Το πραξικόπημα της χούντας την 21η Απριλίου 1967, κατά μία εκδοχή, η οποία υιοθετείται από τον γράφοντα, είχε στόχο να «τελειώσει» και με την Κύπρο. Να «τελειώσει» την Κύπρο. Ξετυλίγοντας το νήμα της ιστορίας, αυτό που επιβεβαιώνεται είναι πως η χούντα είχε τοποθετήσει, όχι τυχαία, στο κάδρο των προτεραιοτήτων της την Κύπρο.
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου οι χουντικοί επιχείρησαν να συνδέσουν τη δικτατορία με μια «εθνική επιτυχία». Στο πλαίσιο αυτό ξεκίνησαν συναντήσεις Αθηνών και Άγκυρας. Μια από τις ενδεχομένως πιο σημαντικές συναντήσεις που είχαν προηγηθεί, ήταν εκείνη που πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1966 σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών. Η Ελλάδα υποστήριζε λύση ένωσης στο Κυπριακό με εδαφικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία.
Έχοντας σαν βάση την πρόταση αυτή πραγματοποιήθηκε, τον Δεκέμβριο του 1966, συνάντηση στο Παρίσι των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Ο Έλληνας υπουργός αφού αναφέρθηκε στην θέση της Ελλάδας για ένωση, πρόσφερε στον Τούρκο ομόλογο του ως αντάλλαγμα τουρκική παρουσία στην βρετανική βάση της Δεκέλειας, που θα μετατρεπόταν σε βάση του ΝΑΤΟ. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, αν και δεν τοποθετήθηκε αρνητικά στη συγκεκριμένη πρόταση για την Δεκέλεια, σημείωσε ότι η Άγκυρα δεν αποδέχεται την ένωση ως λύση, και πρότεινε λύση συγκυριαρχίας Ελλάδας και Τουρκίας. Οι συζητήσεις κατέληξαν σε ναυάγιο. Άγνωστο γιατί, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών έμεινε με την εντύπωση ότι η Τουρκία αποδεχόταν την ελληνική πρόταση αναφορικά με τη βάση Δεκέλειας. Στην ουσία, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέρριψε την ένωση, προτείνοντας καθεστώς ομοσπονδίας. Δηλαδή, για τον Τούρκο υπουργό η βάση της Δεκέλειας ήταν αντάλλαγμα για λύση ομοσπονδίας, και όχι για την ένωση. Εκείνο που επιδίωκαν τότε, και επιδιώκουν μέχρι σήμερα οι Τούρκοι, είναι ο πλήρης στρατηγικός έλεγχος του νησιού.
Οι χουντικοί συνέχισαν τις προσπάθειες προσέγγισης με την Τουρκία. Μια νέα συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1967 στο Κεσάν της Τουρκίας (την πρώτη μέρα) και στην Αλεξανδρούπολη (τη δεύτερη μέρα). Ήταν η συνάντηση που έμεινε στην ιστορία ως «η συνάντηση του Έβρου». Οι χουντικοί είχαν εξ ολοκλήρου στηριχθεί στις εκτιμήσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ για τη συνάντηση του Παρισιού. Απεκόμισαν την εντύπωση πως οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να συζητήσουν το πακέτο της ένωσης με ανταλλάγματα. Στη συνάντηση αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπήρχε πεδίο συζήτησης. Η συνάντηση οδηγήθηκε σε αποτυχία και έμεινε γνωστή ως «το φιάσκο του Έβρου».
Δεν άργησαν, πάντως, οι χουντικοί να προχωρήσουν σε ένα δεύτερο φιάσκο. Πιο μεγάλο και ζημιογόνο. Το δεύτερο φιάσκο ήταν η αποχώρηση της Μεραρχίας. Αποχώρηση που άφησε γυμνή την άμυνα της Κύπρου, στο έλεος των τουρκικών σχεδιασμών για κατάληψη του νησιού. Πώς ξεκίνησε;
Η στρατιωτική επιχείρηση κατάληψης των θέσεων των Τ/Κ στα χωριά Κοφίνου και Άγιος Θεόδωρος, πραγματοποιήθηκε την 15η Νοεμβρίου 1967. Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί η σύλληψη και απέλαση του Ραούφ Ντενκτάς στην Τουρκία, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου αντίστοιχα, λίγες ημέρες πριν τα επεισόδια.
Σύμφωνα με τις καταθέσεις παρευρισκομένων στη σύσκεψη του Προεδρικού, που πραγματοποιήθηκε πριν την επιχείρηση, οι τελικές οδηγίες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς την στρατιωτική ηγεσία ήσαν συγκεκριμένες. Η Ε.Φ. να περικυκλώσει την περιοχή για να μην δημιουργηθεί καντόνιο, αλλά να μην εισέλθει μέσα στην κατοικημένη περιοχή και να μην πυροβολήσει, εκτός εάν υπάρξουν πυροβολισμοί μέσα από την Κοφίνου (κατάθεση Γλ. Κληρίδη, 25/4/2007, σελ. 13). Η επιχείρηση εκκαθάρισης θα πραγματοποιείτο μόνον εφόσον υπήρχε σοβαρή πρόκληση από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων (κατάθεση Τ. Παπαδόπουλου, 25/6/2008, σελ. 28, 29), και κατ’ αυτή έπρεπε να ληφθούν μέτρα ώστε να μην είναι εμφανής η συμμετοχή της Ε.Φ., και να μην χρησιμοποιηθούν ελληνικά στρατεύματα (κατάθεση Γλ. Κληρίδη).
Αποχώρηση μεραρχίας
Τα επεισόδια της Κοφίνου επίσπευσαν τις εξελίξεις. Τα γεγονότα αξιοποιήθηκαν πλήρως από την Τουρκία, ενώ θα δυσχεράνουν ακόμη περισσότερο τις τεταμένες σχέσεις Αθηνών και Λευκωσίας. Ως αποτέλεσμα των επεισοδίων, η Τουρκία ζήτησε, μεταξύ άλλων, α) την ανάκληση του Γρίβα, β) τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς, και γ) την αναγνώριση στους Τουρκοκύπριους του δικαιώματος να ιδρύσουν δικές τους τοπικές διοικήσεις στις περιοχές των τουρκοκυπριακών θυλάκων. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε προκάλεσε έντονη ανησυχία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αφού λοιπόν προηγήθηκε πρόταση, από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά, ενός διακανονισμού που στην ουσία θα εξυπηρετούσε τα αιτήματα της Άγκυρας, πρωταγωνιστικό ρόλο για εξομάλυνση της κρίσης ανέλαβε ο πρώην υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ και μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών, Σάιρους Βανς. Είχε διορισθεί ως ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Τζόνσον και άρχισε την παρέμβασή του στο Κυπριακό (Νίκος Χριστοδουλίδης, «Σχέδια λύσης του Κυπριακού», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 181).
Μια άλλη εκδοχή που αναφέρεται στο πόρισμα για τον φάκελο της Κύπρου είναι πως η αποχώρηση της Μεραρχίας ήταν ειλημμένη απόφαση της χούντας. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένοι. Συμπεραίνεται ότι στην προσπάθειά της να ανακτήσει και να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας, φοβόταν ότι ένα σημαντικό τμήμα του στρατού το οποίο βρισκόταν στην Κύπρο θα μπορούσε να ήταν εκτός ελέγχου και να ενεργήσει σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας.
Ο δεύτερος και πιθανότερος λόγος αφορά ενδεχόμενη απόφαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για οριστική διευθέτηση του Κυπριακού στη βάση του σχεδίου Άτσεσον, το οποίο είχε απορριφθεί. Για την υλοποίηση του σχεδίου θα έπρεπε να αποχωρήσει η Ελληνική Μεραρχία για να προωθηθεί το σχέδιο της μερικής και ελεγχόμενης ένοπλης σύρραξης Ελλάδας-Τουρκίας, ώστε να δικαιολογηθεί η λύση της διπλής ένωσης και ο πλήρης ΝΑΤΟϊκός έλεγχος, σχέδιο το οποίο τελικά επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί το 1974.
Εκ των έσω υπονόμευση
Η χούντα μεθοδικά και συστηματικά υπονόμευε τον Μακάριο και την Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύοντας αποσταθεροποιητικές κινήσεις. Η ίδρυση και δράση του «Εθνικού Μετώπου» στα τέλη του 1968, η απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακαρίου τον Μάρτιο του 1970, η δολοφονία του πρώην υπουργού Εσωτερικών Πολύκαρπου Γιωρκάτζη λίγες μέρες αργότερα, και η επιστροφή το καλοκαίρι του 1971 στην Κύπρο του Γρίβα, ο οποίος και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, συνέθεταν τη νέα πραγματικότητα, με πρόδηλα τα χουντικά αποτυπώματα.
Από τουρκικής πλευράς αξιοποιείται πλήρως το εσωτερικό σκηνικό στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Οι Τ/Κ ζητούν ξεχωριστή αστυνομία για την κάθε κοινότητα στο πλαίσιο της ξεχωριστής τοπικής αυτοδιοίκησης.
Των εξελίξεων αυτών προηγήθηκε απόπειρα πραξικοπήματος. Τον Ιανουάριο του 1972 η χούντα απαίτησε από τον Μακάριο να αποχωρήσει από την προεδρία της Δημοκρατίας και την ενεργό πολιτική.
Το Φεβρουάριο του 1972 η χούντα των Αθηνών είχε αποφασίσει την ανατροπή του Μακαρίου χρησιμοποιώντας δυνάμεις της Ε.Φ. Πρωταγωνιστές στην εκτέλεση του πραξικοπήματος ήταν ο κουμπάρος του Δ. Ιωαννίδη και τότε διοικητής της ΕΛΔΥΚ Παύλος Παπαδάκης και ο Ανδρέας Κονδύλης.
Η ενέργεια περιήλθε σε γνώση του Μακαρίου και της Κυπριακής Κυβέρνησης από υποκλοπή τηλεφωνήματος μεταξύ της Ελληνικής πρεσβείας στη Λευκωσία και του Υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα.
Τελικά το πραξικόπημα ματαιώθηκε. Την επομένη (15/2/1972) πραγματοποιήθηκε ογκώδης συγκέντρωση υποστήριξης του Αρχ. Μακαρίου (πόρισμα Βουλής για τον φάκελο της Κύπρου).
Πραξικόπημα-εισβολή
Το 1974, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες δρούσαν σε συνεννόηση με τον πάλαι ποτέ ισχυρό άνδρα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Χένρι Κίσινγκερ, η ελληνική χούντα, η ΕΟΚΑ Β΄ και το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο στην Άγκυρα, με διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις, βρέθηκαν στο ίδιο μέτωπο. Η ανατροπή του προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974 και η τουρκική εισβολή πέντε ημέρες αργότερα, ήταν δύο γεγονότα του ιδίου σχεδίου.





































































