Το περασμένο Σαββατοκύριακο πραγματοποιήθηκε το 2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων και της Παγκόσμιας Αμφικτιονίας τους στην Ακαδημία Αθηνών. Την πρώτη μέρα εκφωνήθηκαν ανακοινώσεις για την προσφορά των Βλάχων ευεργετών και λογίων, καθώς και για θέματα όπως τα γλωσσικά ιδιώματα, η ιστορική πορεία των Βλάχων στον Ελληνισμό, η διασπορά τους και η συμβολή τους σε οικονομικές, κοινωνικές, θρησκευτικές επιδράσεις στις περιοχές εγκατάστασης. Επίσης αντικρούστηκαν δήθεν θεωρίες που τους τοποθετούν ως μειονότητα στα Βαλκάνια με «εθνική αρμάνικη ταυτότητα», οι οποίες έχουν κύρια πηγή τις υπερδραστήριες «αρμόδιες» υπηρεσίες του ρουμανικού κράτους. Γι’ αυτό περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την έκδοση των σχετικών πρακτικών.

Την επόμενη ημέρα, που θίχτηκε πιο άμεσα το θέμα «Βλαχόφωνος Ελληνισμός και σύγχρονες προκλήσεις», σημειώσαμε την εξαιρετικής σημασίας εισήγηση του Βαγγέλη Ντούλε, βουλευτή του ΚΕΑΔ στο αλβανικό κοινοβούλιο [αριστερά στη φωτογραφία]. Μεταξύ άλλων, ο κ. Ντούλες μίλησε για τον διωγμό των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων επί δικτατορίας Ενβέρ και για την απειλητική σύσταση προς τους Έλληνες της μειονοτικής ζώνης «μακριά από τους κακούς Βλάχους», και εξήγησε ότι στη μεταπολιτευτική Αλβανία η σύσταση έχει αντιστραφεί: πλέον απευθύνεται στους Βλάχους, καλώντας τους να μείνουν «μακριά από τους κακούς Έλληνες». Μάλιστα ανέφερε ότι «την περίοδο που συζητιόταν στη Βουλή το σχέδιο νόμου 96/2017 για τις μειονότητες [1] δεν υπήρχε αναφορά στην “Aromanian” μειονότητα, η οποία προστέθηκε την τελευταία στιγμή», με στόχο την απομάκρυνσή της από την Ελληνική Μειονότητα, και τη διευκόλυνση προσέλκυσής της από τη ρουμανική κρατική πολιτική – η οποία μοιράζει μεταξύ άλλων υποτροφίες και ευρωπαϊκά διαβατήρια!

Ο πρώην υφυπουργός της Ν.Δ. Αντώνης Μπέζας μίλησε για την πολιτική της σημερινής Αλβανίας, η οποία επιχειρεί να αποκόψει τους Βλάχους από την ιστορική τους ταυτότητα. «Όταν μια πολιτιστική ή γλωσσική ομάδα που διαβιεί διασυνοριακά –και αποτελεί οργανικό τμήμα της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας και άλλων χωρών– αναγνωρίζεται μονομερώς ως “εθνική μειονότητα”, μια τέτοια πράξη δεν παραμένει εσωτερικό ζήτημα» είπε, τονίζοντας τις (ανεκπλήρωτες) υποχρεώσεις της Ελλάδας. Αναφέρθηκε επίσης στους εφαρμοστικούς κανονισμούς-εκτρώματα της Αλβανίας, που υποτίθεται αναγνωρίζουν (αλλά ντε φάκτο υπονομεύουν) το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, συνδέοντάς το και με την ψευδεπίγραφη και αμφισβητούμενη απογραφή του 2023 [2]. Επιπλέον αναφέρθηκε στη λάθος πολιτική του «κατευνασμού» από πλευράς της ελλαδικής διπλωματίας, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα οφείλει να προσεγγίσει τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό της Αλβανίας όχι ως μειονότητα, αλλά ως αναπόσπαστο τμήμα του εθνικού κορμού και της ιστορικής του συνέχειας και στις άλλες Βαλκανικές χώρες».

Τίθεται βέβαια γενικά το ερώτημα του πόση πραγματική πίεση ασκούν στα κόμματά τους οι πολιτικοί που εκφράζουν τέτοιες απόψεις –διότι μια τοποθέτηση σε ένα συνέδριο δεν αρκεί– ώστε να καταπολεμηθεί η έξωθεν εντεταλμένη αδράνεια των επίσημων ελληνικών αρχών. Οι οποίες βέβαια διαπερνώνται από την αντίληψη ότι, για χάρη των καλών σχέσεων με τη Ρουμανία (που εκπαιδεύεται με πολιτικά πραξικοπήματα υπέρ του πολέμου), καθώς και για τους νέους στρατιωτικοενεργειακούς δρόμους Ε.Ε.-ΝΑΤΟ-ΗΠΑ, μπρος στα κάλλη τι ’ναι οι Βλάχοι…

Η παρέμβαση του γράφοντος στο Συνέδριο αφορούσε την ανησυχητική αναγνώριση, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [3], των εφαρμοστικών κανονισμών περί εθνικού αυτοπροσδιορισμού στην Αλβανία, η οποία είχε και τη θετική συγκατάθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αναδείχθηκε επίσης το πρόβλημα της πρόσφατης ομόφωνης (δηλαδή και από την ελληνική πλευρά) υπερψήφισης, ως αντιπροέδρου του ίδιου ευρωπαϊκού οργανισμού, της Αλβανίδας πρώην υπουργού Όλτα Τζάτσκα – η οποία έχει καταγγελθεί και μηνυθεί για διαφθορά, αλλά κρύβεται πίσω από το «ακαταδίωκτο» που της παρέχει το κόμμα του κ. Ράμα. Τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτουν ότι η ελλαδική διπλωματία λειτουργεί πλέον όχι μόνο ως παράγοντας κατευνασμού αλλά, ακόμη χειρότερα, συνεργασίας με όσους στρέφονται εναντίον των δικαιωμάτων των ομογενών μας.

[1] Με το άρθρο 3 του ν. 96/2017, ο αριθμός των μειονοτήτων διευρύνθηκε σε 9: Ελληνική, Μακεδονική, Αιγυπτιακή, Μαυροβούνια, Βοσνιακή, Σερβική, Βουλγαρική, Ρομά και Αρωμανική.
[2] «Μιλά στον Δρόμο ο Βαγγέλης Ντούλες, πρόεδρος και βουλευτής του ΚΕΑΔ» (φύλλο 654).
[3] «Απάντηση της κ. Kos εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» (www.europarl.europa.eu/doceo/document/E-10-2025-000340-ASW_EL).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!