Ο 37χρονος Ιταλός Φρανσέσκο Σοσάι πρωτοτυπεί στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του «Ένα τελευταίο για το δρόμο», μια αντισυμβατική σουρεαλιστική ταινία περιπλάνησης, με νοσταλγικό χιούμορ, γυρισμένη στην επαρχία του Βένετο, απ’ όπου κατάγεται.
Δυο άποροι πενηντάρηδες πότες, θιασώτες της απόλαυσης της στιγμής, ο Καρλομπιάνκι (Σέρτζιο Ρομάνο) και ο Ντόρι (Πιερπάολο Καποβίλα) σχεδιάζουν να παραλάβουν το επόμενο πρωί από το αεροδρόμιο τον αδερφικό φίλο τους Τζένιο (Αντρέα Πενάκι), που έλειπε χρόνια στην Αργεντινή, αποφασίζουν όμως να πάνε για ένα «τελευταίο» ποτό στη Βενετία, όπου συναντούν τον Τζούλιο (Φίλιππο Σκότι), έναν συνεσταλμένο Ναπολιτάνο φοιτητή αρχιτεκτονικής, που τους ακολουθεί. Διαρκώς σε αναζήτηση του «τελευταίου» ποτού, αναπολούν νεανικές αναμνήσεις, περιδιαβαίνοντας στα αξιοθέατα της περιοχής.
Έτοιμοι να αδράξουν κάθε ευκαιρία, αυτοί οι δυο γνήσιοι «ροκ» αντισυμβατικοί χαρακτήρες γνωρίζουν τα καλύτερα στέκια και προκαλούν ατάραχοι την καταδίωξή τους από περιπολικό, καταφέρνοντας να γίνουν «αόρατοι», ενώ μπλέκουν σε απροσδόκητες καταστάσεις με νέους συνοδοιπόρους σε νυχτερινές διαδρομές, γεμάτες καπνό και αλκοόλ. Ο Καρλομπιάνκι, με χρωματιστά ρούχα και παχύ μουστάκι, αισθητικής ’80, κάνει μονίμως τράκα, ενώ τον αξύριστο Ντόρι, ερμηνεύει ο 58χρονος Πιερπάολο Καποβίλα, αναγνωρίσιμος τραγουδιστής του ποστ χαρντ-κορ βενετσιάνικου συγκροτήματος «One dimensional man».

Η αντισυμβατική στάση τους αποτελεί αντίσταση μπρος στο ασφυκτικό κοινωνικό αδιέξοδο ανεργίας και κατήφειας που αντιμετωπίζουν. Στις αφηγήσεις τους ξεδιπλώνονται αποκαλυπτικές ιστορίες του κοινωνικού, εργασιακού και οικονομικού αδιέξοδου της βόρειας Ιταλίας –ισχυρό βιομηχανικό κέντρο– μετά την οικονομική κρίση του 2008, με τον Καρλομπιάνκι απολυμένο, να ομολογεί πως επέστρεψε στο πατρικό του, ενώ απανωτά τράβελινγκ σε κλειστά σπίτια με κολλημένα πωλητήρια φανερώνουν την εγκατάλειψη της ιταλικής επαρχίας.
Άλλοτε προλετάριοι, υπάλληλοι στο τοπικό εργοστάσιο κατασκευής γυαλιών ηλίου, που έμπλεξαν σε μικροκομπίνες, με το μυθικό ίνδαλμά τους Τζένιο, να πληρώνει το τίμημα, προστατεύοντας τα φιλαράκια του, χωρίς να καταδώσει. Αυτή η «μπέσα» που τους δένει, επεκτείνεται και προς τον άβγαλτο σγουρομάλλη Τζούλιο, σε μια εξίσου προστατευτική, σχεδόν πατρική συμπαράσταση, στην κατάθλιψη της απόρριψης, από την όμορφη συμφοιτήτριά του Τζούλια. Αξιοσημείωτη η νότια προφορά του, που σχολιάζεται αρνητικά από έναν κόμη, τονίζοντας τις ρατσιστικές προκαταλήψεις βορά-νότου. Ο 65άρης Τζένιο, η ιστορία του οποίου ξετυλίγεται κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των δυο φίλων, γόνος μιας από τις τελευταίες αγροτικές οικογένειες της περιοχής, ήταν αυτός που τους ταξίδεψε πρώτη φορά εκτός χώρας, στο Οκτόμπερφεστ στη Γερμανία και στους οίκους ανοχής, στα σύνορα με την Αυστρία.
Οι αφηγήσεις των πενηντάρηδων ζωντανεύουν μέσα από εμβόλιμα συνοπτικά φλασμπάκ, με σκηνές από τα κατορθώματα του Τζένιο. Κάποιες σκηνές φαινομενικά ασύνδετες, σαν σε όνειρο, αποκτούν νόημα αργότερα, όπως το ρολόι Ρόλεξ που προσφέρει η εργοδοσία σ’έναν υπάλληλο την ημέρα συνταξιοδότησης. Η ιστορία ξετυλίγεται γύρω από «αστικούς μύθους», όπως ο περίφημος αυτοκινητόδρομος-φάντασμα, Λισαβόνας-Τρεβίζο-Βουδαπέστης, αλλά και το θαμμένο μερίδιο του Τζένιο, που πήρε διαστάσεις μυθικού θησαυρού, στοιχεία της πλοκής που επιβεβαιώνονται στο τέλος. Παράλληλα, κυριαρχούν «μαγικές» στιγμές «Θείας Πρόνοιας», όπως όταν επωφελήθηκαν να επισκεφτούν μια έπαυλη του 16ου αι.
Ανάμεσα στα διάσπαρτα κωμικά στιγμιότυπα ξεχωρίζουν η σκηνή που οι δυο φίλοι, μετά από αρκετές μπύρες αντιλαμβάνονται πως ήταν «άνευ», η προσφώνηση του Καρλομπιάνκι ως «Τσάρλι Γουάιτ», ίσως κατά το «Τσάρλι Μπράουν», παραπέμποντας στον κόμικ χαρακτήρα του Τσαρλς Σουλτς, καθώς και η αυθόρμητη απάντηση του Ντόρι πως «είναι πολύ μεγάλοι για να μεγαλώσουνε».

Η γλυκιά ματαιότητα του ανεξέλεγκτου πεπρωμένου που είναι η ζωή, μεταφέρεται τόσο με το νόημα που βρήκε ο Καρλομπιάνκι, αλλά ξέχασε και αναζητά σ’ όλη την ταινία, όσο και από κάποια λόγια για μυστικά ζωής που ποτέ δεν ακούγονται, όπως τα λόγια που παίρνει ο άνεμος και ποτέ δεν ακούει ο πρωταγωνιστής, στο τέλος της «Γλυκιάς Ζωής» (1960/Φελίνι). Έτσι, ο θόρυβος του ελικοπτέρου εμποδίζει τον συνταξιοδοτημένο υπάλληλο να ακούσει τα λόγια του αφεντικού, ο Τζούλιο αδυνατεί να ακούσει τον Καρλομπιάνκι με την αναχώρηση του τρένου και το κυριότερο, οι θεατές δεν ακούν ποτέ το νόημα της ζωής που θυμήθηκε ο Καρλομπιάνκι, με την ταινία να κλείνει εστιάζοντας στο παγωτό στην άσφαλτο, κάτω από τις ρόδες διερχόμενων αυτοκινήτων.
Όπως και σε αρκετές ταινίες του Αλμοδόβαρ, οι πρωταγωνιστές αναφέρονται σε πληθώρα ποτών και φαγητών, εμπλουτίζοντας την εντοπιότητα της ταινίας με γαστρονομικές λιχουδιές. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι επικρίσεις για την αμερικανοποίηση των Ιταλών, όσο και για την καταστροφή που θα προκαλέσει η αυθαίρετη διέλευση ενός αυτοκινητόδρομου, μέσα από τσιφλίκι του 16ου αιώνα, στερώντας έτσι την περιπλάνηση των ταξιδιωτών. Η παρέα του Καρλομπιάνκι -πολέμιου του «γκούγκλ μαπς»- μπορεί να χάθηκε στους επαρχιακούς δρόμους, έτσι όμως συνάντησε το αρχοντικό του 16ου αι.
Με έγνοια να αποδοθεί το αυθεντικό τοπίο της περιοχής, μακριά από τουριστική διάθεση, μέσα από το παράθυρο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου εν κινήσει, διαφαίνεται το βιομηχανικό τοπίο της βενετσιάνικης λιμνοθάλασσας, ενώ τα συνεχόμενα τράβελινγκ στα σπίτια ανάμεσα στα χωράφια παραπέμπουν στα αντίστοιχα τράβελινγκ σε σπίτια της Νέας Ορλεάνης, στην «Παγίδα του νόμου» (1986/Τζιμ Τζάρμους). Η γλυκήτητα των καλοπροαίρετων χαρακτήρων ανακαλεί το σινεμά του Καουρισμάκι, η περιπλάνηση με τις αναπάντεχες γνωριμίες παραπέμπει στο «Ψωμί και τουλίπες» (Πάολο Σολντίνι/2000), επίσης γυρισμένο στη Βενετία, ενώ η απεικόνιση του Τζένιο από φλασμπάκ στην Αργεντινή, μαζί με άλλους εργάτες γης γύρω από μια φωτιά, ανακαλεί το χιουμοριστικό μυθιστόρημα «Η Πεδιάδα της Τορτίγια» (1935/ Τζων Στάινμπεκ), στα χωράφια της Καλιφόρνια, περιγράφοντας τη ζωή φτωχών, αλλά ανέμελων περιπλανώμενων φίλων, εκτός κοινωνίας, με τον αγγλόφωνο τίτλο, Tortilla Flat, να παραπέμπει στον ιταλικό τίτλο της ταινίας «Le citta di pianura/πόλεις της πεδιάδας».

Ο Τζούλιο φωτογραφίζει ένα σπίτι μπρουταλιστικής αισθητικής, ενώ είναι παθιασμένος με τον περίφημο «Τάφο Μπριόν», σύγχρονο μνημειώδες ταφικό συγκρότημα στο Τρεβίζο, του Βενετσιάνου πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Κάρλο Σκάρπα (1906-1978), βασική αναφορά που διατρέχει ολόκληρη την ταινία. Το σχήμα δυο τεμνόμενων κύκλων, αρχικά ως αποτύπωμα μετακινούμενου ποτηριού σε μια χαρτοπετσέτα, ανακαλεί το σχήμα που υπάρχει στον Τάφο Μπριόν, τόσο όταν το βλέπουμε στο σχετικό βιβλίο του Τζούλιο, όσο και όταν οι πρωταγωνιστές επισκέπτονται αυτό το μνημείο, στο οποίο θάφτηκε και ο ίδιος ο αρχιτέκτονας.
Ο πολυμαθής Τζούλιο αναγνωρίζει πως η παλιά τοιχογραφία στην έπαυλη ανήκει στη σχολή Βερονέζε και είναι ένα «καπρίτσιο», φανταστικό τοπίο, που «συνδύαζε βουνό και λιμνοθάλασσα, παρακάμπτοντας τις ενδιάμεσες πόλεις», σε άλλη μια παραπομπή στον τίτλο, ενώ η θέα μιας ταβέρνας, στην καταπράσινη κοιλάδα, ανακαλεί την παράδοση της τοπιογραφίας ως φόντο στα ιταλικά αναγεννησιακά πορτρέτα.
Ο Καρλομπιάνκι -που σπούδασε λογιστική- αναπτύσσει την οικονομική θεωρία της οριακής χρησιμότητας, δηλαδή του βαθμού ικανοποίησης που προσφέρει κάθε δόση ενός καταναλωμένου αγαθού, με τον Ντόρι να αντικρούει, δηλώνοντας πως ποτέ δεν τελειώνει η επιθυμία για το «τελευταίο» ποτό.
Η γεμάτη ψυχεδελική νοσταλγία πρωτότυπη μουσική μπλουζ αισθητικής, με κιθαριστικά ακόρντα, φυσαρμόνικα, μουρμουρητά, και σφυρίγματα ανήκει στο βενετσιάνικο συγκρότημα Krano, του Μάρκο Σπιγκαριόλ, που εμφανίζεται σε μια σκηνή να παίζει κιθάρα. Τα μουρμουρητά παραπέμπουν στη μόνιμη κατάσταση μέθης των πρωταγωνιστών, ανακαλώντας και τον Τομ Γουέιτς, ενώ στα μπαρ, μουσικοί ερμηνεύουν ζωντανά αυθεντικά μπλουζ και πανκ ροκ με ιταλικό στίχο. Ο σκηνοθέτης προσάρμοσε το σενάριο στα τραγούδια του Σπιγκαριόλ, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ταινίας, αφιερωμένης στον Φρανσουά-Πιερ Κλαβέλ, ανεξάρτητο Γάλλο παραγωγό, που πέθανε 48 ετών το 2023.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com
INFO
– Διήμερο αφιέρωμα «Προεκλογικές Εκστρατείες: Δημοκρατία ή Χειραγώγηση» διοργανώνεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (27-28/4/2026). Περισσότερα: www.tainiothiki.gr/el/
– Στα πλαίσια του «Σινεμά με τον Φρόυντ», η Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία προβάλλει την Κυριακή 26/4/2026, στις 17:00, στο Τριανόν, την ταινία «Μεφίστο» (1981/Ίστβαν Ζάμπο,146΄).








































































