της Άννας Δάρδα Ιορδανίδου

Είχε τελειώσει το γαμήλιο γεύμα. Η νύφη με ολομέταξο νυφικό κι ένα διαμαντένιο κολιέ έλαμπε πλησιάζοντας την τούρτα του Grolet. Μια φαντασμαγορική σύνθεση λουλουδιών. Επιτομή της γλυπτικής ζαχαροπλαστικής ψευδαίσθησης. Στον παραδείσιο κήπο της έπαυλης στο Παλαιό Ψυχικό πηγαινοέρχονταν τα γκαρσόνια ανάμεσα στους υψηλούς καλεσμένους. Γέμιζαν σαμπάνια τα ποτήρια τους που ακτινοβολούσαν στο φως των φαναριών. Σκόρπια, κρυμμένα ανάμεσα σε λουλουδένιες γιρλάντες στόλιζαν τον παραδείσιο κήπο. Αν και υπολειπόταν των κήπων που περιγράφει η Σεχραζάτ στο βασιλιά Σαρίγια κάθε βράδυ, εντούτοις δημιουργούσε την παραμυθένια ατμόσφαιρα μιας από τις χίλιες νύχτες.

Πλησίασε τη νύφη ο γαμπρός, έπιασε το χέρι της που κρατούσε ένα ασημένιο μαχαίρι και έκοψαν μαζί το πρώτο κομμάτι της τούρτας. Σαν να δόθηκε σύνθημα ξέσπασαν οι καλεσμένοι σε φωνές, γέλια, ευχές σηκώνοντας τα ποτήρια τους

«Συγχαρητήρια!»

«Να ζήσετε!»

«Ευτυχισμένοι κι αγαπημένοι!»

«Βίο ανθόσπαρτο και καλούς απογόνους!»

Τέσσερα γκαρσόνια απέσυραν την περίτεχνη τούρτα από το κέντρο του κήπου κι άρχισαν να πηγαινοέρχονται στην κουζίνα σερβίροντας την ενώ η ορχήστρα έπαιζε το Βαλς των Λουλουδιών. Αυτό είχαν διαλέξει για τον πρώτο τους χορό ως ζευγάρι ανοίγοντας την πίστα για όλους.

***

Χορευτική μουσική ξεχυνόταν στον ήσυχο δρόμο, έξω από τον μαντρότοιχο της έπαυλης.

«Πάει δώδεκα. Μια ώρα να φύγουν τα γερόντια. Μία, δύο να χορέψουν οι νεολαίοι μέχρι να μερακλώσουν και να το γυρίσουν στα λαϊκά και τα δημοτικά. Δηλαδή, δυο, τρεις ώρες θα περιμένουμε», γκρίνιασε στην κομπανία ο Σταύρος, κοιτάζοντας το ρολόι του ενώ, η τραγουδίστρια, μια ζουμερή κοκκινομάλλα που κρατούσε ντέφι, χτυπούσε το κουδούνι της σιδερένιας πόρτας, στη μάντρα. Γύρω της ήταν μαζεμένοι οι άλλοι τρεις της τετραμελούς κομπανίας. Ένα αγόρι με ακορντεόν, ένας ψηλόλιγνος νεαρός με κιθάρα κι ο Σταύρος με το μπουζούκι του.

Πριν από ένα μήνα περίπου, ένα Σάββατο βράδυ, η παρέα του νεόνυμφου ζευγαριού τους είχε παρασύρει σε μια ταβέρνα στο Κερατσίνι. Εκεί άκουσαν την κομπανία και τους ήρθε η ιδέα να την αγκαζάρουν για τη γαμήλια δεξίωση. «Η Συντροφιά της Μαρίκας», έτσι λεγόταν η κομπανία. Γύριζαν τις καθημερινές σε υπαίθρια μαγαζιά, έλεγαν δυο τρία τραγούδια και στο τέλος περνούσε η Μαρίκα ανάμεσα στα τραπέζια με το πανεράκι της. Τα σαββατοκύριακα έπαιζαν στην Τράτα. Μια «παραδοσιακή ταβέρνα στο Κερατσίνι που πρέπει να επισκεφτείτε», έγραφαν οι τουριστικοί οδηγοί.

«Γιατί ρε Σταύρο; Θα έβγαζες περισσότερα στην Τράτα;», ειρωνεύτηκε η Μαρίκα, ενώ ένας φύλακας άνοιγε την πόρτα. Ένας γεροδεμένος άνδρας παρακάτω τους κοίταξε εξεταστικά και τους έδειξε τη εξώπορτα της διώροφης έπαυλης. Εκεί στεκόταν και τους περίμενε μια νεαρή κοπέλα με κολλαρισμένη άσπρη ποδιά.

«Από ‘δω, παιδιά», τους καλωσόρισε χαμογελώντας και τους οδήγησε στην τραπεζαρία του προσωπικού, δίπλα στην κουζίνα. «Καθήστε στο τραπέζι. θα φέρω κάτι να τσιμπήσετε. Έχετε μακριά νύχτα μπροστά σας», πρόσθεσε και χάθηκε στην κουζίνα.

«Πού θα έβρισκες τέτοια περιποίηση, ρε Σταύρο;», γέλασε ο ψηλόλιγνος νεαρός με την κιθάρα.

«Και τέσσερα χιλιάρικα στο χέρι», συμπλήρωσε το αγόρι με το ακορντεόν, καθώς ακουμπούσε τα όργανα στον τοίχο.

Έξω, στη βεράντα, κάτω από μια πέργκολα, κάπνιζαν τέσσερις, πέντε άνδρες. Σοφέρ φαίνονταν οι περισσότεροι και δυο που έμοιαζαν με bodyguards. Ένας καθόταν μέσα στην τραπεζαρία και μιλούσε μ’ έναν σοφέρ στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Χαιρέτησαν με ένα νεύμα την κομπανία που μπήκε και συνέχισαν την κουβέντα τους χαμηλόφωνα. Μυρωμένο νυχτερινό αεράκι έφερνε μέσα τον απόηχο των βαλς και των ταγκό από τον μπροστινό κήπο ανεμίζοντας τις κουρτίνες της ανοιχτής μπαλκονόπορτας.

Κουβαλώντας ένα βαρυφορτωμένο δίσκο με γεμάτα πιάτα κι ένα μπουκάλι κρασί μπήκε η υπηρέτρια χαμογελώντας. Σέρβιρε την κομπανία και μάζεψε τα πιάτα του γλυκού των άλλων δύο ανδρών.

«Κούκλα είσαι σήμερα, Χριστινάκι. Ψάχνεις για πλούσιο γαμπρό; Βιάσου θα φύγουν», την πείραξε ο οδηγός.

«Όχι, θα πάρω εσένα. Λιμπίστηκα τα μούτρα σου», γέλασε η κοπέλα, βγαίνοντας από την τραπεζαρία.

«Ήρεμα με το κρασί παιδιά. Είναι μακριά η νύχτα απόψε», θύμισε η Μαρίκα στην κομπανία καθώς τσούγκριζαν.

Μια ώρα αργότερα εκκωφαντικοί ήχοι Ντίσκο έμπαιναν από την μπαλκονόπορτα. Αυτοί που κάπνιζαν έξω στη βεράντα είχαν φύγει. Εκτός από έναν οδηγό που μπήκε στην τραπεζαρία.

«Πάμε για τσιγάρο;» σηκώθηκε ο Σταύρος.

Βγήκαν στη βεράντα. Κάθησαν στις φερ φορζέ πολυθρόνες κι έστριψαν τσιγάρα.

«Άκουσες ό,τι άκουσα, Μαρίκα;», ρώτησε ο Σταύρος ψιθυριστά.

«Λέξεις εδώ κι εκεί. Δεν κατάλαβα τίποτα», τράβηξε μια βαθιά ρουφιξιά η Μαρίκα.

«Μιλούσαν για μια διαδήλωση. Την αυριανή στο Σύνταγμα, φαντάζομαι. Ποιαν άλλη;»

«Α, έτσι εξηγείται. Άκουσα να λεν Απόλλων και Αττικό. Θα πήγαιναν σινεμά και τους το χάλασε η διαδήλωση», γέλασε η Μαρίκα.

«Όλα αστεία τα παίρνεις», νευρίασε ο Σταύρος κι έσβησε το τσιγάρο του.

«Κι εσύ, άκουσες ‘σχέδιο’ και κουρντίστηκες. Παντού συνομωσίες βλέπεις».

Δεν μίλησε ο Σταύρος, μόνον έσβησε το τσιγάρο του βυθισμένος σε σκέψεις.

«Ετοιμάσου, Βαγγέλη. Φεύγουν οι συμπέθεροι», ακούστηκε η φωνή της υπηρέτριας στην τραπεζαρία.

«Έλα. Πάμε μέσα. Έρχεται η σειρά μας», σηκώθηκε η Μαρίκα, τραβώντας τον Σταύρο από το χέρι.

Εκείνη την ώρα έβγαινε στη βεράντα ο γεροδεμένος άνδρας. Ο συνομιλητής του τον ακολουθούσε κατά πόδι.

«Μας διέκοψε ο μαλάκας ο Βαγγέλης. Για τη στοά σου έλεγα …», σταμάτησε όταν διασταυρώθηκε με τον Σταύρο και τη Μαρίκα που έμπαιναν στην τραπεζαρία.

***

Στον μπροστινό κήπο της έπαυλης η νεολαία χόρευε ξεψυχισμένα το Staying alive.

Οι γονείς της νύφης ξεπροβόδιζαν τους συμπεθέρους μπροστά στην ανοιχτή πόρτα της μάντρας.

«Γερά και καλότυχα να είναι τα παιδιά μας», φίλησε η μητέρα της νύφης τη μάνα του γαμπρού.

Παραπίσω ακολουθούσαν οι πατεράδες με αργό βήμα συζητώντας.

«Όλα είναι κανονισμένα με τον υπουργό, έτσι;», ξαναρώτησε ο πατέρας του γαμπρού τον συμπέθερό του.

«Παιδιά ήμαστε, Γιάννη; Μην ανησυχείς. Το γραφείο σου θα κερδίσει τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και η κατασκευαστική μου την ανάπλαση. Θα γίνει εκθαμβωτική η Σταδίου. Θα λάμψει η καρδιά της Αθήνας. Θα δεις. ‘Oπως αξίζει σε μια σύγχρονη πρωτεύουσα», συμπλήρωσε αποχαιρετώντας τον συμπέθερο.

«Αύριο είναι η διαδήλωση. Δεν φαντάζομαι να υπάρξουν εκπλήξεις», κοντοστάθηκε ο πατέρας του γαμπρού.

«Υπήρξαν ποτέ, ρε Γιάννη; Δεν συνεργαζόμαστε πρώτη φορά. Ας είναι καλά οι κουκουλοφόροι. Μην ανησυχείς, σου λέω», τον διαβεβαίωσε ξανά ο πατέρας της νύφης χτυπώντας τον εγκάρδια στην πλάτη καθώς έμπαινε στη Μερσεντές.

***

Κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων ενάντια στην ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου, κάηκαν στην οδό Σταδίου 45 κτίρια, μεταξύ των οποίων ο Απόλλων και το Αττικό.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!