της Ελένης Σίντου

Η πλατεία της Βαστίλης έμοιαζε με πεδίο μάχης. Καδρόνια, μπουκάλια, σπασμένα κόκκαλα και αίμα έρεε ακολουθώντας την πορεία του Σηκουάνα, ανάμεσα από τις ρωγμές της καταπονημένης ασφάλτου. Ο λευκός καπνός από τα δακρυγόνα και οι φωνές απόγνωσης των μαθητών ενώνονταν, δημιουργώντας ένα δυναμικό σύμφυρμα επανάστασης και αξιοπρέπειας. Μιας αξιοπρέπειας που, από εκείνη τη νύχτα της 14ης Ιουλίου του 1789, δολοφονούνταν καθημερινά. Το ποτάμι της οργής ξεχυνόταν από άκρη σε άκρη σε όλη τη Γαλλία και οι μαθητές είχαν αναλάβει τον άχαρο αλλά απαραίτητο ρόλο των Σωματοφυλάκων του Γαλλικού πνευματικού παράγοντος.

Ο Πατρίκ τα τελευταία δυο εικοσιτετράωρα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, αντάμα με τον καθηγητή του, τον Γουλιέλμο και την αγαπημένη του Ζαν. Έτρωγε στο πόδι πρόχειρα σάντουιτς, τα οποία ξερνούσε κάθε φορά που οι μπάτσοι έριχναν χημικά και νερό με το κανόνι που είχε επιστρατευτεί για την καταστολή των επεισοδίων. Με το δεξί χέρι αφαίρεσε τη μαύρη κουκούλα και χαμογέλασε πλατιά στην αγαπημένη του. Εκείνη ανταπέδωσε και του έσφιξε το χέρι. Τον τράβηξε απαλά, απομακρύνοντάς τον από την οχλαγωγία. Περπάτησαν αρκετά, ώσπου έφτασαν σε ένα ήσυχο σοκάκι. Ο ήλιος έδυε στο βάθος και ο ουρανός του Παρισιού έμοιαζε με έργο τέχνης, σκορπώντας πορτοκαλί και μωβ ανταύγειες ανάμεσα στα αφράτα σύννεφα. Ο νεαρός μαθητής, ο οποίος είχε όνειρο του να σπουδάσει στο τμήμα Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, έγειρε με την πλάτη στον τοίχο και άνοιξε το πακέτο με τα Γκολουάζ. Κρέμασε ένα στα αφυδατωμένα χείλη του και αναζήτησε τον αναπτήρα στην τσέπη της ζακέτας του. Η Ζαν τού πρόσφερε τον δικό της. Έμειναν σιωπηλοί για λίγες στιγμές, παρατηρώντας το σκοτάδι που απλωνόταν τριγύρω και τις ασαφείς σκιές, που χόρευαν στο λαδί τούβλο.

«Μεγάλη προδοσία, να παράγονται τα δικά μας τσιγάρα στην Πολωνία. Δε νομίζεις;» της είπε σκεπτικός.

«Είναι από τις προδοσίες που συγχωρούνται. Υπάρχουν και άλλες που είναι ασυγχώρητες, όμως. Δεν πρέπει να οπισθοχωρήσουμε και να υποκύψουμε στη βία τους», αποκρίθηκε και ανακάτεψε νευρικά τα κοντά καστανά μαλλιά της. Η μικρή γαλλική μύτη της ανορθώθηκε περήφανα και τα καλοσχηματισμένα χείλη της σφίχτηκαν. Ο Πατρίκ την παρατήρησε σχολαστικά. Ήταν η πιο όμορφη, η πιο έξυπνη και δυναμική κοπέλα που είχε γνωρίσει, ένα ζεστό πρωινό του Ιουλίου στη συμβολή των οδών Μολιέρου και Ρισελιέ, στο 1ο διαμέρισμα της πόλης. Είχε σταθεί εκεί, διαβάζοντας με προσήλωση και ενθουσιασμό τις περγαμηνές, που βαστούσαν στα χέρια τους οι δύο μαρμάρινες γυναικείες μορφές. Τον θαύμαζε τον Μολιέρο. Το χιούμορ του και την κοινωνική κριτική, που ασκούσε δίχως κάλπικες περιβολές. Ήταν εννέα ετών όταν είχε δει για πρώτη φορά τον Ταρτούφο και ακόμα θυμόταν τα ξέφρενα γέλια, που του είχε προκαλέσει εκείνη η θεατρική παράσταση. Η Ζαν στεκόταν δίπλα του, ακριβώς όπως και τώρα, και μιμούμενη τον ενθουσιασμό του νεαρού αγνώστου, έβγαζε φωτογραφίες τις περγαμηνές. Έχοντας, φυσικά, έναν απώτερο σκοπό. Να προκαλέσει το ενδιαφέρον του. Από εκείνο το πρωί της 14ης Ιουλίου κι αφού διέσχισαν όλη τη Λεωφόρο της Όπερας, έγιναν αχώριστοί. Ήταν εκείνος, ο πρώτος έρωτας, ο αθώος, ο διαυγής, ο συγκλονιστικός. Πέταξαν τις γόπες τους χάμω και αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Μια αγκαλιά που μέσα της περιείχε όλη την δύναμη του κόσμου. Φιλήθηκαν και παρέμειναν σιωπηλοί. Ήταν εξαντλημένοι. Είχαν δεχθεί πολλές κλωτσιές και είχαν αποκρούσει πολλές ασπίδες με τα εφηβικά τους σώματα. Τα κινητά τους τηλέφωνα είχαν απενεργοποιηθεί, για εξοικονόμηση μπαταρίας, και τα άνοιγαν μόνο για να ενημερώσουν τους γονείς τους.

«Θα νικήσουμε!», ξαφνικά αναφώνησε η Ζαν.

«Η πίστη έχει πολλά κοινά με τον ηρωισμό. Συχνά ο ήρωας και ο πιστός κομπάζουν και οι δύο. Όμως ο ήρωας φαίνεται στη μάχη – ό,τι κι αν πει ο ίδιος», ψιθύρισε μια από τις αγαπημένες του φράσεις του Μολιέρου.

«Ο πιστός; Σ’ αυτόν μετρά κυρίως η σιωπή. Όσο πιο διακριτικά, σεμνά και ειλικρινά συμπεριφέρεται ο πιστός, τόσο πιο αληθινή είναι η πίστη του», συμπλήρωσε εκείνη, και του χαμογέλασε.

Κάπου στο βάθος, στον πυρήνα των συγκρούσεων άκουσαν τις φωνές να μετατρέπονται σε απελπισμένα ουρλιαχτά και τους ήχους των οχημάτων της μπατσαρίας να πολλαπλασιάζονται. Κοιτάχτηκαν. Πήραν μια βαθιά ανάσα, έπλεξαν ξανά τα χέρια τους και όρμησαν έξω από το σκοτεινό στενό. Ο καπνός από τα δακρυγόνα είχε εξαπλωθεί παντού. Ο Πατρίκ γλίστρησε και έχασε την ισορροπία του. Προσγειώθηκε με την πλάτη στο έδαφος. Η Ζαν έσκυψε από πάνω του, με το ξάστερο πρόσωπο της να τσακίζεται από την αγωνία.

«Είσαι καλά, αγάπη μου;» ρώτησε. Δεν έλαβε απάντηση άμεσα. Ο μαθητής κοιτούσε το πλακόστρωτο τρομαγμένος. Η μυρωδιά του αίματος, εκείνη η απαίσια μεταλλική μυρωδιά εισέβαλλε στα ρουθούνια του.

«Δεν είναι δικό μου το αίμα», μουρμούρισε. Η κοπέλα έστρεψε το έντρομο βλέμμα της τριγύρω. Στη γωνία, κάτω από έναν φανό, ένα μαύρο σμήνος ξεσπούσε πάνω σε ένα λευκό πουκάμισο με χακί κεντήματα. Το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν του καθηγητή Γουλιέλμου. Εκείνη τού το είχε δωρίσει στα γενέθλια του. Επιπόλαια, ως είθισται, στην ηλικία των δεκαεπτά, σηκώθηκε και έτρεξε προς τη δολοφονική ενέδρα.

«Αφήστε τον ήσυχο!», φώναξε και σήκωσε το κινητό της, παριστάνοντας πως καταγράφει την επίθεση. Ένα σκληρό, απάνθρωπο βλέμμα, την κάρφωσε μέσα από το κράνος που είχε σπάσει στο σημείο των ματιών. Ησυχία για μια στιγμή. Απόλυτη νηνεμία. Ο Πατρίκ σηκώθηκε και όρμησε στο σαδιστικό μπουλούκι με γυμνά χέρια. Τα κλομπ ξεχύθηκαν πάνω του ξέφρενα. Ο ήχος των οστών που τσακιζόταν και οι κραυγές πόνου του αγαπημένου της, ανάγκασαν τη Ζαν να πάρει ακαριαία μια απόφαση. Όρμησε κι εκείνη.

Με το ένα βλέφαρο μισάνοιχτο και τους αφόρητους πόνους να καταλύουν το λευκό κορμί της, γύρισε στο πλάι και κοίταξε τον Πατρίκ αλλά και τον Γουλιέλμο για τελευταία φορά. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν άνθρωποι ή άμορφες μάζες. Και τότε, οι φωνές κόπασαν. Ο καπνός εξανεμίστηκε σαν ανεμοδαρμένο φύλλο πίσω από την στήλη του Ιουλίου και ο πόνος καταλάγιασε.

«Οι σοβαρές κυρίες, συμπονούν τους παλαβούς» (**), ψιθύρισε, και αφέθηκε απλόχερα στον θάνατο. 

Υποσημειώσεις
* Ο τίτλος του κειμένου είναι γαλλική φράση που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει, ανεξήγητη επιθυμία να κάνεις κάτι άκρως επικίνδυνο.
** Απόσπασμα από το έργο «Ταρτούφος» του Μολιέρου.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!