Στην πρόσφατη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ν.Δ. ακούστηκε από τον πρωθυπουργό η έκφραση «πρέπει να ιδρώσουμε τη φανέλα». Ήταν μια προσπάθεια να εκτονωθούν εντάσεις και διαπληκτισμοί στο νεοδημοκρατικό στρατόπεδο, με εμφανή τα σημάδια της πίεσης που υπάρχει από τη λαϊκή δυσαρέσκεια και την πραγματική πτώση της επιρροής της κυβέρνησης – παρά την εικόνα που δίνουν οι κατά παραγγελία δημοσκοπήσεις.
Η συνεδρίαση κράτησε 6 ώρες, πολλοί πήραν το λόγο για να παραπονεθούν, αλλά υπήρξαν και όσοι «τιμούν» ιδιαίτερα τη φανέλα τους αυτήν την περίοδο. Η Τριάδα Βορίδης, Γεωργιάδης (ως αντιΔένδιας) και Καιρίδης άστραψε και βρόντηξε ενάντια σε «συναδέλφους», αλλά ιδιαίτερα ενάντια στην κ. Κοβέσι («ακτιβίστρια εισαγγελέας» κατά Μάκη Βορίδη) και την ευρωπαϊκή εισαγγελία. Δόθηκε έτσι ο τόνος για όσα θα ακολουθήσουν.
Στην ίδια συνεδρίαση επιχειρήθηκε να «πεταχτεί η μπάλα στην εξέδρα» με μια «βαρυσήμαντη εισήγηση» περί συνταγματικής αναθεώρησης που εκφώνησε ο (πρώην καραμανλικός) Ευρ. Στυλιανίδης. Η εισήγηση περιλαμβάνει περίπου 30 τροποποιήσεις που απηχούν το κλίμα και τις επιδιώξεις ιδιωτικοποίησης και κατάργησης κάθε «εμποδίου» στην άλωση του δημόσιου χώρου και των δικαιωμάτων.
Το τελευταίο που είπε ο «κόουτς» Μητσοτάκης είναι ότι «η ομάδα πρέπει να είναι σαν μια γροθιά ενωμένη, και είναι μια γροθιά». Εκεί τέλειωσε το 6ωρο τάιμ άουτ του κυβερνώντος κόμματος.
Αν θέλουμε να δούμε την ουσία, ας σημειώσουμε ότι έχουμε εισέλθει με φόρα (την θυμάστε την κ. Τσαπανίδου;) στην ευθεία της προεκλογικής περιόδου και του εκλογικού πυρετού. Μόνο που ο κατακερματισμός, η ρευστοποίηση, η κρίση αντιπροσώπευσης, η δυσαρέσκεια και η αβεβαιότητα για όλες τις εξελίξεις (κυρίως λόγω πολέμου και πορείας της οικονομίας με τις ανατιμήσεις, την ενεργειακή φτώχεια, τους κλυδωνισμούς) δημιουργούν ένα περιβάλλον που κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την οποιαδήποτε σοβαρή πρόβλεψη.
Όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη και το νέο επιτελείο του Μαξίμου (που συμπληρώθηκε από την επανενεργοποίηση του Μάκη Βορίδη) επιλέγει τη φυγή προς τα μπρος, δηλαδή την κλιμάκωση και την επιθετικότητα, την αδιαφορία για κάθε διαδικασία στη Βουλή, στη Δικαιοσύνη κ.α. Η γενική σκλήρυνση και επιθετικότητα θα συνδυάσει μια συσπείρωση ακροδεξιών χαρακτηριστικών, με την επιθετικότητα απέναντι σε κεντρώους πολιτικούς (π.χ. Βενιζέλος), και ιδιαίτερα απέναντι στον «λαϊκισμό» κάθε απόχρωσης. Θα δώσει έμφαση στη «σταθερότητα» απέναντι στο «χάος» που θέλει η θρυμματισμένη αντιπολίτευση. Και βεβαίως την επιθετικότητα θα συνοδεύουν η καταστολή, η ποινικοποίηση, η τρομοκράτηση με κάθε τρόπο.
Αυτή η επιλογή συνδυάζεται με το να πλασάρεται όλο αυτό το πολιτικό προσωπικό ως η βασική κοιτίδα της «Ελλάδας – ενεργειακός κόμβος», της «Ελλάδας που συμπλέει με ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία», της «Ελλάδας με ισχυρούς συμμάχους». Ήδη η κ. Γκίλφοϊλ μας ενημέρωσε ότι θα επισκεφτεί την Ελλάδα ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ κ. Χέγκσεθ, και ίσως μέχρι τέλος του χρόνου ο ίδιος ο Τραμπ. Μεγαλεία! Ενώ, για να μην ξεχνιόμαστε, υπογράφτηκε στην Αθήνα και στρατηγική συμφωνία με τη Γερμανία – χωρίς βεβαίως την παραμικρή μνεία για πολεμικές αποζημιώσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι συμπληρώνεται το «καρέ» (4 παίκτες: ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία, Γερμανία) επί ελληνικού εδάφους, ενώ αν μιλήσουμε για 5άδα (με όρους μπάσκετ) πρέπει να προστεθεί η Τουρκία και οι ορέξεις της επί Κύπρου, Θράκης, Αιγαίου. Τέλος, στο Ιόνιο βρέθηκε «ορφανό» υπερσύγχρονο πολεμικό ντρόουν που, όπως λέει ο κ. Χρυσοχοΐδης, το περιεργάζονται(!) ειδικοί του Υπουργείου Αμύνης…
Ούτως ή άλλως οδηγούμαστε σε μια ανακύκλωση, αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού –όποτε γίνουν οι εκλογές και με όσα κόμματα εμφανιστούν– χωρίς να αίρεται ο κατακερματισμός, η τάση προς κυβερνήσεις συνεργασίας και ειδικού σκοπού. Η κοινωνία παραμένει σε αμηχανία, με τον πολίτη αποκλειστικά σαν ψηφοφόρο. Η ρευστοποίηση θα συνεχιστεί. Αλλά το κύριο είναι τι γίνεται με τη χώρα, την κοινωνία, την οικονομία, τον πολιτισμό. Ή αλλιώς, με το γενικό μεταπρατικό πλαίσιο της εξάρτησης και υποτέλειας, και των πάρτι που στήνονται από «αετονύχηδες» και αιλουροειδείς εκπροσώπους του μεταπρατικού κόσμου και των δεσμών με τις Πρεσβείες. Αυτά δεν πρόκειται να θιγούν –πόσο μάλλον να αντιμετωπιστούν– από τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα, που επιδίδονται σε κάθε λογής παραγγέλματα, συνθήματα (αναπαλαιωμένα), υποσχέσεις και μεγάλες δόσεις «υπευθυνότητας» και «πατριωτισμού». Όλοι άλλωστε ιδρώνουν για τη «φανέλα» τους, δηλαδή το ποσοστό τους και μια θέση στο πολιτικό σύστημα, αναπαράγοντας τη μεταπρατική Ελλάδα.
Σαφώς, είναι αναγκαία μια άλλη ποιοτική επιλογή. Πόσο έτοιμοι όμως είμαστε ως χώρα, κοινωνία, λαός για κάτι τέτοιο; Είναι το πλέον ακανθώδες ζήτημα. Διότι έχει γίνει μεγάλη ζημιά στο επίπεδο αυτό.







































































