Η συζήτηση για την κατάσταση των θεσμών και το κράτος δικαίου στη Βουλή, η οποία έγινε με 40 ημέρες καθυστέρηση, χαρακτηρίστηκε από υψηλούς τόνους και έντονο προεκλογικό κλίμα. Από τη μεριά της, η αντιπολίτευση συνολικά στάθηκε στα σκάνδαλα της κυβέρνησης, ύψωσε τους τόνους για τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την υπόθεση Λαζαρίδη και τα Τέμπη, με κάθε κόμμα όμως να δείχνει εμφανώς πως σκοπεύει στην ανάδειξη του δικού του αντιπολιτευτικού ρόλου και εκλογικού σχεδίου. Η κυβέρνηση, διά στόματος του Κ. Μητσοτάκη, επανέλαβε ότι δεν σκοπεύει να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, ενώ ο πρωθυπουργός φάνηκε να μην αναγνωρίζει ευθύνες για κανένα από τα σκάνδαλα και ήταν ιδιαίτερα ειρωνικός προς την αντιπολίτευση, στοχεύοντας στην κακή κατάσταση στο εσωτερικό της κεντροαριστεράς.
Ο Κ. Μητσοτάκης συμπεριφέρθηκε κυριολεκτικά σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δήλωσε πως και μόνο το γεγονός ότι γίνεται η συγκεκριμένη συζήτηση στη Βουλή, αντί να συζητούνται άλλα θέματα, είναι ενδεικτικό της απόστασης της αντιπολίτευσης από την κοινωνία. Όσο για τα σκάνδαλα, απέφυγε να αναφερθεί συγκεκριμένα σε οποιοδήποτε από αυτά, υπερασπίστηκε τους υπόδικους βουλευτές και υπουργούς, ενώ ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να επισπεύσει το έργο της, ώστε να μην κρατά ομήρους βουλευτές της κυβέρνησης. Μάλιστα, ο Κ. Μητσοτάκης δεν δίστασε να επικαλεστεί το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Γ. Μυλωνάκης, εγκαλώντας την αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ να επιδεικνύουν τακτ όταν ασκούν κριτική στην κυβέρνηση και αποκαλύπτουν σκάνδαλα. Στη συνέχεια επιχείρησε φυγή προς τα εμπρός, κάνοντας λόγο για τη συνταγματική αναθεώρηση που σκοπεύει να προωθήσει η κυβέρνηση, ενώ προσπάθησε να διασπείρει τις ευθύνες για τη διαφθορά, θυμίζοντας παλιές υποθέσεις του ΠΑΣΟΚ. Όταν δε η συζήτηση απέκτησε σαφώς προεκλογικό χαρακτήρα, επιτέθηκε στην αντιπολίτευση, στοχεύοντας στην κακή της κατάσταση και αναδεικνύοντας την κόντρα Ανδρουλάκη-Τσίπρα ενόψει ενδεχόμενων εκλογών.
Το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να κρατήσει ψηλά τους τόνους, στάθηκε στο ‒ομολογουμένως μακροσκελές‒ ιστορικό σκανδάλων της κυβέρνησης, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση των υποκλοπών, στις ευθύνες Μητσοτάκη για τον ρόλο της ΕΥΠ και στον ενδεχόμενο εκβιασμό της κυβέρνησης από τον Ντίλιαν. Η τοποθέτηση Ανδρουλάκη είχε ως στόχο να εδραιώσει τον ρόλο του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και ως λύσης για τη διακυβέρνηση της χώρας, με τον ίδιο να δηλώνει ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα ελέγξει μία προς μία όλες τις πράξεις της παρούσας κυβέρνησης. Η Πλεύση Ελευθερίας, μέσω της τοποθέτησης της Ζ. Κωνσταντοπούλου, επιχείρησε να διατηρήσει ένα προφίλ οξείας αντιπαράθεσης, με επιθέσεις σε Μητσοτάκη, Φλωρίδη και Γεωργιάδη, σε μια προσπάθεια να αποδείξει πως εκφράζει μια πιο «σκληρή» κριτική σε σχέση με την υπόλοιπη αντιπολίτευση. Η Ελληνική Λύση και η Νίκη προσπάθησαν να πλασαριστούν ως εναλλακτική για το δεξιό ακροατήριο που επιθυμεί να καταψηφίσει την κυβέρνηση, με τον Κ. Βελόπουλο να στοχεύει στην ανάδειξή του ως μείζονος αντιπολίτευσης στα δεξιά της Ν.Δ. Το ΚΚΕ στάθηκε στη δική του καθαρότητα έναντι του συνόλου του πολιτικού συστήματος, το οποίο είναι μπλεγμένο με τη διαφθορά, ενώ φρόντισε να πάρει αποστάσεις από οποιαδήποτε εναλλακτική διακυβέρνησης, κάνοντας λόγο για την ανάγκη αντικατάστασης της αστικής διακυβέρνησης και του αστικού κράτους από τη λαϊκή εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο, το ΚΚΕ πλασάρεται ως ασφαλής επιλογή για ψήφο διαμαρτυρίας, ενώ ο Δ. Κουτσούμπας φαίνεται να καλλιεργεί συστηματικά ένα προφίλ φιλικό προς τα social media, τροφοδοτώντας τα με ατάκες που γνωρίζει εκ των προτέρων πως θα «παιχτούν». Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά κινήθηκαν στο ίδιο πλαίσιο με την υπόλοιπη αντιπολίτευση: ο πρώτος επανέλαβε την πρόταση για προοδευτική δημοκρατική διακυβέρνηση, ενώ η Νέα Αριστερά επεκτάθηκε στο μεταναστευτικό και τα pushbacks, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί από τις τοποθετήσεις της υπόλοιπης κεντροαριστεράς.
Συνολικά, η αντιπολίτευση διατήρησε μεν υψηλούς τόνους απέναντι στην κυβέρνηση, ωστόσο η απραξία της και η διάθεσή της να αναμένει την κανονική διεξαγωγή εκλογών, όταν και όπως το επιλέξει η κυβέρνηση ‒έχοντας την οικεία και επιζήμια λογική του «ώριμου φρούτου»‒ δεν της επιτρέπουν να τη στριμώξει ουσιαστικά, ενώ παράλληλα της δίνεται ο χρόνος να διαχειριστεί τα σκάνδαλα, τόσο επικοινωνιακά όσο και επιχειρησιακά.





