Η Ελισάβετ Χρονοπούλου με το μυθιστόρημα «Επί σκοπώ πλουτισμού» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, επαναφέρει μέσα από ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα το ζήτημα των δωσιλόγων και της ατιμωρησίας τους. Μια πληγή που οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος της Κατοχής εξακολουθεί να παραμένει ανοικτή.

Το επιβεβαίωσε και η μεγάλη απήχηση των «Δωσιλόγων» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη.

Πράγματι αυτή η ατιμωρησία για όσους αναζητούν και πιστεύουν στη δικαιοσύνη είναι μια πρόκληση. Ένα βάρος. Πόσο μάλλον που η Ελλάδα επεφύλαξε δόξες, τιμές, εξουσία και πλούτη σε όσους συνεργάστηκαν με τον κατακτητή.

Η συγγραφέας καταφέρνει να δέσει μοναδικά τη μυθοπλασία με την Ιστορία. Ειδικά στο κομμάτι που υποτίθεται πως αναπαράγει τα πρακτικά μιας δίκης, μας καθηλώνει με την ψυχρή αλήθεια που αναδεικνύει.

Όμως το μυθιστόρημα κάθε άλλο παρά ψυχρό είναι, και παίρνει τη μορφή ενός είδους αστυνομικής έρευνας που ξεκινά με μια παράξενη διαθήκη. Ένας άγνωστος ηλικιωμένος κληροδοτεί τα πάντα στον ήρωα του βιβλίου.

Για ποιο μυστηριώδες χρέος άραγε;

Στην πορεία της ανακάλυψης, ο πρωταγωνιστής θα πέσει πάνω στη σκοτεινή ιστορία της δικής του οικογένειας. Όσα κρύβονταν θα βγουν στο φως. Και μάλλον οδηγούν σε αδιέξοδο.

Το διαβάζεις με κομμένη την ανάσα και με ένα διαρκές γιατί…

Η αυτόματη και αυθόρμητη εξέγερσή μας στο άδικο, είναι και η πυξίδα της διαδρομής μας από τη ζούγκλα στην πολιτισμένη κοινωνία

 Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «Επί σκοπώ πλουτισμού» είναι κατά κάποιον τρόπο μια συνέχεια του βιβλίου σου «Ο έτερος εχθρός»;

Η αφήγηση και στα δύο βιβλία δομείται με άξονα τον διάλογο του παρόντος με το παρελθόν. Στον «Έτερο εχθρό», άνθρωποι που ηττήθηκαν από τις ηθικές προκλήσεις στις οποίες τους έθεσε αντιμέτωπους η βαρβαρότητα της Κατοχής, αναστοχάζονται την τραυματική εμπειρία τους εβδομήντα χρόνια μετά. Το «Επί σκοπώ πλουτισμού», εκκινώντας από μια τέτοια τραυματική εμπειρία, εστιάζει σε μια συγκεκριμένη πτυχή ηθικής ήττας, την ποταπή και άθλια πτυχή του οικονομικού δωσιλογισμού αλλά και της ατιμωρησίας του, που κατά τη γνώμη μου αποτελεί εθνική μας ήττα. Εδώ, ο διάλογος παρόντος και παρελθόντος προχωρά πέραν του αναστοχασμού, γίνεται ο ίδιος τραυματικό βίωμα για τον αφηγητή της ιστορίας. 

Τι σε οδήγησε να το γράψεις; Από πού ξεκίνησε η έρευνά σου;

Η έρευνά μου στις δίκες των δωσίλογων άρχισε για τις ανάγκες του «Έτερου Εχθρού». Τα πρακτικά αυτών των δικών με στοίχειωσαν. Με τάραξαν τα γεγονότα, οι αφηγήσεις των μαρτύρων, το εκκωφαντικό αίτημα της κοινωνίας για απονομή δικαιοσύνης το οποίο προδόθηκε, ο αδικαίωτος σπαραγμός αυτών των ανθρώπων. Αυτό που με οδήγησε να γράψω το βιβλίο ήταν η σκέψη ότι η μεταπολεμική κοινωνία μας ανοικοδομήθηκε πάνω στο έδαφος της θεσμικής ατιμωρησίας ενός συλλογικού εγκλήματος. Ότι είμαστε κληρονόμοι αυτής της αδικίας, κουβαλάμε αυτό το τραύμα κάτω από το δέρμα μας. Και αναρωτήθηκα σε ποιο βαθμό και με ποιους τρόπους το ίδιο το τραύμα, αλλά και η αποσιώπησή του, έχει διαμορφώσει αυτό που είμαστε σήμερα. 

Ένα από τα πολύ σημαντικά μέρη του βιβλίου είναι τα πρακτικά της δίκης του δωσιλόγου. Βασίζονται σε πραγματική δίκη;

Όχι, δεν βασίστηκαν σε πραγματική δίκη, τα πρακτικά είναι εξολοκλήρου επινοημένα, όπως και ο χαρακτήρας του δωσίλογου, η δράση του, η βιογραφία του. Δεν είναι / ήταν υπαρκτό πρόσωπο ο δωσίλογος Ασλανίδης. Όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι επινοημένοι, συμπεριλαμβανομένων των μαρτύρων που καταθέτουν στη δίκη, αλλά και των μαρτυριών τους, των ιστοριών τους, των θυμάτων, των διαλόγων κ.τ.λ. Δεν θα μου φαινόταν ηθικά σωστό να εκθέσω μια πραγματική ιστορία, ακόμα και χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα, από σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα και κυρίως σε πιθανούς απογόνους. Μελέτησα τις δίκες και μιμήθηκα το ύφος που είναι γραμμένες, τη χρήση της γλώσσας, τη στίξη. Έχω απλώς ενσωματώσει ελάχιστες σκόρπιες, μεμονωμένες φράσεις ή μικρές παραγράφους τις οποίες άντλησα από τα αυθεντικά πρακτικά, αλλά τις συνέθεσα σε διαφορετικό πλαίσιο.

Το βιβλίο γεννήθηκε στο μυαλό μου μέσα από αυτά τα αρχεία και ήδη, από τη σύλληψη της ιδέας, πριν καν διαμορφωθούν η πλοκή και οι χαρακτήρες, ήξερα πως θα περιέχονται τα πρακτικά μιας δίκης στο βιβλίο. Επειδή εφαλτήριό μου ήταν η σφοδρότητα του αισθήματος που με κατέκλυσε διαβάζοντας τα αυθεντικά πρακτικά, επειδή ένιωσα πως οι φωνές των μαρτύρων απηχούσαν τον παλμό της ιστορικής στιγμής. Και ήταν ανάγκη, αλλά και συγγραφική πρόκληση, να επιχειρήσω να αποδώσω λογοτεχνικά την ιστορική στιγμή, με όχημα τον παλμό της. Η δικαστική διαδικασία, ο εφιαλτικός μηχανισμός αθώωσης των ενόχων, όπως αποκαλύπτεται σ’ αυτά τα πρακτικά, η απελπισμένη, απεγνωσμένη προσπάθεια των θυμάτων να βρουν το δίκιο τους σε ένα εχθρικό κλίμα, έπρεπε να αποδοθούν όχι σαν πληροφορίες, αλλά μέσα από τη λογοτεχνική θερμοκρασία του βιώματος. 

Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, που έχει γράψει το επίμετρο, μου έλεγε σε συνέντευξη πόσο τον είχε αρρωστήσει να διαβάζει όλα αυτά τα στοιχεία. Υπήρξε στιγμή που δεν άντεξες, που θα ήθελες να αφήσεις το βιβλίο;

Υπήρξε στιγμή όταν έκανα την έρευνα, μέσα στο αναγνωστήριο των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που ένιωσα κυριολεκτικά ασφυξία. Στέγνωσε ο λαιμός μου, είχα ταχυπαλμία και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Με κυρίευσε τάση φυγής. Έχει ένα μεγάλο μπαλκόνι στον όροφο του αναγνωστηρίου, έτρεξα και βγήκα σ’ αυτό το μπαλκόνι και ξέσπασα σε λυγμούς. Έκλαιγα για ώρα. Υπήρξαν επίσης φορές που οδηγώντας στο σπίτι από τα αρχεία, αναγκάστηκα να σταματήσω στην άκρη του δρόμου και να περιμένω αρκετά λεπτά μέχρι να νιώσω ασφαλής να οδηγήσω ξανά.

Στο βιβλίο υπάρχει η αυτοδικία. Γίνεται φανερό πολύ γρήγορα. Τι οδηγεί ή ακόμη και σήμερα θα μπορούσε να οδηγήσει εκεί;

«Με πνίγει το άδικο», λέμε. Το άδικο όντως μας πνίγει κι αυτό είναι ό,τι με συγκινεί περισσότερο σε μας τους ανθρώπους. Έχουμε ανάγκη ο κόσμος να είναι δίκαιος –γιατί αλλιώς δεν βγάζει νόημα– και νομίζω πως το αίσθημα δικαίου είναι το θεμέλιο του πολιτισμού μας. Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε μέσα μας, το βλέπω όμως ως τον πυρήνα της ανθρώπινης ιδιότητας. Η αυτόματη και αυθόρμητη εξέγερσή μας στο άδικο, είναι και η πυξίδα της διαδρομής μας από τη ζούγκλα στην πολιτισμένη κοινωνία. Και είναι τόσο παρηγορητικό το ότι το αίσθημα δικαίου παραμένει μέσα μας άγρυπνο, ανθεκτικό και ασυμβίβαστο όσους αιώνες κι αν διατρέχουμε σε οργανωμένες κοινωνίες, πολεμώντας το χάος. Πιστεύω σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που προτάσσει και έχει ως βάση τον σεβασμό αυτής της ιδιότητας και ζωτικής ανάγκης μας. Που δεσμεύεται να εξασφαλίζει την απόδοση δικαιοσύνης, προφυλάσσοντας έτσι το άτομο από το να εκπέσει στην αυτοδικία. Η αυτοδικία στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας είναι μια ατομική εκτροπή, μια ατομική ηθική οπισθοδρόμηση, αλλά κι ένας δείκτης οπισθοδρόμησης της κοινωνίας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!