Η αίσθηση για τη φετινή Πρωτομαγιά είναι τέτοια, που είναι δύσκολο να πει κανείς ότι υπάρχει η δυνατότητα να αποτελέσει έναν σημαντικό σταθμό. Δεν είναι μόνο το ατυχές του τριημέρου που οδηγεί σε αυτό, αλλά η συνολική κατάσταση του πολιτικού συστήματος, των δυνάμεων της αντιπολίτευσης και του εργατικού κινήματος, που δεν επιτρέπει τέτοιους σχεδιασμούς.
Διότι είναι προφανές πως οι αντικειμενικοί όροι για μια μεγάλη απεργία-διαμαρτυρία είναι υπαρκτοί: Η μεγάλη πολιτική κρίση που βιώνει η χώρα, η ακρίβεια που έχει φτάσει στα ύψη και, βέβαια, η πολεμική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, τα αποτελέσματα της οποίας πρώτα και σε μεγαλύτερη ένταση θα τα βιώσει στο πετσί της η κοινωνία. Ωστόσο, οι διαθέσεις εντός των πολιτικών δυνάμεων δεν μοιάζουν τέτοιες ώστε να μπορούν να συναντηθούν με την κοινωνική δυσφορία.
Πρώτα και κύρια, ο πόλεμος που διεξάγουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν και η διάλυση του Λιβάνου θα επέβαλλαν μια διαφορετική στάση και προετοιμασία για τη φετινή Πρωτομαγιά, η οποία θα έπρεπε να λάβει τον χαρακτήρα μιας μεγάλης αντιπολεμικής διαδήλωσης. Όχι μόνο γιατί οι επιπτώσεις του θα φέρουν ραγδαία επιδείνωση των όρων διαβίωσης στην Ελλάδα, αλλά κυριότερα γιατί ο πόλεμος μοιάζει να αποτελεί σήμερα τη βασική επιλογή επίλυσης των αντιθέσεων, με τις πολεμικές αναφλέξεις να πληθαίνουν επικίνδυνα και σε κοντινή απόσταση από τη χώρα μας, η οποία, μάλιστα, βρίσκεται όλο και πιο μπλεγμένη στα πολεμικά σχέδια της Δύσης.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση είναι βουτηγμένη στα σκάνδαλα και τη διαφθορά, ενώ αιωρείται και το ερώτημα αν εκβιάζεται από ξένες δυνάμεις με βάση το σκάνδαλο των υποκλοπών. Το αίτημα «εδώ και τώρα να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη» θα ήταν ουσιαστικό όχι μόνο για δημοκρατικούς λόγους ή για λόγους απονομής δικαιοσύνης, αλλά και γιατί είναι τουλάχιστον επικίνδυνο για τον λαό να παραμείνει έστω και μία μέρα ακόμη αυτή η κυβέρνηση υπό αυτές τις διεθνείς συνθήκες.
Ωστόσο, σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, παρά την εκτεταμένη κρίση των σκανδάλων και της διαφθοράς, η αντιπολίτευση είναι ανήμπορη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μοιάζει πως η αλλαγή φρουράς είναι επιθυμητό να γίνει είτε στις αίθουσες των δικαστηρίων είτε στις εκλογές, όταν αυτές τις προκηρύξει η κυβέρνηση. Έως τότε κανείς δεν βιάζεται· αντιθέτως, όλη η αντιπολίτευση μοιάζει να βρίσκεται σε εκλογικό αναβρασμό.
Επομένως, κανείς δεν έχει πρεμούρα για κινήματα και αντιστάσεις, πόσο δε μάλλον όταν αυτές φαίνεται να μην ενισχύουν τα ποσοστά των διάφορων αντιπολιτεύσεων. Αντίθετα, η όποια πολιτική εναλλαγή επιχειρείται να προωθηθεί με τον λαό να δυσφορεί μεν, αλλά χωρίς να μπορεί να εκφραστεί· δηλαδή με το πολιτικό πεδίο πλήρως παγιδευμένο εντός των δεδομένων οριοθετήσεων του πολιτικού συστήματος.
Αντίστοιχη μοιάζει να είναι και η κατάσταση εντός του εργατικού κινήματος, όπως φάνηκε και στις εκλογές της ΓΣΕΕ ‒βλ. άρθρο στη διπλανή σελίδα—, αλλά και στο φοιτητικό κίνημα, με τις φοιτητικές εκλογές να πλησιάζουν.






































































