Μετά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους, και την εκεί συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη, έχει ενταθεί μια συστηματική διαδικασία προετοιμασίας της κοινής γνώμης στην Ελλάδα, ότι εν ανάγκη είμαστε έτοιμοι να κάνουμε παραχωρήσεις από τις «αρχικές θέσεις» που θα θέσουμε στο τραπέζι του «διαλόγου», αξιοποιώντας τη θαυμαστή ευκαιρία που ξανοίγεται και χωρίς να αρνούμαστε την «τολμηρή ατζέντα» που θέτει η Τουρκία. Πολιτικά ερμηνευμένη, αυτή η στάση συνιστά πλήρη ανατροπή των θέσεων εξωτερικής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων μετά τη μεταπολίτευση, και επίσημη διολίσθηση από τη μία και μόνη διαφορά (υφαλοκρηπίδα νησιών) σε έναν «διάλογο» εφ’ όλης της ύλης – δηλαδή εφ’ όλων των τουρκικών επεκτατικών διεκδικήσεων!

Δια στόματος Έλληνα πρωθυπουργού γίνεται λόγος για «βαριά γεωπολιτικά θέματα» και αποδοχή του οδικού χάρτη με τρεις άξονες για να μην πάει χαμένη η «ευκαιρία»:

1. Πολιτικός διάλογος (φύγαμε και από τις διερευνητικές επαφές διπλωματών, τώρα θα γίνεται «διάλογος» σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών).
2. Μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
3. Θετική ατζέντα ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Πάλι πολιτικά ερμηνευμένη, αυτή η μεθόδευση δείχνει ότι έχουν παρθεί αποφάσεις, έχει δρομολογηθεί ένα πλαίσιο, και μάλιστα με την εξαιρετικά επικίνδυνη προαγγελία υποχωρήσεων – από μεριάς μας, αφού μόνο η Τουρκία εγείρει διεκδικήσεις. Οι διαβεβαιώσεις ότι δεν θα κάνουμε πίσω από κόκκινες γραμμές και ότι θα υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα είναι απλά ένα ντεκόρ για να καλυφθεί η προσχώρησή μας σε ένα άλλο πλαίσιο εθνικής μειοδοσίας και υποχωρήσεων. Τέλος, ως κερασάκι στην τούρτα, τίθεται ότι όλα θα κριθούν με μια απόφαση ενός διεθνούς δικαστηρίου στη Χάγη. Η προσφυγή στη Χάγη προβάλλεται ως πανάκεια, ως η μόνη διαδικασία που θα δώσει μια δίκαιη απόφαση την οποία θα σεβαστούν όλες οι πλευρές. Άρα μας σερβίρονται: προσφυγή στη Χάγη, αναβαθμισμένος πολιτικός διάλογος με Τουρκία, εκμετάλλευση καλού κλίματος, πιθανές παραχωρήσεις ελάσσονος σημασίας.

Στη χώρα μας εδώ και καιρό υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις και κύκλοι των ελίτ που ομνύουν στο όνομα της προσφυγής στη Χάγη, η οποία προβάλλεται ως «εθνική γραμμή» – και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «κόμμα της Χάγης», με ένθερμους υποστηρικτές από όλο το φάσμα των συστημικών δυνάμεων. Υπάρχουν και δυνάμεις που ανοικτά ομιλούν περί «Πρεσπών στο Αιγαίο», δηλαδή μια συμφωνία «συνεκμετάλλευσης» και υποχωρήσεων από ελληνικής πλευράς. Ας δούμε την ουσία όλων αυτών των μεθοδεύσεων.

Τουρκικός επεκτατισμός με τις πλάτες της Δύσης

Όσα συμβαίνουν στην περιοχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων έχουν τη βάση τους στις πρωτοφανείς και επεκτατικές διαθέσεις της Τουρκίας, που τυγχάνουν της πλήρους στήριξης του Δυτικού παράγοντα σε ένα πλαίσιο εξευμενισμού της ερντογανικής Τουρκίας και συρσίματός της στο στρατόπεδο της Δύσης. Δηλαδή επίλυσης των αναδασμών στην ευρύτερη περιοχή με γνώμονα τα ΝΑΤΟϊκά συμφέροντα και τις μεθοδεύσεις των ΗΠΑ. Από καιρό έχουμε επισημάνει ότι σημαντικά κυριαρχικά δικαιώματα, όπως κι αυτό το ίδιο το ζήτημα της κυριαρχικής υπόστασης της χώρας, της εδαφικής της ακεραιότητας, τα σύνορά της και όλο το διεθνές πλαίσιο συνθηκών έχουν τεθεί σε ανοικτή αμφισβήτηση από την Τουρκία. Και μάλιστα με σιωπηρή (πλην ανοικτή) σύμπλευση ολόκληρης της Δύσης και του ΝΑΤΟ στο πλευρό των τουρκικών διεκδικήσεων.

Σε όλη τη Δυτική πλευρά (τη «σωστή πλευρά της ιστορίας») φαίνεται εύλογο η Ελλάδα να προχωρήσει σε παραχωρήσεις-υποχωρήσεις υπέρ της Τουρκίας, αν αυτό είναι καλό για το ΝΑΤΟ και την δυτική συμμαχία. Η πλήρης ευθυγράμμιση της Ε.Ε. στον πόλεμο κατά της Ρωσίας στην Ουκρανία, η στάση όλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων εντός του ΝΑΤΟ, και η στάση τους απέναντι στην Τουρκία, υπογραμμίζουν ότι η ελληνική πλευρά δεν θα έπρεπε να έχει την παραμικρή αμφιβολία για τον ανοικτό φιλοτουρκισμό που επιδεικνύουν οι «σύμμαχοι και εταίροι» μας. Αδιαφορούν πλήρως αν αυτό σημάνει καταπάτηση διεθνών συμφωνιών, κυριαρχικών δικαιωμάτων, γκριζάρισμα περιοχών, αλλαγή συνόρων κ.λπ.

Πότε προσδιορίστηκε και από ποιους ότι η προσφυγή στην Χάγη είναι «εθνική γραμμή», και μάλιστα επί θεμάτων που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας; Αντίθετα, είναι μια γραμμή που οδηγεί σε «εθνικό ακρωτηριασμό» και σε παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων

Η Τουρκία ως μεγάλη δύναμη με διεκδικήσεις χωρίς τέλος

Κι όχι μόνο αυτό: όπως φάνηκε στο Βίλνιους, η Τουρκία φιγουράρει πλέον ως μεγάλη δύναμη, ως δύναμη που μπορεί να βάζει βέτο σε όποιο θέμα θέλει, να μην υπόκειται σε κυρώσεις για όλες τις παραβιάσεις που κάνει, να εξευμενίζεται από όλες τις χώρες – κι όχι μόνο τις ΝΑΤΟϊκές. Επομένως η επίσημη Ελλάδα κατρακυλά σε ένα άλλο στάτους, μιας υποδεέστερης δύναμης, που υποχρεούται εκ του συσχετισμού δύναμης και της θέλησης των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ε.Ε. να προχωρήσει σε συρρίκνωση της κυριαρχίας της, να αποδεχτεί ένα πλαίσιο «διαλόγου» με το οποίο απεμπολεί ή θέτει η ίδια σε αμφισβήτηση κυριαρχικά της συμφέροντα, και να συρθεί σε αμφίβολες διαδικασίες επιδιαιτησίας και διεθνών οργανισμών – όπου τελικά εκεί θα νομιμοποιηθούν τετελεσμένα και θα καταγραφούν οι νέοι συσχετισμοί και αναδασμοί που είναι σε εξέλιξη. Η Τουρκία δεν το κρύβει καθόλου:

– Αμφισβητεί την κυριαρχία μεγάλων ελληνικών νησιών, θεωρώντας τα προέκταση της γεωγραφικής διαμόρφωσης της τουρκικής χερσονήσου.

– Θέτει ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, διαφορετικά δεν αναγνωρίζει την ελληνική κυριαρχία σ’ αυτά.

– Θεωρεί το Αιγαίο δική της θάλασσα, τμήμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το αποκαλεί προκλητικά και «Τουρκαιγαίο».

– Δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, θεωρώντας ότι εκεί πρέπει να υπάρχουν δύο ισότιμες κρατικές οντότητες.

– Ζητά και την αναγνώριση τουρκικής μειονότητας στη Θράκη και στα Δωδεκάνησα.

– Παράλληλα έχει ήδη κατοχυρώσει το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο, και στην πράξη καταπατά θαλάσσια κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας (σε Κρήτη, Ρόδο, Κάρπαθο, Καστελόριζο κ.λπ.)

– Διεκδικεί περίπου 157 νησιά γιατί τάχα «δεν περιλαμβάνονται στις διεθνείς συμφωνίες και ορισμένα τα έχει καταλάβει παράνομα η Ελλάδα».

– Επιπλέον, απαίτησε και ήδη πήρε στα πλαίσια του ΝΑΤΟ τη διπλή ονομασία για τα Στενά και την αναφορά της Κύπρου μόνο με γεωγραφικές συντεταγμένες στους χάρτες του ΝΑΤΟ, πράγμα που ισοδυναμεί με εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατικής οντότητας.

Ο κατάλογος των διεκδικήσεων δεν σταματά στο σημείο αυτό. Απλά αναφέραμε τις κυριότερες. Στους 64(!) γύρους «διερευνητικών επαφών» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, η τελευταία έχει θέσει όλα αυτά τα θέματα, έχουν καταγραφεί και τα γνωρίζουν καλά τόσο το ΝΑΤΟ, όσο και η Ε.Ε. Επίσης η Άγκυρα έχει στείλει μια σειρά από διακοινώσεις προς τον ΟΗΕ και τις αρμόδιες υπηρεσίες του, όπου ζητά να αναγνωριστούν όλα αυτά ως δικαιώματά της. Ολόκληρο αυτό το ιστορικό και όλες τις μεθοδεύσεις που έχει ήδη κάνει η Τουρκία θα τα ξαναθέσει στο τραπέζι του «διαλόγου», και μάλιστα πιο αναβαθμισμένα, αφού ξέρει ότι τώρα «την παίρνει» να το κάνει – διότι πλέον από ελληνικής πλευράς διακηρύσσεται ανοικτά ότι είμαστε πρόθυμοι για «παραχωρήσεις» από «αρχικές μας θέσεις», που βέβαια δεν είναι άμεσα γνωστές και διασαφηνισμένες ποιες είναι.

Το ίδιο, ο ελληνικός λαός δεν είναι πληροφορημένος για το τι συζητήθηκε ακριβώς στο Βίλνιους, ούτε καν τι έχει συνδιαμορφωθεί έως τώρα στους 64 γύρους διερευνητικών επαφών, ή στις συναντήσεις στο Βερολίνο (τις αποφάσεις που πάρθηκαν εκεί τις αναφέρει κάθε τόσο ο σημερινός αρχηγός της ΜΙΤ και στενός συνεργάτης του Ερντογάν κ. Καλίν). Επομένως δεν είναι ένας γενικός «διάλογος» ανάμεσα σε ισότιμα μέρη που επιδιώκουν να επιλύσουν διαφορές ή ζητήματα με αμοιβαίο όφελος. Κάτι άλλο συμβαίνει, και ο καθένας καταλαβαίνει τη σημασία και το βάρος του.

Ποια Χάγη, ποιος «διάλογος»;

Λένε ότι η Χάγη είναι «εθνική γραμμή». Από πότε ισχύει κάτι τέτοιο; Πότε προσδιορίστηκε και από ποιους ότι η προσφυγή στην Χάγη είναι «εθνική γραμμή», και μάλιστα επί θεμάτων που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας, και ειδικά για «βαριά γεωπολιτικά ζητήματα» όπως μας λέγεται σήμερα; Η προσφυγή στη Χάγη και όλη η φιλολογία περί Χάγης είναι μια γραμμή που οδηγεί σε «εθνικό ακρωτηριασμό» και σε παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε θάλασσα, αέρα και στεριά. Διότι αν ποτέ υπάρξει Χάγη, δεν θα γίνει για μία και μόνη διαφορά, αυτή της υφαλοκρηπίδας των νησιών. Αν υπάρξει Χάγη, η ατζέντα των θεμάτων θα είναι διευρυμένη με όλες σχεδόν τις τουρκικές απαιτήσεις. Και τότε είναι σίγουρο ότι πολλές από αυτές θα δικαιωθούν-νομιμοποιηθούν, και μερικές ίσως απορριφθούν. Αλλά όπως και να μετρηθεί, η απώλεια σε κυριαρχία θα είναι απόλυτη και σίγουρη. Κι αυτό το γνωρίζουν καλά οι του «κόμματος της Χάγης».

Η ανοικτή αναφορά του πρωθυπουργού για «παραχωρήσεις» και το ξεκίνημα «πολιτικού διαλόγου» για πλείστα ζητήματα, μπορεί να οδηγήσει σε όσα θα έφτανε μια «Χάγη» μέσα από άλλες επιδιαιτησίες (π.χ. ΝΑΤΟ, ΗΠΑ ή άλλες φιλοδυτικές συνθέσεις συν Τουρκία), αφού βέβαια η Τουρκία θα είχε διαβεβαιώσεις ότι θα πάρει αυτά που θέλει. Ή ακόμα υπάρχει και άλλος τρόπος: όχι του «διαλόγου» και του «ειδυλλίου» αλλά της δύναμης και της βίας που δημιουργεί τετελεσμένα. Εκτός κι αν κανείς θεωρήσει ότι ο Ερντογάν λέει και καμιά «μακακία» για να περνά η ώρα («θα έρθουμε και θα είναι νύκτα» κ.λπ.). Άρα «Χάγη» με συνυποσχετικό που να έχει ένα μόνο θέμα δεν υπάρχει. Με διευρυμένο συνυποσχετικό που θα καταγράφει τουρκικές απαιτήσεις, ίσως, και κάτω από όρους. Επειδή κάτι τέτοιο καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να το αντέξει μόνη της.

Πολιτικά μιλώντας, η ντε φάκτο συντελούμενη αποστρατιωτικοποίηση των νησιών σύμφωνα με τις αξιώσεις ΝΑΤΟ-ΗΠΑ-Τουρκίας, ισοδυναμεί με την απόσυρση, με απόφαση της χούντας, της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο: μια πράξη προδοσίας

Από τον ενδοτισμό στην ανοιχτή μειοδοσία

Η προσφυγή στη Χάγη ως «εθνική γραμμή» είναι το φύλλο συκής του ελληνικού ενδοτισμού, την ίδια ώρα που μετέρχεται σε συζήτηση και διαπραγμάτευση επί κυριαρχικών ζητημάτων και είναι έτοιμος να κάνει παραχωρήσεις. Γιατί; Πρώτον, επειδή το ζητά ο Δυτικός παράγοντας (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ). Δεύτερον, επειδή δεν ξέρει ή δεν ενδιαφέρεται να πει όχι. Τρίτον, επειδή αναγνωρίζει έναν νέο συσχετισμό και μια ενδυνάμωση της Τουρκίας. Τέταρτον, επειδή νομίζει ότι έτσι θα τύχει κάποιας εύνοιας από τη Δύση, ίσως και από την Τουρκία. Ναι, είναι εκδήλωση και ραγιαδισμού-ενδοτισμού που φτάνει μέχρι την ανοιχτή μειοδοσία, για να μην πούμε άλλη λέξη, πιο βαριά.

Η πραγματικότητα μιλά από μόνη της: Ζητά η Τουρκία αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, πριν το Βίλνιους αλλά και αμέσως μετά – για να μην ξεχνιόμαστε. Ζητά και το ΝΑΤΟ να αποσταλεί οπλισμός στην Ουκρανία. Και πού καταλήγουμε; Να ξηλώνονται οπλικά συστήματα ρωσικής προέλευσης από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, να αδειάζουν αποθήκες από πολεμοφόδια, και να αποστέλλονται στο Κίεβο. Η Τουρκία θέτει σαν όρο να συντελεστεί η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση των νησιών εντός πενταετίας. Όμως ήδη αυτή έχει ξεκινήσει και συντελείται. Πολιτικά μιλώντας, η κίνηση αυτή (η ευθυγράμμιση με τις αξιώσεις ΝΑΤΟ-ΗΠΑ-Τουρκίας) μοιάζει και ισοδυναμεί με την απόσυρση, με απόφαση της χούντας, της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο. Μια πράξη προδοσίας, που άνοιξε το δρόμο στην επιτυχία του Αττίλα Ι και ΙΙ το καλοκαίρι του 1974, με πρόσχημα το χουντικό πραξικόπημα ανατροπής του Μακαρίου από τους φασίστες της ΕΟΚΑ Β΄ και τα ανδρείκελα του φασίστα δικτάτορα Ιωαννίδη, που υλοποιούσε αμερικανικό σχεδιασμό. Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών σήμερα είναι κάτι ανάλογο, αν προχωρήσει όπως ζητούν η Τουρκία, το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ.

Κι ακόμα: Ποια κυρίαρχη χώρα θα προχωρούσε σε «πολιτικό διάλογο», σε ψηλάφηση μιας «τολμηρής ατζέντας», χωρίς να έθετε καν ορισμένους όρους; Τι διάλογο να κάνει όταν έχει το πιστόλι στο κρόταφο; Τι διάλογο να κάνει όταν ισχύει πάντα το casus belli σε περίπτωση υλοποίησης του δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, που σημαίνει άμεση κήρυξη πολέμου στην Ελλάδα έτσι και τολμήσει να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα; Τι διάλογο να κάνει όταν η μισή Κύπρος είναι υπό τουρκική κατοχή από το 1974, ενάντια σε όλες τις αποφάσεις του ΟΗΕ και όλων των διεθνών οργανισμών; Τι διάλογο να κάνει όταν η Τουρκία ανακηρύσσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, όταν απειλεί να «δώσει ξανά μάθημα» στην Ελλάδα έτσι και δεν συμμορφωθεί;

Η αλήθεια των «Όχι»

Όπως η κυβέρνηση Τσίπρα ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει την επονείδιστη συμφωνία των Πρεσπών –για την οποία ακόμα περηφανεύεται! – κατ’ απαίτηση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, έτσι και τώρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη «οφείλει» να προωθήσει μια ανάλογη συμφωνία που θέλουν οι ίδιοι ουσιαστικά κύκλοι. Μια συμφωνία που έχει μεγαλύτερο κόστος για τα κυριαρχικά μας συμφέροντα, πολύ μεγαλύτερη απομείωση κυριαρχίας, τέτοια που να ικανοποιεί μια μεγάλη ανερχόμενη επεκτατική δύναμη, την Τουρκία. Η επιδιαιτησία θα είναι δυτική και ΝΑΤΟϊκή, αλλά ο άλλος συμβαλλόμενος, η Τουρκία, δεν είναι κάτι σαν την πλευρά Ζάεφ. Θα απαιτεί, θα θέτει στο τραπέζι, θα παίρνει είτε στο τραπέζι είτε δια της ισχύος αυτά που προβλέπει ο στρατηγικός της σχεδιασμός («Γαλάζια Πατρίδα», «Νέος Τουρκικός Αιώνας»).

Το ζήτημα αυτό τρέχει με διαδικασίες «κατεπείγοντος» και είναι πρώτο στην ημερήσια διάταξη και πρώτο σε σημασία για όλα τα μέρη! Τα περί ψήφου του απόδημου ελληνισμού ή κινήσεις για κάποιες αυξήσεις-κοροϊδία και κάποια ακόμα e-pass είναι ο «φερετζές» για να προχωρήσει χωρίς αντιδράσεις ο κεντρικός σχεδιασμός. Που είναι κυνικός, ωμός, βίαιος, επώδυνος για την εθνική κυριαρχία της χώρας μας. Το πολιτικό σύστημα «στο ύψος του» κάνει ό,τι του παραγγελθεί…

Χρέος μας είναι ένα ρητό-καθαρό-χωρίς περιστροφές «Όχι»:

– Όχι στη Χάγη.
– Όχι στον «διάλογο» με το πιστόλι στο κρόταφο.
– Όχι στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών.
– Όχι στην εγκατάλειψη της Κύπρου.

Ναι, είναι η στιγμή του «Όχι» με σημασία. Του «Όχι» που λέγουν και σηκώνουν οι λαοί. Και το «Όχι» αυτό έχει χαρακτήρα κατεπείγοντος. Όσο πιο ισχυρά ακουστεί, όσες πρωτοβουλίες παρθούν για να το αναδείξουν, όποιες κινήσεις γίνουν στην κατεύθυνσή του, είναι ό,τι καλύτερο και ουσιαστικότερο χρειάζεται. Και ναι, τα καλοκαίρια είναι καυτά, πολλές φορές τραγικά, αλλά και μερικές φορές επωάζουν ή μέσα σε αυτά εκδηλώνονται διαθέσεις, κινήματα, διεργασίες, αντιστάσεις. Δείτε και αναλογιστείτε την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας. Καλούμαστε ξανά να εκδηλώσουμε την αγάπη για τον τόπο μας και την αγωνία μας για την κοινωνία και τη διάλυσή τους μέσα από μεγάλα, θαρραλέα «Όχι».

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!