Ανταπόκριση από Βερολίνο: Ιφιγένεια Καλαντζή

 

Σε τρίτη ηλικία, η Μπερλινάλε έκλεισε φέτος 66 χρόνια, με πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής τη Μέριλ Στριπ και τον Κλάιβ Όουεν, ανάμεσα στα μέλη.

Αν εξαιρέσουμε την 8ωρη φιλιππινέζικη ταινία και τους αμερικανικούς κράχτες Hail, Caeser! των αδερφών Κοέν και Genius του Μάικλ Γκράντεϊτζ, με αστέρες που μαγνητίζουν το κοινό, σε γενικές γραμμές, στο Διαγωνιστικό επικράτησαν εν μέσω γενικευμένης κρίσης μικρού βεληνεκούς ιστορίες, δίχως ιδιαίτερη αλλαγή πλεύσης. Σε ένα φεστιβάλ που επιμένει στην πολιτική διάσταση του κοινωνικού γίγνεσθαι, αυτή τη μέτρια επέλαση ταινιών στο Διαγωνιστικό αντισταθμίζει το ενδιαφέρον των υπόλοιπων ενοτήτων, με ανεξάρτητες ταινίες και πολιτικά ντοκιμαντέρ.

Το Mort à Sarajevo είναι αναμφισβήτητα η πιο πολιτικοποιημένη ταινία του Διαγωνιστικού, μεταφορά ομώνυμου θεατρικού, από τον 46χρονο Βόσνιο Ντάνις Τάνοβιτς. Τα πάντα διαδραματίζονται μέσα στο Ξενοδοχείο Ευρώπη, στην καρδιά του Σεράγεβο. Στην ταράτσα, ένα τηλεοπτικό συνεργείο γυρίζει μια εκπομπή, με καλεσμένους ιστορικούς που αναζητούν τα ίχνη του βαλκανικού παρελθόντος στην αρχιτεκτονική των κτιρίων. Στα υπόγεια λειτουργούν τα μαγειρεία και τα πλυντήρια, το νυχτερινό κέντρο, με αισθησιακές χορεύτριες από ανατολικές χώρες και η παράνομη χαρτοπαιχτική λέσχη, όπου τζογάρουν μαφιόζοι και τοκογλύφοι, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου. Στην προεδρική σουίτα, ένας Γάλλος ηθοποιός προβάρει μια ομιλία, απαγγέλλοντας με πάθος συμφιλιωτικά τσιτάτα για τον πρόσφατο πόλεμο στη Βοσνία. Και ενώ οι πολιτικές απόψεις που παραθέτει η όμορφη δημοσιογράφος στον καλεσμένο της δημιουργούν ένταση στην τηλεοπτική εκπομπή, σε συνδυασμό και με τον αιώνιο ανταγωνισμό των δύο φύλων, το απλήρωτο για μήνες προσωπικό στα υπόγεια αποφασίζει απεργία, παρά τους εκβιασμούς της εργοδοσίας. Σ’ αυτή την άψογη ταξική διαστρωμάτωση μας ξεναγεί η κάμερα, ακολουθώντας την όμορφη ρεσεψιονίστ, μέσα από μεγάλης διάρκειας λήψεις, σε μια αόρατη αλληλουχία πολλαπλών μονοπλάνων.

Στο περίφημο Playtime του Ζακ Τατί, το πρόωρο άνοιγμα ενός υπό ανέγερση ακόμα ξενοδοχείου γίνεται αφορμή για ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα, ενώ ο Τάνοβιτς, με τη συμβολική διάσταση των δρώμενων σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο συνδέει πολιτικά το ιστορικό παρελθόν με το παρόν. Όλα υπακούν στο δοσμένο με ρεαλιστική ορμή και ερμηνευτική ένταση σενάριο. Οι διάλογοι εκφέρουν πολιτικό μήνυμα, σε μια αφηγηματική δομή, όπου ο χώρος υπηρετεί το σεναριακό σχήμα. Το σύγχρονο πρόβλημα της κατάλυσης των εργασιακών δικαιωμάτων αναμειγνύεται με το διαχρονικό βαλκανικό στοιχείο της πανσπερμίας εθνοτήτων και την πρόσφατη πληγή ενός εμφυλίου.

Η νέα του ταινία του Δανού Τόμας Βίντεμπεργκ The Commune (Το κοινόβιο), βασισμένη στο πετυχημένο ομώνυμο θεατρικό του, σκόρπισε κοινοβιακό άρωμα του ’70 και στην Μπερλινάλε. Στη συνέντευξη Τύπου, ο 46χρονος σκηνοθέτης, με την αγορίστικη ομορφιά ενός Αρθούρου Ρεμπό, δήλωσε πως αποτελεί αποχαιρετισμό στην παιδική του ηλικία, όταν οι άνθρωποι είχαν διάθεση να μοιράζονται πράγματα και συναισθήματα και ευχαριστεί τη γενιά των γονιών του που του χάρισαν μια κοινοβιακή εμπειρία.

Πρόκειται για την ιστορία μιας απιστίας, σε μια ταινία γεμάτη συναισθήματα και ροκ επιτυχίες του ’70, κατά την κοινοβιακή συγκατοίκηση μιας ομάδας φίλων, με παιδιά και ερωμένες, σε ένα ευρύχωρο εξοχικό. Ως άλλος Κασσαβέτης, ο Βίτενμπεργκ βρίσκει τη δικιά του Τζίνα Ρόουλαντς, στο πρόσωπο της Τρίνε Ντίρχολμ, που γίνεται ψυχή του κοινοβίου, ανθίζει και μαραίνεται μαζί του, παρουσιάζοντας τη δυσκολία των εύθραυστων ανθρώπινων σχέσεων, που με ειλικρίνεια και εντιμότητα πάλεψε η γενιά των δικών του γονιών, στην εποχή της αμφισβήτησης, με τραυματικές εμπειρίες. Η σταδιακή συναισθηματική κατάρρευση της ηρωίδας συμβολίζει την ουτοπική αυταπάτη της συνιδιοκτησιακής και κοινοβιακής συμβίωσης.

Το καλογραμμένο σενάριο περιέχει δουλεμένους δραματουργικά χαρακτήρες που ενσαρκώνουν εξαιρετικά οι ηθοποιοί, σε ωραίες σκηνές με την παρέα γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι να τρώνε και να συζητάνε για τα πάντα, με μια αόρατη, σχεδόν συμβατική σκηνοθετική άποψη, που ενισχύεται από θερμούς κιτρινωπούς φωτισμούς και ενδυματολογική αναβίωση με καμπάνες και χίπικα φουλάρια.

Παρ’ ότι χρησιμοποιεί αρκετά από τα ελευθεριακά κλισέ που προσπάθησε να αποφύγει, η αναφορά του Βίντεμπεργκ περιορίζεται σε ένα μπουρζουάδικο κοινόβιο, ενταγμένο στον αστικό τρόπο ζωής, δίχως αναφορά στα πολιτικά διακυβεύματα της εποχής, για εναλλακτικούς τρόπους παραγωγικής αυτάρκειας, έξω από το σύστημα. Εντούτοις, επικεντρώνοντας στο ανθρώπινο δράμα, ταυτίζει την ψυχοσωματική συντριβή μιας προδομένης συζύγου με όλη τη διάσταση του πειράματος μιας εποχής, που ο Βίντεμπεργκ επιμένει πως δεν μπορεί να υπάρξει ξανά.

Η νέα, εκτός συναγωνισμού ταινία του Σπάικ Λι Chi-raq, αποτελεί μια ελεύθερη διασκευή της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη σε χιπ χοπ ρίμα, με ηρωίδα μια εκρηκτική, γεμάτη αισθησιακές καμπύλες αφροαμερικάνα, και φίλο τον ράπερ Σάι-Ρακ. Εμπνεόμενος από την κοινωνική λειτουργία της αρχαίας σατιρικής κωμωδίας, ο Σπάικ Λι απευθύνεται στο λαό μέσω του γέλιου, στηλιτεύοντας το καθημερινό φαινόμενο νεκρών από σφαίρες, στους δρόμους του σύγχρονου Σικάγου, σε ένα πλουμιστό μιούζικαλ-πασιφιστική διαμαρτυρία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!