Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, είδαν το φως της δημοσιότητας δύο περιστατικά σκληρής βίας, το πρώτο είναι ο βιασμός του 15χρονου μαθητή στο Ίλιον από συνομηλίκους του και το δεύτερο είναι η μαγνητοσκόπηση ενός Ρομά στην Πάτρα ο οποίος εξαναγκάστηκε να πει τα κάλαντα, τη στιγμή που του είχαν βάλει φωτιά. Ενώ δεν θα μπούμε σε καμία περίπτωση στη σύγκριση ή τον συμψηφισμό των δύο περιστατικών, το καθένα από τα οποία προκαλεί αποτροπιασμό, οφείλουμε να παρατηρήσουμε και αναρωτηθούμε γιατί τα τελευταία χρόνια και ειδικά την περασμένη χρονιά, γινόμαστε μάρτυρες ειδεχθών εγκλημάτων. Να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που μοιάζει να σαπίζει μέσα στην κοινωνία μας.

Έχουν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από την αρχή της κρίσης και όσα συνέβησαν σε αυτό το διάστημα έχουν πλέον χωνευθεί από την κοινωνία. Ζούμε πλέον σε μια κοινωνία όπου το βύθισμα στην κρίση και η διάλυση των πάντων, δεν κατάφεραν να ξεπεραστούν με θετικό τρόπο, αντίθετα μετατράπηκαν σε κανόνα. Σε επίπεδο πολιτείας, το ξεπούλημα και η διάλυση έχουν καταστήσει το κοινωνικό κράτος οριακά ανύπαρκτο, με τις διάφορες υπηρεσίες να λειτουργούν μόνιμα στο κόκκινο, με λιγοστά εφόδια, ενώ η πολιτική για αυτά τα ζητήματα έχει περιοριστεί σε πενιχρά επιδόματα –που δίνονται για εκλογικούς σκοπούς– με αποτέλεσμα να αφήνονται συχνά στην τύχη τους όσοι έχουν ανάγκη.

Σε πολιτικό επίπεδο, η απόλυτη συμφωνία του πολιτικού συστήματος σε όλα σχεδόν τα ζητήματα, η ανάδειξη μαφιόζικων στοιχείων σε σημαντικούς παράγοντες για τον τόπο, η διαρκώς εντεινόμενη διαφθορά που μοιάζει να απλώνεται σε ολόκληρη την πολιτική ζωή, η καταστολή και ο εκμαυλισμός ως απάντηση σε κάθε διαμαρτυρία, δημιουργούν απέχθεια και εντείνουν την αίσθηση του κράτους-εχθρού απέναντι στον πολίτη και της βίας ως πανάκεια για όλα τα ζητήματα. Σε κοινωνικό επίπεδο, ο θυμός έχει ποτίσει την καθημερινότητα, χωρίς όμως να υπάρχει καμία διέξοδος, ενώ ο κατακερματισμός κάνει τα προβλήματα να περνούν σε εντελώς πυρηνικό επίπεδο, δηλαδή στο οικογενειακό ή ατομικό. Με μια έννοια η εκμετάλλευση που βιώσαμε έχει μεταβολιστεί και εμφανίζεται και εντός της κοινωνίας, με τον ατομικισμό και την διάθεση πολλών να βγάλουν «τα σπασμένα» στον διπλανό τους όταν αυτό είναι εφικτό. Ενώ οι «γενιές χωρίς μέλλον» είναι πλέον ενήλικες και μια νέα γενιά μεγάλωσε μέσα σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες και τα προβλήματα, τα οποία προφανώς και εντάθηκαν σε πρωτόγνωρο βαθμό μέσα στην πανδημία με τις τεράστιες καραντίνες και την πολιτική αποκλεισμών που χρησιμοποιήθηκε. Παράλληλα, η ήττα του προηγούμενου κύκλου αγώνων και η αποαριστεροποίηση που επέφερε η ενσωμάτωση μεγάλου μέρους της αριστεράς, έχει επιπτώσεις και σε ιδεολογικό επίπεδο. Η απόρριψη, δεν αφορά μονάχα τους φορείς αλλά και σε ένα βαθμό το ιδεολογικό φορτίο που αυτοί έφεραν.

Τα παραπάνω παραπέμπουν σε μια κοινωνία τεντωμένη, σαν να βρίσκεται στο κρεβάτι του Προκρούστη, όπου τα εφόδια του παρελθόντος έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα και το αξιακό και το ηθικό της φορτίο βάλλονται πυρηνικά. Σε αυτό το έδαφος, βρίσκουν χώρο για να αναπτυχθούν σε μοριακό επίπεδο το μίσος, η απανθρωπιά και η βία αλλά και ο ρατσισμός ή ο σεξισμός. Όχι όμως γιατί απλά «φυτρώνουν», αλλά γιατί τα τελευταία χρόνια υπάρχει συστηματική κατεργασία της κοινωνίας για να συνηθίσει στα πάντα: Στην απελπισία, την ανημποριά και τη χαμοζωή. Ακόμη και αυτά τα περιστατικά που φτάνουν στη δημοσιότητα χρησιμοποιούνται για αυτό το σκοπό, τεμαχίζονται σε χιλιάδες απάνθρωπες λεπτομέρειες και μας σερβίρονται μέχρι να εθιστούμε και να συνηθίσουμε. Για αυτό το λόγο είναι επείγον να προωθηθούν οι προσπάθειες για την οικοδόμηση μιας νέας συνείδησης και ενός προσανατολισμού που να αντιλαμβάνεται το έδαφος πάνω στο οποίο εμφανίζονται τα συμπτώματα, δηλαδή την κατάσταση και τους κινδύνους για την κοινωνία και τη χώρα αλλά και τις προϋποθέσεις για να σηκωθούμε από τα «σχοινιά».

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!