να άλλαξε τα δεδομένα. Τα κόμματα της αριστεράς παρακολουθούσαν αμήχανα, χωρίς ουδεμία παρέμβαση, τα μεγάλα ξεσπάσματα του λαϊκού ριζοσπαστισμού.

Θα μπορούσε να είναι ένα κίνημα, ένα μεγάλο λαϊκό ξέσπασμα, φορέας του ριζοσπαστικού ρεαλισμού; Τα κινήματα που γνωρίσαμε, με κορυφαία το αντιμνημονιακό και αυτό των Τεμπών, έθεσαν πολύ περισσότερα ζητήματα και στοιχεία απαντήσεων από ό,τι όλα τα κόμματα. Αλλά δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μια εναλλακτική πρόταση, δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν τον φορέα ενός ριζοσπαστικού ρεαλισμού που να οδηγεί σε μια εναλλακτική πρόταση. Η συνολικοποίηση που ήταν αναγκαία, η πολιτική πύκνωση, η σύνθεση και ενότητα των γραμμών, το σπάσιμο του κατακερματισμού και της ιδεολογικής ηγεμονίας του μεταπρατισμού, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Να θυμίσουμε τη σημασία που είχε δοθεί στους οικονομολόγους την εποχή της χρεοκοπίας, τους δραχμιστές και τις απόπειρές τους, τις πολλαπλές εκκλήσεις για δημιουργία ενός νέου ΕΑΜ, και πολλά άλλα που δεν έγιναν. Να δούμε την πορεία του κινήματος των Τεμπών, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει διαδικασίες και –ενώ στηρίζονταν σε ένα τεράστιο ηθικό κεφάλαιο και τεράστια συγκίνηση του λαού γύρω από την υπόθεση του συστημικού εγκλήματος και της συγκάλυψης– δεν μπόρεσε να παρουσιάσει ένα πιο γενικό πλαίσιο, πέρα από τα ειδικά ζητήματα περί πολιτικού συστήματος, δικαιοσύνης, συγκάλυψης, μπαζώματος. Όχι μικρά ζητήματα, αλλά χωρίς επαρκή πολιτική ολοκλήρωση και με μεγάλα κενά. Επειδή η διαδικασία πολιτικοποίησης και έκφρασης ενός κινήματος δεν γίνεται με γενικούς επικοινωνιακούς όρους και με πρότυπα των συνηθισμένων πολιτικών διαδικασιών (κομματική μορφή, κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, διαδικτυακή μορφή οργάνωσης κ.λπ.), χωρίς έμφαση στις ίδιες τις ανάγκες και τη δυναμική που έδειξε το κίνημα των Τεμπών. Χωρίς, τέλος τη σύνδεσή του με όσα γίνονται πραγματικά στη διακεκαυμένη ζώνη που βρίσκεται η χώρα.

***

Με άλλα λόγια: όπως η Χρεοκοπία δεν μπορούσε το 2010-15 να αντιμετωπιστεί με μια αμφίβολης ποιότητας «διαπραγμάτευση» με τους «θεσμούς» της ευρωκρατίας, έτσι και τώρα, η δημιουργία ενός κόμματος με επίκεντρο το «κράτος δικαίου» δεν επαρκεί για να αντιμετωπίσει το πλέγμα του μεταπρατισμού, ούτε για να ανταποκριθεί στην απαίτηση του αναγκαίου βαθύτατου εκδημοκρατισμού.

Γενικά, ο ριζοσπαστικός ρεαλισμός οφείλει να οδηγήσει σε δύο αποφασιστικούς όρους-προϋποθέσεις για αλλαγή πορείας της χώρας: την ενεργητική εθνοκρατική συγκρότηση (που θα υπηρετεί ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας και κοινωνικής αλλαγής), και ένα κοινωνικό-λαϊκό μπλοκ που θα στηρίζει αυτήν την κατεύθυνση. Απέχουμε πολύ από αυτούς τους δύο καθοριστικούς όρους.

Άρα το ζήτημα του Υποκειμένου ως φορέα ενός ριζοσπαστικού ρεαλισμού έχει άλλες προδιαγραφές, τις οποίες θα ανιχνεύσουμε σε επόμενα σημειώματα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!