Την Κυριακή πραγματοποιείται στη Βραζιλία ο Β΄ γύρος των προεδρικών εκλογών μεταξύ του απερχόμενου κεντροαριστερού προέδρου Λούλα ντα Σίλβα και του ακροδεξιού Φλάβιο Μπολσονάρου. Οι πιθανότητες του Λούλα να διαψεύσει τις δημοσκοπήσεις –όλες δίνουν τον Μπολσονάρου νικητή, αν και με διαφορά μόλις 1 έως 2%– είναι ισχνές. Εάν οι κάλπες επιβεβαιώσουν το αναμενόμενο, δεν θα πρόκειται απλά για μια ήττα του Λούλα. Σε συνδυασμό με τη συντηρητική πλειοψηφία στα νομοθετικά σώματα, θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου, με τεράστιες οπισθοδρομήσεις και σε θεσμικό/συνταγματικό επίπεδο. Οι επιπτώσεις θα είναι μεγάλες και εκτός Βραζιλίας, δεδομένου του μεγάλου ειδικού βάρους αυτής της χώρας στην ευρύτερη περιοχή – την οποία η τραμπική διοίκηση έχει βαλθεί να ξανακάνει «πίσω αυλή των ΗΠΑ».
Οι εξηγήσεις που κυριαρχούν στους κύκλους της κεντροαριστεράς και της αριστεράς γι’ αυτήν την απειλητική εξέλιξη είναι μάλλον ανεπαρκείς, ακόμη κι αν προσμετρηθούν οι τελευταίες αποκαλύψεις για τον βρώμικο ρόλο των πολυεθνικών του Διαδικτύου και των αλγορίθμων τους, που πλήττουν μεθοδευμένα την προεκλογική καμπάνια του Λούλα, ή για το ότι ο Μπολσονάρου γνώριζε –εάν δεν είχε δώσει ο ίδιος την εντολή– για το σχέδιο δολοφονίας του Λούλα. Αυτά, όπως και οι λοιπές εξηγήσεις (ρόλος των ευαγγελιστών, πολύμορφες παρεμβάσεις της Ουάσινγκτον, μεροληπτικά ΜΜΕ κ.λπ.), δεν αμφισβητούνται. Είναι όμως μια πραγματικότητα που δεν αρκεί να εξηγήσει γιατί, παρ’ όλα αυτά, δεκάδες εκατομμύρια φτωχών ψηφίζουν έναν ακροδεξιό για πρόεδρο. Ακόμη χειρότερα, αδυνατεί να εξηγήσει για ποιο λόγο στον Α΄ γύρο 40 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι είτε δεν πήγαν να ψηφίσουν, είτε έριξαν λευκό και άκυρο. Εάν έστω και μόνο το 10% από αυτά τα 40 εκατομμύρια άλλαζε στάση στον Β΄ γύρο και ψήφιζε τον Λούλα, οι δημοσκοπήσεις θα διαψεύδονταν! Το ερώτημα που αποφεύγει να αναγνωρίσει η κυβερνώσα αριστερά, είναι ακριβώς το «γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα;».
Υπάρχουν και οι λαμπρές εξαιρέσεις που τολμούν να θέσουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων*, αλλά είναι φωνές βοώντος εν τη ερήμω. Κατά τα άλλα κυριαρχούν οι συμβατικότητες, είτε με τη μορφή μιας χαζοχαρούμενης «ιστορικής αισιοδοξίας» είτε (το συνηθέστερο) με επιτίμηση των φτωχών που «εύκολα παρασύρονται από την ακροδεξιά προπαγάνδα». Γιατί παρασύρονται από την προπαγάνδα της ακροδεξιάς κι όχι από τα επιχειρήματα της αριστεράς, παραμένει μυστήριο. Που δεν μπορεί να εξιχνιαστεί όσο μένει στο απυρόβλητο το τι έπραξαν (και τι δεν έπραξαν) οι κεντροαριστερές διαχειρίσεις, πόσο μπλέχτηκαν κι αυτές με την εξωφρενική διαφθορά και διαπλοκή πολιτικού κόσμου, ολιγαρχών και καθαυτό μαφιόζων, πόσο διευκόλυναν ή απέτρεψαν την ενεργητική συμμετοχή των λαϊκών τάξεων στη λήψη αποφάσεων, κ.ο.κ. Ή μήπως απλά δεν υπάρχει μυστήριο όταν η κυβερνώσα αριστερά τελικά υποκλίνεται στην ακροδεξιά προπαγάνδα; Αυτό συνέβη π.χ. με την απαίτηση του Μπολσονάρου οι ανήλικοι (ακόμη και 14 ετών) να δικάζονται και να τιμωρούνται ως ενήλικοι σε περίπτωση συμμετοχής τους σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου ή σε «τρομοκρατικές ενέργειες»…
Είναι αμφίβολο εάν το κλίμα μπορεί να αλλάξει από επικοινωνιακού τύπου πρωτοβουλίες της τελευταίας στιγμής, όπως η πρόταση του Λούλα να αρθεί το απόρρητο των τραπεζικών, φορολογικών και τηλεφωνικών δεδομένων και των δύο υποψηφίων και των οικογενειών τους ώστε να φανεί ποιος είναι «καθαρός» και ποιος όχι. Πρόταση που αρχικά αρνήθηκε ο Μπολσονάρου, αλλά τελικά αναγκάστηκε να την αποδεχθεί. Και τι συνέβη; Ο Λούλα, τηρώντας τη συμφωνία, προχθές ήρε το δικό του απόρρητο, όμως ο Μπολσονάρου ξαφνικά έθεσε νέες προϋποθέσεις για να πράξει το ίδιο! Δυστυχώς, το προς τα πού θα γείρει η Βραζιλία, και τι θα σημάνει η μία ή η άλλη εξέλιξη, δεν θα κριθεί από ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Αν βέβαια το 10% των 40 εκατομμυρίων (αποχή, άκυρα, λευκά) τελικά αλλάξει γνώμη για τις εκλογές, θα έχουμε την πολυτέλεια να το συζητήσουμε αναλυτικότερα.
* Βλ. για παράδειγμα την ανάλυση του Κουβανού Εντουάρντο Άλβαρεζ («Έγινε η ζημιά», φύλλο 792).









































































