Σε μια κλασική κίνηση για την ελληνική διανομή ταινιών, παίζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας το εξαιρετικό οικογενειακό δράμα Πυροτεχνήματα την Τετάρτη του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, ο οποίος πέρυσι έλαβε το Όσκαρ και τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας και νωρίτερα τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία του Ένας Χωρισμός.

Ο Φαραντί βέβαια μας είχε εντυπωσιάσει και το 2009 με το αντονιονικό δράμα Τι απέγινε η Έλι….
Δραματική, ιρανικής παραγωγής του 2006, τα Πυροτεχνήματα την Τετάρτη, μιλούν για την τελευταία Τετάρτη πριν από το νέο περσικό έτος, οπότε ο λαός του Ιράν γιορτάζει με πυροτεχνήματα καθώς προβλέπει μια παλιά ζωροαστρική παράδοση. Η Ρούχι περνάει τη μέρα της στην πρώτη της δουλειά, ανάμεσα σε άλλου είδους πυροτεχνήματα – το νέο της αφεντικό και τη γυναίκα του.
Η Ρούχι εργάζεται προσωρινά ως καθαρίστρια ώστε να εξοικονομήσει χρήματα για τον επερχόμενο γάμο της. Την πρώτη κιόλας ημέρα στη νέα της δουλειά, γίνεται μάρτυρας σ’ έναν τεράστιο καβγά ανάμεσα στο ζευγάρι που έχει το διαμέρισμα, καθώς η σύζυγος πιστεύει ότι ο άντρας της την απατά. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η νεαρή γυναίκα, το ζευγάρι, το παιδί τους και η ερωμένη, μπλέκονται σε μια σειρά αποκαλύψεων και αντιπαραθέσεων καθώς ξετυλίγεται η αλήθεια.
Βλέποντας τα Πυροτεχνήματα την Τετάρτη, την τρίτη ταινία του Φαραντί (έχουν προηγηθεί ακόμη δύο, το 2003 και το 2004) που πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Λοκάρνο, παίχτηκε στο Φεστιβάλ Τραϊμπέκα και κέρδισε βραβεία στα Φεστιβάλ Σικάγο, Λας Πάλμας και Τεχεράνης, παρατηρούμε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν αναγνωρίσιμο και ξεχώρισαν τον σκηνοθέτη παγκοσμίως, στις δυο επόμενες, δημοφιλείς και πολυβραβευμένες ταινίες του.
Κλειστό, ασφυκτικό δράμα δωματίου που παίζει με τις ιρανικές παραδόσεις, τοποθετεί τη γυναίκα σε περίοπτη και δυναμική θέση (πάντα όμορφες, για μια ακόμη φορά, οι πρωταγωνίστριες του), και σπάζει τον τσαμπουκά, μεταμορφώνει τον χαρακτήρα και αντιπαραβάλλει τον ανδρικό ρόλο με το τοίχο που πια ορθώνεται μπροστά του. Ο Φαραντί, έχοντας στο μυαλό μας πάντοτε τις δυο ταινίες που τον έκαναν γνωστό, τα βάζει με την ισλαμική παράδοση και το φοβικό ιρανικό καθεστώς, δομώντας νέα ήθη βάσει δυτικών προτύπων (παίρνοντας τα καλά στοιχεία τους) και αποδομώντας τα κακώς κείμενα στα ενδότερα της ακραία συντηρητικής και οπισθοδρομικής κοινωνίας που ζει.
Φουντώνει τα συναισθήματα, θολώνει τις πράξεις και ανακατεύει δεδομένα που μεταμορφώνουν τα μυαλά, τις ψυχές και τα συναισθήματα των ηρώων του – οι οποίοι συνθέτονται βάσει πραγματικών προτύπων που υπάρχουν στην ιρανική κοινωνία. Και πάλι, βέβαια, δεν κάνει λαϊκό σινεμά, δεν μπαίνει στις φτωχογειτονιές ούτε φτιάχνει λούμπεν ήρωες. Αντιθέτως, παραμένει στο εσωτερικό της αστικής τάξης της χώρας του, όπου παρεισφρύει μικροαστικούς χαρακτήρες ώστε να δηλωθούν και να τονιστούν οι εν γένει αντιθέσεις που προκύπτουν. Δεν τον ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, να καταπιαστεί με τα άκρα και την πολεμική που αυτά ενέχουν.
Πρόκειται για ένα σινεμά αριστουργηματικό. Όσα έχεις δει και αντιληφθεί για τον Φαραντί, τα βλέπεις και σε αυτή την προγενέστερη ταινία του, ίσως πιο αγνά, αυθεντικά, ακόμη πρωτόλεια. Μαγεία και ουμανισμός, πραγματικότητα και ατόφιος συναισθηματισμός μαζί.
Νέστορας Πουλάκος

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!