Της Ιφιγένειας Καλαντζή*

 

Σαιξπηρικής έμπνευσης το όνομα, στον τίτλο του νέου μελοδραματικού φιλμ νουάρ Χουλιέτα, του Πέδρο Αλμοδόβαρ, χωρίς ωστόσο να παραπέμπει στην αναζήτηση κάποιου Ρωμαίου. Συμπεριλαμβάνοντας τρεις διαφορετικές νουβέλες της Καναδής Άλις Μονρό, σε δικό του σενάριο, ο 67χρονος σήμερα Αλμοδόβαρ δημιουργεί για άλλη μια φορά ένα σύμπαν γυναικών, δοσμένο με τον δικό του χαρακτηριστικό παθιασμένο τρόπο.

Η μελοδραματική ιστορία της Χουλιέτα, που την ενσαρκώνουν δύο ηθοποιοί, η Έμα Σουάρεθ σε ώριμη και η Αντριάνα Ουγάρτε σε νεότερη ηλικία, ξεκινάει με μια αναπάντεχη συνάντηση. Τη στιγμή που ετοιμάζεται στα πενήντα της, να εγκαταλείψει μαζί με τον εραστή της τη Μαδρίτη, η Χουλιέτα διασταυρώνεται με μια φίλη τής εξαφανισμένης από χρόνια κόρης της. Αναστατωμένη, ακυρώνει το ταξίδι και εγκαθίσταται στο γεμάτο αναμνήσεις παλιό διαμέρισμα, όπου έμενε με τον αγαπημένο της Χοάν, έναν λαϊκό ψαρά, που χάθηκε στη θάλασσα. Η Χουλιέτα αποφασίζει να αναζητήσει εκ νέου την κόρη της, ενώ μέσα από αναπολήσεις αποκαλύπτονται σταδιακά οι πτυχές μιας τραγικής ιστορίας.

Παρουσιάζοντας την ταινία στις Κάννες, ο Αλμοδόβαρ δήλωσε ότι οι χαρακτήρες των ταινιών του περιέχουν κομμάτια του εαυτού του, ενώ τη διαφορετική ερμηνεία της διττής γυναικείας παρουσίας στην ταινία, ερωτικής και δυναμικής που μετά το τραύμα της απώλειας του άντρα καταλήγει παθητική, εμπνεύσθηκε από το Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου (1977), του Μπονιουέλ, που χρησιμοποιεί επίσης δύο ηθοποιούς για τις διαφορετικές ηλικίες. Από τον μόνιμο συνεργάτη του, τον συνθέτη Αλμπέρτο Ιγκλέσιας, ζήτησε ρομαντική μουσική, σε στυλ Μάλερ, ωστόσο, οι υπνωτιστικοί ρυθμοί με τις τζαζέ πινελιές του Ιγκλέσιας παραπέμπουν περισσότερο στη μυστηριακή ατμόσφαιρα ενός χιτσκοκικού φιλμ νουάρ.

Γεμάτη αναφορές στις τέχνες η ταινία, ως πολιτισμικό παζλ ήδη από τους τίτλους αρχής, παρουσιάζει σε πλάνα κάτοψης βιβλία αναγεννησιακής τέχνης, το εξώφυλλο ενός cd του Ιάπωνα Ριουίτσι Σακαμότο, συνθέτη της μουσικής στην ταινία του Αλμοδόβαρ Ψηλά Τακούνια, παράλληλα με τα χρυσοποίκιλτα, τύπου Κλιμτ, διακοσμητικά μοτίβα στη ρόμπα της πρωταγωνίστριας και τα σουρεαλιστικά κεραμικά γλυπτά. Με φετιχιστική εμμονή στα λαμπερά, σχεδόν φωβιστικά χρώματα, ο Αλμοδόβαρ εκφράζει εντάσεις και συναισθήματα μέσα από το κόκκινο της φωτιάς και το μπλε της θάλασσας. Άλλωστε, ο ίδιος δηλώνει ότι γεννημένος στην εποχή του Technicolor, θεωρεί τον εαυτό του γνήσιο τέκνο της πoπ αρτ του ’80.

Με την νεαρή Χουλιέτα καθηγήτρια φιλολογίας, να αναφέρει στην τάξη τον Οδυσσέα και την Καλυψώ, ο εμπνευσμένος Αλμοδόβαρ μπλέκει στοιχεία και σύμβολα από την Οδύσσεια, προσανατολίζοντας το χαρακτήρα της Χουλιέτα περισσότερο σε ρόλο Πηνελόπης, που θρηνεί τόσο για την απώλεια του άντρα, ως άλλου θαλασσοδαρμένου Οδυσσέα, όσο και για την απώλεια του απόλυτου έρωτα.

Ίσως μοναδικό στοιχείο σαιξπηρικής αναφοράς, πέραν του ονόματος, αποτελεί η χιλιοτραγουδισμένη από τους τροβαδούρους εικόνα της δεσποσύνης που καρτερεί στο παράθυρο, όπως στο ελισαβετιανό, βασισμένο σε ισπανικές μουσικές φόρμες, τραγούδι Greensleeves, εικόνα που αναπαράγεται από τις γυναίκες στη νέα ταινία του Αλμοδόβαρ, όταν ατενίζουν τη θάλασσα, μέσα από τα παράθυρα του σπιτιού στην ακροθαλασσιά, σε μια ατμόσφαιρα καρτερίας του ανέφικτου έρωτα.

Άλλωστε, η αναζήτηση του έρωτα, σε μια ταινία γεμάτη θαλασσινά πλάνα, ευθυγραμμίζεται με τη σημασία του ταξιδιού στον Οδυσσέα, με τον οποίο θα μπορούσε να συνδεθεί και η συμβολική μορφή ακρωτηριασμένων καθισμένων αντρών, στα σουρεαλιστικά ειδώλια της ταινίας, που παραπέμπουν και στην περιγραφή της σωρού του θαλασσοπνιγμένου συζύγου. Συμβολικά λειτουργεί και το άπιαστο ελάφι στην αρχή, που έγινε αιτία να σταματήσει το τρένο, δίνοντας στην Χουλιέτα την ευκαιρία να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της. Πρόκειται για διάσπαρτα στοιχεία, που ενώ αρχικά μοιάζουν να οδηγούν στη λύση του μυστηρίου της εξαφάνισης της κόρης, παραμένουν μαγικά μετέωρα, σε μια μελοδραματική ταινία που κλείνει με τη σπαρακτική φωνή της Κοσταρικανής Τσαβέλα Βάργκας, στη νοσταλγική μπαλάντα αποχαιρετισμού Si no te vas (… άμα εσύ φύγεις, εγώ πεθαίνω…), που υμνεί τον απόλυτο έρωτα, αποτελώντας παράλληλα φόρο τιμής στη μνήμη της τραγουδίστριας, που σφράγισε με τη συγκλονιστική της ερμηνεία μοναδικές σκηνές στο έργο του Αλμοδόβαρ.

Ακολουθώντας την ιβηρική λογοτεχνική και κινηματογραφική σουρεαλιστική παράδοση απόδοσης του ερωτισμού, μέσα από τον συμβολισμό, ο Αλμοδόβαρ αγγίζει τον μπονιουελικό φετιχισμό, απογυμνωμένο όμως από την ταξική και θρησκευτική αιχμηρή κριτική του, ανακυκλώνοντας διαρκώς εικόνες και θεματικές από προηγούμενες ταινίες του. Κατάκοιτες ή ανήμπορες γυναίκες, αφημένες στη φροντίδα άλλων, εντάσσονται σε ένα παιχνίδι αντιστροφής ρόλων δυναμισμού-παθητικότητας, τόσο στη νέα του ταινία όσο και στο Μίλα της (2002), ενώ στο Γύρνα Πίσω (2006), καταγράφονται τρεις γενιές γυναικών, όπως και στη Χουλιέτα, όπου αντίστοιχα, μέσα σε ένα πλάνο, δημιουργείται ένα συλλογικό γυναικείο πορτραίτο γιαγιάς, μάνας και εγγονής, μοτίβα που επανέρχονται, στοιχειώνοντας τον ταλαντούχο σκηνοθέτη, που όπως ο Χίτσκοκ, αγαπά να λατρεύει τις γυναίκες.

 

H Ιφιγένεια Καλαντζή, είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου

ifigenia.[email protected]gmail.com

 

* από τον τίτλο ταινίας των Σταύρου Τσιώλη και Χρήστου Βακαλόπουλου

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!