Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης
Πίσω από τις αναθυμιάσεις κάθε στιγμής παραμονεύει μία αγωνιώδης κραυγή, η βαθιά συγκίνηση που διαφεύγει, αγκιστρωμένος στην επιβίωση, ένας τρεμάμενος ορίζοντας πίσω από τσιμεντένια παραπετάσματα, ένα μακρύ τοίχος να μας κρύβει τ’ ανοιγμένα κρανία, τα τσακισμένα μικρά κεφαλάκια, παχιές μύγες βουίζουν και τσακώνονται για το ποια θα ρουφήξει τον κοκκινόμαυρο πολτό, στοματάκια που δεν γέλασαν ποτέ χάσκουν άκαμπτα μπροστά στο φρικτό, ασάλευτο τίποτα, δοντάκια που δεν πρόλαβαν να φυτρώσουν, και μετά ρωτάμε για ποιον λόγο συνέβη ό,τι συνέβη, ακόντια, τόξα, βέλη, σπαθιά, οβίδες, σφαίρες, βλήματα, κανόνια, πυροβόλα, ντρόουνς, βόμβες, πιστόλια, οπλοπολυβόλα, ένα αιώνιο μακελειό, αμολήστε τους μαχαιροφόρους Θράκες, αμολήστε τους βάρβαρους εσείς πολιτισμένοι Αθηναίοι, μας βρήκε κακό μεγάλο, ουρλιάζει η αλαφιασμένη μάνα, μαζέψτε τα παιδιά, φυγέτε, φευγάτε, τρέξτε μακριά, χαθείτε όπου μπορείτε, ποιος αμόλησε αυτά τα τέρατα, αμολήστε τους, δεν πληρώνουν φόρο, μα βαστάνε από παλιά, τους μνημονεύει ο Όμηρος, ασ’ τους, μία μικρή πόλη είναι, ας πλήρωναν φόρο, αμολήστε τους, δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, ας πάνε να πάρουν ό,τι θέλουν, τι κακό μας βρήκε, έγινε η γη μία μαύρη ζύμη από χώμα και πηχτό αίμα, δεν έμεινε τίποτα ζωντανό, ούτε τα ζώα, ούτε τα παιδιά, άντρας κανείς, γυναίκες κομματιασμένες, γουρούνια τσιρίζουν μ’ ανοιγμένους λαιμούς τσαλαβουτώντας σε μία λάσπη από μαύρα εντόσθια, σχολείο ήταν τα παιδιά, όρμησαν μέσα με αυθάδεια, πελώριοι, άγριοι, τρομεροί στην όψη, με τα μαχαίρια τους ξεθηκαρωμένα, άρπαζαν τα παιδιά από τα μαλλιά κι ανοίγαν τους λαιμούς τους, έκαναν να φωνάξουν, μητέρα, πατέρα, προσπάθησαν να ουρλιάξουν αλλά το μόνο που εκτοξευόταν από τα μικρά τους λαρύγγια ήταν αίμα, αέρας και φυσαλίδες, δεν έμεινε ούτε ένα ζωντανό κι από μακριά ο Διειτρέφης, εκείνος ο «πολιτισμένος» δημοκράτης κι έπειτα ολιγαρχικός, άφηνε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους, κι όπως δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα αφανίστηκαν οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, έτσι αφανίστηκε εκείνη η πανάρχαια πόλη, ποτέ δεν επανεμφανίστηκε η Μυκαλησσός, σκόρπιες πέτρες στη σημερινή περιοχή της Ριτσώνας, μα έτσι ήταν πάντα, «οι Έλληνες τρωγόμασταν μεταξύ μας» είναι η εύκολη και ανιστόρητη απάντηση, σημαντικότερο όμως τότε ήταν το στοιχείο της πόλης, της φυλής, ακόμη και του πολιτεύματος, πολύ πιο σημαντικά από την κοινή ελληνική ρίζα, μόνο ο Μέγας Νάρκισσος Αλέξανδρος τους ένωσε όλους, με το σπαθί όμως, τους υποδούλωσε αφού δεν άφησε τίποτα όρθιο στη Θήβα και πούλησε πράγματα, ζώα κι ανθρώπους, γυναίκες, άντρες και παιδιά, ό,τι είχε μείνει άσφαχτο για να την πέσει έπειτα στους Πέρσες, τι μας ενδιαφέρουν όμως όλ’ αυτά, τώρα θα έχουμε άλλα πράγματα εδώ στο έθνος κράτος μας που το φτιάξαμε μ’ αγώνες για να το παραδώσουμε αμαχητί στους γραφειοκράτες, στους πλοιοκτήτες, στους managers και στα καθάρματα, κι εκείνοι που το πούλησαν συνεχίζουν να κάνουν κουμάντο ενώ οι άλλοι που θα το έσωναν το διπλοπούλησαν και τώρα θα ξανασώσουν ένα χρεωκοπημένο προτεκτοράτο το οποίο όμως τουλάχιστον μέσω νέων σχηματισμών ίσως μπορεί ν’ αποκτήσει δικαιοσύνη, κάτι ρε παιδιά, κάτι να σώσουμε, ένα κάτι, μια δικαιοσύνη, ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, να σώσουμε τη δημοκρατία, ναι βέβαια, δημοκρατία σε προτεκτοράτο, πουθενά στον κόσμο, αλλά θα έχουμε τόσες επιλογές να ψηφίσουμε, σαν τα σαμπουάν, τι όμορφα που θα είναι, κι έτσι εμείς δεν θα χρειαστεί ν’ αλλάξουμε τίποτα, θα τ’ αλλάξουν οι άλλοι για εμάς, όπως εκείνο το άδειο μπουκαλάκι νερό που βλέπω κάθε μέρα στο ίδιο σημείο στον δρόμο και λέω, δεν μπορεί, κάποιος θα το μαζέψει, αγανακτώ κιόλας που δεν το έχει μαζέψει κανείς, κι αγανακτώ όλο και πιο πολύ που βλέπω κάθε μέρα εκείνο το μπουκαλάκι, μα το γαμημένο το μπουκαλάκι κανείς δεν θα το μαζέψει από εκεί πέρα να μην το βλέπω, μα κανένας δεν ενδιαφέρεται πια, δίπλα είναι τα σκουπίδια, κάθε μέρα περνάω, το μπουκαλάκι ρε, το μπουκαλάκι γαμώτι μου γαμώ, μα κανείς πια; Τι; Εγώ; Εγώ να το μαζέψω; Ποιος; Εγώ; Ε, όχι! Εγώ στις εκλογές, ψήφισα. Δεν είναι δική μου δουλειά. Να το μαζέψει άλλος.



































































