Δεν πρόλαβε καλά-καλά να αναχωρήσει ο Τραμπ από το Πεκίνο και (τρεις μέρες μετά) πραγματοποιήθηκε εκεί επίσημη επίσκεψη Πούτιν. Με όλες τις προσήκουσες τιμές και τα «μανδαρινικής» διπλωματικής εκλέπτυνσης πρωτόκολλα, τα προορισμένα να υποδηλώνουν τη θέση που έχει κάθε δύναμη «στα μάτια της Κίνας».
Πρωτόγνωρη η κινητικότητα ξένων ηγετών στο Πεκίνο τον τελευταίο χρόνο. Μετά από τις επισκέψεις του Ινδού πρωθυπουργού Ν. Μόντι, των βασικών Ευρωπαίων –Στάρμερ (Βρετανία), Μακρόν (Γαλλία) και Μέρτς (Γερμανία)– και του Ιρανού ΥΠΕΞ Αραγκτσί πρόσφατα, ακολούθησαν ο Αμερικανός και τώρα ο Ρώσος πρόεδρος. Σημάδι και αυτό των καιρών, που μιλάει για μια σημαντική μετατόπιση του παγκόσμιου κέντρου βάρους προς την Ανατολή (με επίκεντρο το Πεκίνο).
Τι εν τέλει προέκυψε από το ταξίδι Τραμπ;
Ούτε πολλά προέκυψαν, ούτε θεαματικά. Και αυτό από μόνο του αποτελεί, μέσα στις σημερινές συνθήκες, σημαντική είδηση. Αποκαλυπτική των μετατοπίσεων των συσχετισμών δυνάμεων αλλά και των διαφοροποιημένων τρόπων με τους οποίους αυτές οι μετατοπίσεις αντιμετωπίζονται από τις ΗΠΑ την Κίνα και τους «κόσμους» τους. Αποκαλυπτική επιπλέον του τι μπορεί να σημαίνει «συμφωνία» στις συνθήκες χάους που γεννά η σημερινή αμερικανική πολιτική.
Ο Τραμπ φιλοδοξούσε να πάει στο Πεκίνο πιέζοντας στρατηγικά την Κίνα, με τη φόρα της επιτυχίας του στη Βενεζουέλα και με έναν εκμηδενισμό / καθυπόταξη (ή και έναρξη διάλυσης) του Ιράν. Με τον πόλεμο στο Ιράν όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Οι ισορροπίες έχουν τροποποιηθεί σημαντικά σε βάρος των ΗΠΑ.
Με βάση την αποτύπωση αυτής της εξέλιξης πρέπει να διαβαστούν οι πολιτικές κινήσεις των ΗΠΑ και της Κίνας (πριν, κατά, και μετά την επίσκεψη Τραμπ).
Η Κίνα έχει εξασφαλίσει, μια σε σημαντικό βαθμό ελεύθερη διέλευση των πλοίων της από τα Στενά του Ορμούζ (παρά τη συνθήκη διπλού τους αποκλεισμού από Ιράν και ΗΠΑ). Βεβαίως ενδιαφέρεται για την «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» για πολλούς λόγους. Πρωτίστως γιατί είναι και για την ίδια ζωτικό συμφέρον να αποφευχθούν καταστάσεις πιθανής κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και ειδικότερα για να μην βρει μιμητές το προηγούμενο που θα δημιουργούταν, οδηγώντας έτσι στον έλεγχο και άλλων κρίσιμων περασμάτων στον Ινδοειρηνικό όπως είναι τα στενά της Μαλάκα (από την Ινδονησία). Όμως εδώ φαίνεται για άλλη μια φορά ότι μετράει όχι αφηρημένα η ύπαρξη πίεσης (που αφορά όλους) αλλά το ποια πλευρά πιέζεται πιο πολύ και μέσα σε ασφυκτικότερα γι’ αυτήν χρονικά πλαίσια.
Με παρόμοιες προδιαγραφές πρέπει να διαβαστεί και η όσο δεν παίρνει άλλο υποτονική τοποθέτηση της Κίνας σχετικά με το να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα ‒ άλλωστε και το ίδιο το Ιράν δηλώνει παγίως ότι δεν είναι μέσα στις προθέσεις του να αποκτήσει πυρηνικά όπλα! Η Κίνα εν ολίγοις αξιοποιεί τις ευχέρειες που της παρέχει η θέση που έχει η ίδια οικοδομήσει (και την ενισχύσουν έτι περαιτέρω κάποια από τα αποτελέσματα της πολεμικής επιλογής των ΗΠΑ): υποστήριξη του Ιράν από θέσεις «ουδετερότητας» που έχει σημαντικές δυνατότητες να αποφεύγει μιαν άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.
Στα ίδια θέματα –Ορμούζ και πυρηνικά του Ιράν– ο Τραμπ προσήλθε από πολύ μειονεκτική θέση, τελώντας υπό τη μεγάλη πίεση που είναι ήδη γνωστή. Και πήρε πολύ λίγα, αν πήρε τίποτα. Αλλά πάντως χωρίς αυτό να οδηγήσει σε άβολες και για τις δύο πλευρές αντιπαραθέσεις. Μετά το Πεκίνο, τα αδιέξοδά του στο Ορμούζ παραμένουν και ο χρόνος τον πιέζει αφόρητα, ενώπιον μιας κατάστασης που η παράτασή της πάει να τροφοδοτήσει μηχανισμούς μιας διπλής κρίσης: αφενός της παγκόσμιας οικονομίας (και των συνεπειών που μπορεί να μεταδοθούν στο σύστημα του δολαρίου και που βεβαίως είναι ήδη παρούσες στο εσωτερικό στις ΗΠΑ). Αφετέρου της κρίσης της αρχιτεκτονικής που έχουν διαμορφώσει οι ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή / Δυτική Ασία. Οι σύμμαχοί τους στον κόλπο (Σ. Αραβία, αλλά και Κατάρ και Κουβέιτ, με τα ΗΑΕ να τηρούν μια πολύ πιο αδιευκρίνιστη στάση) που βλέπουν ότι θα καταστραφούν ανεπανόρθωτα αν οι ΗΠΑ / Ισραήλ επιστρέψουν στις πολεμικές επιχειρήσεις με το Ιράν, του βάζουν απ’ ό,τι φαίνεται φρένο. Οι προχθεσινές δηλώσεις Τραμπ ότι «θα έδινα εντολή για πόλεμο σήμερα αλλά μου το ζήτησαν οι σύμμαχοί μας στην περιοχή να δώσω χρόνο στις διαπραγματεύσεις» είναι δηλωτικές για το τι συμβαίνει, για το τι πιέσεις ασκούνται αλλά ακόμη και για τα χρηματιστηριακά παίγνια και τους κύκλους αχαλίνωτης κερδοσκοπίας που οργανώνονται γύρω από τις επικοινωνιακές χρήσεις τέτοιων χειρισμών.
Το θέμα Ταϊβάν, οι μπίζνες και το γενικό πλαίσιο της σχέσης ΗΠΑ-Κίνας
Σε σχέση με το θέμα της Ταϊβάν, η κινεζική τοποθέτηση υπήρξε σαφής και κατηγορηματική χαρακτηρίζοντάς το «το πιο σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας» και προειδοποιώντας ότι «θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις ή ακόμα και σε πόλεμο εάν αντιμετωπιστεί απερίσκεπτα».
Η πρώτη σχετική τοποθέτηση Τραμπ μετά το ταξίδι του, στο Fox News ότι «ξέρετε όταν βλέπεις τα πράγματα, η Κίνα είναι μια πολύ, πολύ ισχυρή, μεγάλη χώρα. Η Ταϊβάν είναι ένα πολύ μικρό νησί 59 μίλια μακριά από την Κίνα. Εμείς είμαστε 9.500 μίλια μακριά. Δεν θα πάμε να κάνουμε πόλεμο. Αυτό είναι ένα δύσκολο ζήτημα» αλλά και το ότι «επιφυλάσσεται να αποφασίσει σχετικά με το πακέτο εξοπλισμών 14 δις προς την Ταϊβάν» δίνουν μια εικόνα των εσωτερικών αντιφάσεων που έχει να διαχειριστεί η αμερικανική διοίκηση προϊδεάζοντας για τις παλινωδίες από μεριάς της που θα ακολουθήσουν. Ακόμη περισσότερο μάλιστα αν προστεθεί η πρωτοφανής, άμεση «διορθωτική» παρέμβαση του Αμερικανού ΥΠΕΞ Μ. Ρούμπιο στις παραπάνω τοποθετήσεις του προέδρου των ΗΠΑ.
‒ Ως προς τις μπίζνες: στην επιφάνεια τα αποτελέσματα δείχνουν μάλλον μέτρια. Πολύ περισσότερο που η κινεζική πλευρά απέφυγε επί της ουσίας να τα επιβεβαιώσει ακόμη και αυτά, επισήμως. Η Κίνα «φαίνεται ότι θα παραγγείλει» 200 αεροπλάνα Μπόινγκ (ούτε καν τα 500 που είχαν προαναγγελθεί από τον Τραμπ), και ότι θα ανοίξει πάλι την αγορά της στο βοδινό και τη σόγια αμερικανικής προέλευσης. Οι περίπου 30 (!) επικεφαλής αμερικανικών επιχειρηματικών κολοσσών που συνόδευσαν τον Τραμπ στο Πεκίνο – ανάμεσά τους ο Μάσκ της Tesla και ο διευθύνων σύμβουλος της Apple (Tesla και Apple δραστηριοποιούνται ήδη στρατηγικά στην Κίνα) – παραμένει άδηλο το σε τι συνεννοήσεις συμμετείχαν και με ποια αποτελέσματα. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι μια διπλή κίνηση της Κίνας: ενώ δηλώνει δεσμευμένη σε μια πολιτική διαρκούς ανοίγματος στις διεθνείς αγορές, ταυτόχρονα όλο και περισσότερο δείχνει αυξημένη φροντίδα στη διατήρηση-ενίσχυση της αυτοδύναμης θέσης της σε στρατηγικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας. Ως προς αυτό το τελευταίο, η κινεζική ψυχρότητα απέναντι στην επιδίωξη της NVIDIA (της αμερικανικής εταιρείας-ναυαρχίδας στα τσιπς για την εκτέλεση αλγορίθμων Τεχνητής Νοημοσύνης) να διεισδύσει στην κινεζική αγορά πιθανώς είναι το προανάκρουσμα σημαντικών εξελίξεων. Είπαμε πάντως πριν «ενδιαφέρον στοιχείο» γιατί σχετίζεται με τις εν πολλοίς υποφωτισμένες, δομικές αντιφάσεις και τα συνακόλουθα στρατηγικά διλήμματα που έχει να αντιμετωπίσει η κινεζική πλευρά μέσα στο πλέγμα των συνδέσεων της Κίνας με το παγκόσμιο (και ακόμη ουσιαστικά δυτικοκεντρικό) σύστημα εμπορικών και κεφαλαιακών ροών.
‒ Σχετικά με το πλαίσιο των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας, οι τοποθετήσεις υπήρξαν πιο έμμεσες (αν και με σημαίνουσες συνεπαγωγές). Ούτως ή άλλως μάλιστα εφόσον αφορούν και εμπλέκουν και τρίτους παίκτες (όπως φάνηκε άμεσα από το τι δηλώθηκε από κοινού με Κινέζο ομόλογό του κατά την επίσκεψη Πούτιν στο Πεκίνο).
Ας δούμε τη σχετική «χορογραφία» στο σύνολό της. Κίνηση πρώτη: Στο πλαίσιο της επίσκεψης Τραμπ παρακάμφθηκε επισήμως η λεγόμενη «γραμμή G2» που πρόσφατα είχε προσπαθήσει ο ίδιος να προωθήσει. Ήδη από τον Μάρτιο, ο Κινέζος ΥΠΕΞ, Ουάνγκ Γι, είχε φροντίσει να την απορρίψει δηλώνοντας ότι η Κίνα δεν υιοθετεί τη λογική της «συγκυβέρνησης μεγάλων δυνάμεων». Τώρα, η από κοινού συμφωνηθείσα διατύπωση όπως την ανακοίνωσε ο Κινέζος πρόεδρος Σι κινείται επί της ουσίας στη λογική του Πεκίνου: «οι δύο πλευρές συμφώνησαν να καταστήσουν μια εποικοδομητική σχέση Κίνας-ΗΠΑ στρατηγικής σταθερότητας, ως βάση της σχέσης τους σ’ ένα πλαίσιο προορισμένο να λειτουργήσει ως στρατηγικός οδηγός για τα επόμενα τρία χρόνια και πλέον».
Κίνηση δεύτερη που δίνει και τη συνολικότερη εικόνα. Σι και Πούτιν συνομολογούν ότι «η σύσφιξη της στρατηγικής τους συνεργασίας δεν στρέφεται κατά κάποιου τρίτου μέρους. Όμως επιδιώκει να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα και την μονομέρεια των εκδηλώσεων ηγεμονισμού μέσα στο παγκόσμιο σύστημα και τις τάσεις να μετατραπούν οι διεθνείς σχέσεις σε μια ζούγκλα δίχως κανόνες».
Όλη η αβεβαιότητα της παγκόσμιας κατάστασης αντανακλάται σ’ αυτές τις δύο κινήσεις. Η αβέβαιη συνύπαρξη των κινήσεων αποκλιμάκωσης μέσω προσωρινών διευθετήσεων των εντάσεων ανάμεσα σε Δύση και Ευρασία (με πρωτοβουλίες κυρίως των δυνάμεων της δεύτερης – με την Κίνα να είναι το «πρώτο βιολί») με τις διαρκώς επανερχόμενες τάσεις προς μια κλιμάκωση που μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη οδηγώντας είτε σ’ ένα γενικευμένο πόλεμο είτε / και σε μια συνολική κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας.









































































