Ένα κύμα νεολαιίστικων και λαϊκών κινητοποιήσεων διατρέχει την Ευρώπη, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά κοινό υπόβαθρο την κοινωνική ασφυξία και την απουσία προοπτικής. Η Γαλλία, πέρα από τη μεγάλη δημοσιονομική κρίση, η οποία συνοδεύεται από μέτρα μνημονιακού τύπου, βρίσκεται αντιμέτωπη και με την ακρίβεια –ιδίως στα καύσιμα– που έχει αποδειχθεί δυσβάσταχτη. Έτσι, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων εβδομάδων, με αιτήματα για περισσότερους εκπαιδευτικούς, καλύτερες υποδομές και στοιχειώδεις όρους φοίτησης, εξελίχθηκαν σε μια μεγάλη κοινωνική έκρηξη. Το περασμένο Σάββατο 800.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, όπου συναντήθηκαν μαθητές, φοιτητές, συνδικάτα, εργαζόμενοι και τα «κίτρινα γιλέκα». Αιχμές της κινητοποίησης ήταν η ακρίβεια, οι μισθοί, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και οι περικοπές στην εκπαίδευση.
Οι μαζικές διαδηλώσεις συνοδεύτηκαν από συγκρούσεις, εμπρησμούς, λεηλασίες και χιλιάδες συλλήψεις, ενώ η εικόνα του φλεγόμενου δημαρχείου της Λιμόζ έκανε τον γύρο του κόσμου. Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η αστυνομική καταστολή, η οποία άφησε δύο 17χρονα παιδιά με σοβαρούς τραυματισμούς: στη Σεντ-Ετιέν ένας έφηβος έχασε το χέρι του από αστυνομική χειροβομβίδα, ενώ στη Μιλούζ μια συνομήλική του έχασε την όραση από το ένα μάτι, έπειτα από πλήγμα βλήματος από εκτοξευτήρα δακρυγόνων. Επιπλέον, δύο άνθρωποι πέθαναν στο Παρίσι, ο ένας το Σάββατο και ο άλλος τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, χωρίς όμως να έχει τεκμηριωθεί σύνδεση των θανάτων με αστυνομική βία.
Το δόγμα της ασφάλειας
Το γαλλικό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει την κρίση με το βλέμμα στραμμένο και στις προεδρικές εκλογές του 2027. Ο Μακρόν κατήγγειλε «στασιαστικές» ομάδες της άκρας Αριστεράς, ενώ ο πρωθυπουργός Σ. Λεκορνί κάλεσε τις πολιτικές δυνάμεις να επιλέξουν ανάμεσα στη «βία» και τη «Δημοκρατία». Η Λεπέν μίλησε για δίκαια κοινωνικά αιτήματα που «κρατήθηκαν όμηροι από την άκρα Αριστερά», ενώ ο Εντουάρ Φιλίπ απέδωσε «τεράστια πολιτική ευθύνη» στην Ανυπότακτη Γαλλία (Μελανσόν). Η Ανυπότακτη Γαλλία, που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις και εξακολουθεί να τις στηρίζει, κατήγγειλε την αστυνομική βία και τη συκοφάντησή της ως δύναμης που υποκινεί τους βανδαλισμούς. Οι Οικολόγοι και οι Σοσιαλιστές κατήγγειλαν τη σπέκουλα του Μακρόν που αποσκοπεί στη στοχοποίηση των πολιτικών του αντιπάλων, καθώς και τις πρακτικές της αστυνομίας.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, πάντως, η απάντηση παίρνει ολοένα περισσότερο τη μορφή ενός δόγματος ασφάλειας, τύπου «νόμος και τάξη». Επιβλήθηκαν τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας, απαγορεύτηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρες πόλεις, και ανακοινώθηκε η «αξιοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων», ώστε να αποδεσμευθούν περισσότεροι αστυνομικοί για τις κινητοποιήσεις. Ο Μακρόν ξεκαθάρισε ότι το επόμενο Σάββατο θα επιτρέπονται κινητοποιήσεις από «αναγνωρισμένους» διοργανωτές, όπως τα συνδικάτα, και αυτές υπό περιορισμούς, εφόσον το επιτρέψουν οι αρμόδιες αρχές. Αυτός ο διαχωρισμός σε «νόμιμους» και «μη νόμιμους» διαδηλωτές αποτελεί μια αναίρεση στην πράξη του δικαιώματος στη διαμαρτυρία. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Ζεράλ Νταρμανέν έφτασε να προτείνει ακόμη και τη στέρηση εκλογικών δικαιωμάτων για όσους παραβιάζουν τις απαγορεύσεις. Παράλληλα, ενώ δεν έχει κηρυχθεί επισήμως κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το ενδεχόμενο τέθηκε ανοιχτά και παραμένει στο τραπέζι.

Ποιος κερδίζει από την κοινωνική έκρηξη;
Από τις πρώτες ημέρες, εκπρόσωποι του δήθεν «δημοκρατικού τόξου» έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι από τις κινητοποιήσεις κερδίζει η Λεπέν. Το επιχείρημα οδηγεί σε ένα βολικό συμπέρασμα: κάθε λαϊκή αντίδραση στη δυστοπία που διαμορφώνουν οι κυρίαρχες πολιτικές ενισχύει τον μπαμπούλα της Ακροδεξιάς. Επομένως, οι κοινωνίες καλούνται να μείνουν ήσυχες, να αποδεχθούν τη διαρκή χειροτέρευση της ζωής τους και, όταν έρθουν οι εκλογές, να στηρίξουν την «ενδεδειγμένη» δημοκρατική λύση, με εγγυητές τις δυνάμεις που τις οδήγησαν ως εδώ. Καμία διάθεση, βέβαια, να συζητηθεί πώς έφτασε η Λεπέν να διεκδικεί την προεδρία και ποιες πολιτικές τροφοδότησαν επί χρόνια την άνοδό της.
Η επίθεση στον Μελανσόν συμπληρώνει αυτό το σχέδιο πολιτικής διαδοχής. Η Ανυπότακτη Γαλλία στηρίζει τις κινητοποιήσεις και παραμένει μια σημαντική εκλογική δύναμη, με πιθανότητες να ενισχυθεί από την κοινωνική αναταραχή. Γι’ αυτό επιχειρείται να παρουσιαστεί ως υποκινητής των επεισοδίων. Έφτασαν μάλιστα να διατυπωθούν σκέψεις ακόμη και για απαγόρευση του κόμματος. Σύμφωνα με ρεπορτάζ, αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών δέχθηκαν οδηγίες να συνδέουν την Ανυπότακτη Γαλλία με τις ταραχές χωρίς αποδείξεις – καταγγελία που η κυβέρνηση αρνείται. Το ζητούμενο είναι να βγει ο Μελανσόν εκτός του αποδεκτού «δημοκρατικού τόξου», ώστε ακόμη και αν φτάσει στον δεύτερο γύρο, να μην μπορεί να διεκδικήσει στήριξη στο όνομα ενός αντιφασιστικού μετώπου.
Η γαλλική ελίτ μοιάζει έτσι να συμβιβάζεται με δύο ενδεχόμενα: είτε μια ακροδεξιά διαδοχή του μακρονισμού είτε μια κεντρώα, κατ’ όνομα αντιφασιστική συμμαχία, που θα διατηρεί άθικτες τις βασικές πολιτικές επιλογές του. Η εμπειρία της Μελόνι στην Ιταλία προσφέρει ένα καθησυχαστικό προηγούμενο για τις ελίτ, με μια δύναμη που –αφότου βρέθηκε στην εξουσία– αποδείχθηκε πολύ πιο συνεργάσιμη σε σχέση με την προεκλογική της στάση.
Τεθωρακισμένη δημοκρατία…
Την ίδια ώρα, το «ακραίο κέντρο» υιοθετεί πρακτικές που μέχρι χθες θα καταλόγιζε στην Ακροδεξιά. Απαγορεύσεις διαδηλώσεων, απαγορεύσεις κυκλοφορίας, στρατιωτική συνδρομή, αστυνομική βία και συζητήσεις για περιορισμό δικαιωμάτων: τι ακριβώς θα έκανε διαφορετικά μια κυβέρνηση της Λεπέν; Η διολίσθηση αυτή δεν ξεκίνησε τώρα. Από τις επιχειρήσεις στα προάστια και τα έκτακτα μέτρα του 2005 και του 2015 έως τη διαχείριση της πανδημίας, το κράτος έχει αποκτήσει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο εξαιρέσεων που επιστρατεύεται ολοένα και ευκολότερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κάλεσμα των «κίτρινων γιλέκων» για την 24η Οκτωβρίου γίνεται αναφορά ακόμη και στις απαγορεύσεις της περιόδου του πολέμου της Αλγερίας, όπως και στις κατασταλτικές πολιτικές που αντιμετώπισε το ίδιο το κίνημα το 2018-2019. Άλλωστε, η θωράκιση των κρατών απέναντι στην κοινωνική οργή αποτελεί προτεραιότητα των ελίτ τα τελευταία χρόνια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αυτό που μοιάζει να απουσιάζει από τη συζήτηση είναι οι ίδιοι οι λόγοι για τους οποίους εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κινητοποιούνται. Στο κάλεσμα για την 24η Οκτωβρίου, που χαρακτηρίζεται «Πράξη ΙΙ», τα «κίτρινα γιλέκα» συνδέουν την ακρίβεια στα καύσιμα, τα τρόφιμα και τα ενοίκια με την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την κρίση δημοκρατικής εκπροσώπησης. Δεν ζητούν μόνο οικονομικές ελαφρύνσεις, αλλά αξιοπρεπή ζωή, τερματισμό της αστυνομικής καταστολής, προστασία του δικαιώματος στη διαδήλωση και αποχώρηση του Μακρόν. Μάλιστα, απαντώντας στις κυβερνητικές καταγγελίες για τις λεηλασίες, αντιστρέφουν το ερώτημα, καταγγέλλοντας τη διαρκή λεηλασία του λαϊκού εισοδήματος και των κοινωνικών αγαθών. Στον ορίζοντα βρίσκονται και οι απεργιακές δράσεις που προγραμματίζονται για τις 5 Νοεμβρίου. Οι κινητοποιήσεις εκφράζουν μια βαθιά κοινωνική δυσφορία, η οποία όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με το αδιέξοδο της απουσίας οποιασδήποτε πειστικής πολιτικής εναλλακτικής ή ενός ορατού ορίζοντα επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες.
* Ο τίτλος παραφράζει το σύνθημα «Bismillah, c’est les ténèbres» («Στο όνομα του Θεού, είναι το σκοτάδι»), που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στις μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία. Η δυσνόητη φράση προήλθε από ένα μήνυμα στο Snapchat, το οποίο οι μαθητές θεώρησαν αδέξια απόπειρα αστυνομικής διείσδυσης στις ομάδες συντονισμού τους. Υιοθέτησαν ειρωνικά τη φράση, μετατρέποντάς την σε σύνθημα και σατιρίζοντας τα στερεότυπα της αστυνομίας για τη νεολαία. Σύμφωνα με το τηλεοπτικό κανάλι TMC, ο αποστολέας του μηνύματος είχε γεωγραφικό εντοπισμό σε αστυνομικό τμήμα της Aix-en-Provence.








































































